Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ


ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ
Απολογία δι’ υπομνήματος

















©Silena, la petite musicien

Πάντα έχω στο μυαλό μου να καθίσω να βάλω σε τάξη τα χαρτιά μου – γράμματα που έστειλα και που μου έστειλαν, κείμενα που έθαψα, αποκόμματα εφημερίδων, παλιές φωτογραφίες. Όπως συμβαίνει με τους άρρωστους για τάξη ανθρώπους, στα συρτάρια μου βασιλεύει απερίγραπτο χάος, ακριβώς επειδή φοβάμαι ότι, αν αποφάσιζα να συγυρίσω μια μέρα εκεί μέσα, θα χρειαζόταν να ξοδέψω όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Για να μη πω και τη μέλλουσα. Οι ψυχαναγκαστικοί τύποι, για να κάνουν, ό,τι και οι κανονικοί, χρειάζονται αναρρωτική άδεια. Αλλά ούτε αυτό αρκεί. Γιατί μετά τους ταλαιπωρούν οι ενοχές, οι ενοχές της λούφας και της κοπάνας. Οπωσδήποτε, κάποτε ανοίγω αν και με ανείπωτη δυσφορία τα συρτάρια, αν όχι γι’ άλλο λόγο, επειδή με αναγκάζουν οι περιστάσεις. Καθ’ όσον, εκεί μέσα συγκατοικούν ανάκατα με τις στιγμές του πνεύματός μου που δεν υπήρξαν αρκετά αστραφτερές ώστε να τις εκθέσω στην αγορά, και οι φορολογικές μου δηλώσεις, ακόμη και τα πιστοποιητικά θανάτων στην πυρηνική μου οικογένεια. Αυτό έγινε, για παράδειγμα, λίγες μέρες πριν, όταν συνέπεσαν δυο γεγονότα μεγάλης σημασίας.

Πρώτον, μου ζήτησαν άνθρωποι αρμόδιοι, που νομίζουν ότι κάτι είμαι στα γράμματα, να μιλήσω για τις υποχρεώσεις μου στη λογοτεχνία, για τις μαθητείες μου, τον τρόπο εν πάση περιπτώσει που το έργο άλλων, παλαιότερων και συγκαιρινών, εισχώρησε, αναμετρήθηκε και αναπλάστηκε μέσα μου. Εγώ θα πρόσθετα εδώ και τις υπεξαιρέσεις του πνευματικού κόπου τόσων άλλων που έκανα, χωρίς ποτέ να το δηλώσω. Μέα κούλπα… Υπάρχουν φορές που έκλεψα χωρίς να προσθέσω στα κλοπιμαία τίποτε, ή σχεδόν τίποτε, το πολύ δυο τρεις λεξούλες που μου φάνηκαν καίριες για την αποκάλυψη του νοήματος είτε για την ανατροπή του. Κάποτε, απλώς επειδή ήταν όμορφες. Δεν ξέρω βέβαια να εξηγήσω τι θα πει ακριβώς ομορφιά προκειμένου για τις λέξεις, που στο κάτω κάτω της γραφής τόσοι έγκυροι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι ο ρόλος τους είναι μόνο να επικοινωνούν, όχι να ναρκισσεύονται. Αυτό το ζήτημα δε θα το συζητήσω εδώ (ούτε ένας Ελύτης δεν ήξερε να εξηγήσει!...). Διαισθάνομαι απλώς ότι υπάρχουν λέξεις ιδιαίτερα ελκυστικές, και τις φυτεύω κάποτε σ’ ένα κορμί που παραέγινε πλαδαρό, γιατί πέρασαν τα χρόνια του χωρίς να φροντίσει το σφρίγος του.

Επανέρχομαι στο θέμα της παρούσης απολογίας μου. Θέλω να πω ότι παραδέχομαι πως υλοποίησα το είδος συγγραφέα – αντιγραφέα, ένα είδος μεικτό αλλά νόμιμο, όπως θα έλεγε ο Διονύσιος Σολωμός. Αντέγραφα στη ζωή μου, όπως θυμάμαι, από πολύ νωρίς. Απ’ το Γυμνάσιο. Μέσω της αντιγραφής, είτε έβγαινα πρώτος μαθητής, είτε πέρναγα την τάξη με την περιφρόνηση του καθηγητικού Συλλόγου και διαγωγή κοσμία. Αντέγραφα ακόμη κι εκεί που δεν συνέτρεχε κανείς απολύτως λόγος να αντιγράψω, αφού αυτό καθεαυτό το μάθημα δεν αξίωνε πως έμπαζε στο κουρεμένο κεφάλι των μαθητών τίποτε. Μια φορά, το θυμάμαι κι αυτό, προσπαθούσα μπροστά στα κορίτσια ν’ αντιγράψω το βάδισμα του Γκάρι Κούπερ, καθώς πλησίαζε με αφάνταστη αποφασιστικότητα τον καουμπόι αντίπαλο. Με γελοία στην περίπτωσή μου αποτελέσματα.

