Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

ΕΝΑΣΤΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ



Κάθε βράδυ καθόταν έξω, στο πέτρινο πεζούλι της αυλής με τα πόδια γυμνά πάνω στην πέτρα. Ζεστή πέτρα, απ' τον ήλιο όλης της μέρας. Κι όταν τα πέλματα ευφραίνονταν και τεντώνονταν νωχελικά, ξάπλωνε ολόκληρη πάνω στο πεζούλι και κοίταζε τους αστερισμούς. Κι ο ουρανός σαν να την ένιωθε τούτη την βαθιά λαχτάρα που είχε η ψυχή της για τ' αστέρια, φανέρωνε κι άλλα, κι άλλα.

"Πόσο μηδαμινοί είμαστε αλήθεια μέσα στην απεραντοσύνη τ' ουρανού! Μα και τι άνισος αγώνας να μετριέσαι κάθε φορά με τ' άπειρο και πάντα το αποτέλεσμα να βγαίνει το ίδιο κι εσύ να είσαι ο ηττημένος".

Τέτοιες ήταν οι σκέψεις της σαν ξάπλωνε κι ατένιζε τ' ουρανού τ' άπειρο. Μα δεν στενοχωριόταν μήτε θύμωνε με τον ουρανό. Μονάχα θαμπώνονταν για λίγο η ασημαντότητα του μεγέθους της κι ύστερα γαλήνευε κι αγαπούσε αυτή την αδυναμία της. Κι όπως περιδιάβαινε το βλέμμα τ' αστρικά μονοπάτια έφτανε και στη Σελήνη. Κι εκεί έμενε. Έψαχνε να βρει κάθε φορά νέους κρατήρες, νέα σημάδια, μυστικά για τ' άλλα βλέμματα που φευγαλέα κοιτάζουν κι ύστερα παίρνουν τα μάτια τους μακριά. Κι ένιωθε δυνατή, κάθε βράδυ που αναμετριόταν και κατανοούσε τον ψίθυρο του σύμπαντος γύρω της κι αισθανόταν όμοια με νεογέννητο μωρό που γύρω του όλα μοιάζουν και είναι τεράστια.

Που και που έβλεπε και κάποια αστέρια να πέφτουν. Τότε έκανε όμορφες ευχές να βγει τ' όνειρο πραγματικό και η αστερένια σκόνη ν' αφουγκραστεί τις βαθύτερες επιθυμίες της.

Τα δάχτυλά της που τα παρατηρούσαν όλα αυτά κι ακόμα περισσότερα, ένιωθαν την ταραχή που τη συνέπαιρνε σαν έβλεπε όλα αυτά τα μονάκριβα στολίδια της νύχτας. Κι όπως ήταν ξαπλωμένη με τα χέρια σταυρωμένα πίσω απ' το κεφάλι να ταξιδεύει ανάμεσα στους γαλαξίες ανασήκωναν τα απαλά τους μαξιλαράκια για να της δείξουν θαρρείς πως είναι κι αυτά κοντά της και μοιράζονται την ομορφιά του σύμπαντος.

"Όλα τ' αντέχεις όταν για σκέπη σου έχεις τον έναστρο ουρανό και γι' αγκαλιά σου την αγάπη" είπε φωναχτά κι άφησε ξανά το βλέμμα να ταξιδέψει.

©Silena
12/9/2012