Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

ΠΟΛΥΧΡΩΜΑ ΠΟΔΙΑ, ΓΥΜΝΑ




Περπατούσε πολλές ώρες μέσα σ' έναν κόκκινο αέρα που χρωμάτιζε τα πάντα. Δε θα σταματούσε μέχρι να φτάσει, έτσι είχε συμφωνήσει με τον εαυτό της. Όσο κι αν πονούσαν τα πόδια της, όσο κι αν σε κάθε πόρο του κορμιού της είχε εισχωρήσει η κόκκινη σκόνη, όσο κι αν στιγμές στιγμές απελπίζονταν πως αυτός ο δρόμος δεν θα είχε τέλος, συνέχιζε. Κι αυτή η ερημιά. Ούτε ένας άνθρωπος δεν περνούσε από κει κι ας ήταν κοντά μεσημέρι. Ο κόκκινος αέρας εξάτμιζε φθονερά τον ιδρώτα από το μέτωπό της και έκανε το δέρμα της άγριο και ξερό. 

Κάποια στιγμή, εκεί στην απόλυτη ερημιά, στον άδειο σκονισμένο δρόμο είδε έναν σκοτεινό όγκο. Δεν μπορούσε να διακρίνει τι είναι. Πλησίασε δισταχτικά. Ήταν ένας γέρος τυλιγμένος σε ένα μαύρο πανωφόρι γεμάτο τρύπες. Τα γυμνά του πόδια δεν διακρίνονταν από τη βρωμιά και τις κακουχίες. Ήταν γεμάτα πληγές. Κάτι της έλεγε. Με φωνή βαριά. Ακατάληπτες λέξεις βγαίναν από το στόμα του. Το πρόσωπό του ήταν σαν ένα πελώριο ΓΙΑΤΙ, γιατί τόση δυστυχία, γιατί τόση αδικία, γιατί τόση σιωπή...  Αυτός ο άνθρωπος δε χρειαζόταν να κάνει ερωτήσεις. Τα μάτια του ρωτούσαν από μόνα τους. Τα χέρια του, της έκαναν εντύπωση. Πόσο λευκά και καθαρά ήταν. Μόνο τα χέρια του, "ίσως και η καρδιά του", ψιθύρισε αυθόρμητα εκείνη. Κάτι της έλεγε ξανά. Με την ίδια βαριά φωνή. Τον πλησίασε ακόμη περισσότερο. "Τα παπούτσια σου, θέλω τα παπούτσια σου". Αυτό της έλεγε, με επιμονή παράξενη. Κοίταξε τότε τα κατασκονισμένα της παπούτσια με απορία. Τι να τα ήθελε άραγε. Σίγουρα όχι για κείνον. 

Κάποια αόρατη δύναμη που ξεκινούσε από τα μάτια του κι έφθανε σε κείνη, την έκανε να σκύψει, να βγάλει τα παπούτσια της και να του τα δώσει. Ούτε της πέρασε από το μυαλό, πώς θα συνέχιζε το δρόμο της. Τα έβγαλε έτσι απλά και του τα 'δωσε, χωρίς ούτε μια ερώτηση. 

Με γυμνά πόδια, προχωράει.  Τα πόδια της έχουν πάρει διάφορες αποχρώσεις του κόκκινου. Σε άλλα σημεία, όπου η σκόνη έχει μαζευτεί πιο πολύ, είναι πιο κόκκινα, στα σημεία που προφυλάσσονταν από τα λουράκια το κόκκινο χρώμα είναι ξεθωριασμένο και χλωμό. 

Με πολύχρωμα γυμνά πόδια, περπατάει. Παρασέρνει μαζί της όνειρα κι άκαρπες λέξεις. Μιλάει μονάχη της για ν' ακούει κάτι. Με τα πόδια γυμνά και την ψυχή κοντά νιώθει. Ίσως ποτέ δε φτάσει, ίσως ποτέ δε βρει. 

Με γυμνά πόδια προχωράει. Αυτό έχει σημασία. Προχωράει...


©Silena
26/9/2012