Αυτά είχα να πω για το πρώτο γεγονός, που έγινε η αφορμή να ανοίξω το μεσαίο συρτάρι της ντουλάπας, όπου κρύβω τόσες συγκινήσεις αλλά και εγκλήματα. Με τον ανομολόγητο σκοπό, προτού έρθει η ώρα να πεθάνω, να κάψω συνοπτικά τα τεκμήρια. Εγώ δεν πρόκειται, σαν τον συνάδελφό μου, τον Σεφέρη, να διευκολύνω την περιέργεια του αναγνώστη. Του φιλολόγου… του δημοσιογράφου. Ας ψάξει ο αναγνώστης μόνος του, αν αξίζω τον κόπο κι αν αξίζει και ο ίδιος τον κόπο, ακόμη και στις στάχτες.

Το δεύτερο γεγονός, τώρα, που συνέβη ώστε να αναγκάσω την απρόθυμη ψυχή μου να επισκεφθεί τα απόρρητα – τα «άγαμα», θα έλεγα, απ’ την μακρόχρονη αποχή – συρτάρια, ήταν εξωφρενικό. Ήταν  ότι, ενώ είχα επαγγελματική εργασία να παραδώσω, κι ενώ είχα επανειλημμένα προειδοποιηθεί για το λεγόμενο ντεντ λάιν του εκδότη, κι ενώ, τέλος, την ύλη της εργασίας μου δεν την είχα καν διαθέσιμη αλλά θα την κατασκεύαζα – όπως συνηθίζω – κατά τη διάρκεια της συγγραφής της, η γραφομηχανή μου (που τη θεωρώ πλέον εξάρτημα του σώματός μου) τα έφτυσε. Κατέρρευσε ώρα 10 ένα πρωί, εσίγησε, αρνήθηκε κατηγορηματικά να με υπηρετήσει πλέον ως όφειλε. Η μαύρη αλήθεια είναι ότι με είχε προειδοποιήσει αρκετές φορές πρωτύτερα με τα αλλόκοτα βογκητά της, με τους αναστεναγμού και τα ρεψίματα, πλήν όμως εγώ χαμπάρι δεν έπαιρνα (όχι από αδιαφορία, αλλά από ανυπομονησία, κι από τον τρόμο αντιμετώπισης της ανωμαλίας).

Οι μπουνιές και τα χαστούκια που της έριξα, η προσπάθεια να υπερνικήσω το πείσμα της με την ερασιτεχνική πένσα και το κατσαβίδι (τα πρωταγωνιστικά εργαλεία της γενιάς μου) δεν απέδωσαν σε τίποτε. Το μουλάρωμα της γραφομηχανής, που τόσο απαράδεκτο όσο κι η προσποιητή σιωπή των π[πεθαμένων, μου υπεδείκνυε να καταφύγω στο μπικ, τη συνεργασία του οποίου όμως εδώ και καιρό, εξαπατημένος από τους λαγούς με τα πετραχήλια που τάζει η τεχνολογία έχω απαρνηθεί (δεν έχω εφοδιαστεί καν με κινητό). Είμαι αδικαιολόγητος; Ίσως είμαι. Μπορείς όμως να κρατάς εν χρήσει στο σπίτι σου ένα παμπάλαιο ψυγείο πάγου, τη στιγμή που όλα σου αποδεικνύουν την ωφέλεια της σύνδεσης με το ηλεκτρικό; Η μέρα μου, έτσι, πήγαινε χαράμι. Επειδή πάντως δεν ήθελα να τη χαραμίσω ως εργάσιμη ημέρα εντελώς, πράγμα για το οποίο θα με έλεγχε ταπεινωτικά η συνείδησή μου το βράδυ, σκέφτηκα να κατευνάσω (να ξεγελάσω;) τον αόρατο δυνάστη των νεύρων μου κάνοντας ότι τακτοποιώ τουλάχιστον ένα συρτάρι. Η ψυχή μου πιάστηκε τότε, όπως λέει ο ποιητής, σαν τσίχλα στα χαρτιά που είχα αποθηκεύσει κατά καιρούς εκεί μέσα, χαρτιά που τα περισσότερα δε θα ήθελαν ούτε και τα ίδια τη μοχθηρή αθανασία που τους επιφύλαξα. Υπάρχουν γραμμένες σελίδες που δεν επιθυμούν καθόλου την αιωνιότητα, μη έχοντας αυταπάτες, ξέροντας ότι η δόξα τους περιορίζεται στη μέρα που γεννήθηκαν – κι ότι τις βλάπτει η προσπάθεια ανανήψεως από τα πρόωρα γερατειά τους. Η τεχνητή προσπάθεια εξασφάλισης υστεροφημίας. Λογική σκληρότητα απέναντι στις παλιατζίδικες σελίδες της λογοτεχνίας δεν μπόρεσα προσωπικά ποτέ να δείξω, όχι μόνο επειδή με χαρακτήριζε πάντοτε μια σχολαστική ευσέβεια μπροστά στο τυπωμένο χαρτί, αλλά κι επειδή δε διέθετα τα φόντα του κριτικού φιλολόγου. Δεν είμαι ένας Γ. Σαββίδης. Ρωτάω «αλλιώς» για την ποιότητα του ποιήματος, πράγμα που σημαίνει ότι, αν εγώ κι εκείνος είχαμε γνωριστεί εν ζωή, θα επικρατούσε μεταξύ μας ψυχρότητα. Τι είμαι λοιπόν εγώ, ο Μάριος Μαρκίδης, συν τα βραδύγλωσσα συρτάρια μου; Εκδοχές διάφορες μπορούν να υπάρξουν, ότι είμαι, λ.χ. αρχαιολόγος ή τυμβωρύχος. Πληροφορώ ότι δεν είμαι ούτε το ένα ούτε το άλλο, μολονότι ρέπω εκ φύσεως και στα δυο. Είμαι μάλλον ένας μπουκαδόρος, απ’ αυτούς για τους οποίους ισχύει γενικά το ρηθέν ότι ο δολοφόνος γυρίζει αργά ή γρήγορα στον τόπο του εγκλήματος. Δηλαδή, όσον αφορά την περίπτωσή μου, στα συρτάρια του.



Εκεί λοιπόν, στα μακάβρια ούτως ειπείν συρτάρια μου, ανάμεσα στα διάφορα παροπλισμένα χαρτιά μου, έπεσα πάνω σε δυο αντιγραφές (με το δικό μου γραφικό χαρακτήρα, γιατί τριάντα σαράντα χρόνια πριν το χέρι μου είχε ακόμη γραφικό χαρακτήρα!), αντιγραφές ποιημάτων που κάποτε ερωτεύθηκα, κι ύστερα προσπάθησα να τα απαλλοτριώσω επιτήδεια παραποιώντας τον αριθμό πλαισίου του κινητήρα τους, το νούμερο κυκλοφορίας τους και το όνομα του ιδιοκτήτη τους, όπως κάνουν οι κλέφτες των αυτοκινήτων. Νομίζω όμως ότι η αληθινή πρόθεσή μου δεν ήταν τόσο να τα κλέψω, όπως έκαναν παλιότερα οι λωποδύτες με τις μπουγάδες των νοικοκυρέων, τις απλωμένες εν σειρά στην αυλή. Την εποχή που άξιζε ακόμη ένα σεντόνι, είτε για να το πουλήσεις, είτε για να σκεπαστείς τον χειμώνα. Η πρόθεσή μου ήταν μάλλον να τα μεταφέρω στο εργαστήριό μου (διότι είμαι, δυστυχώς ή ευτυχώς, εργαστηριακός ποιητής) κι εκεί, με την ησυχία μου, να τα επιδιορθώσω, να τους χαρίσω νέες επαρχίες, να τους δώσω νέο τράτο ζωής, όπως δίνουν στα κουρασμένα παπούτσια κουράγιο οι παπουτσήδες. Να εκσυγχρονίσω με λίγα λόγια τις σόλες τους, βεβαιώνοντάς τα ότι καλό μεν περπάτημα ήταν, αλλά τώρα πρέπει να βγουν στη βιτρίνα του μαγαζιού αλλιώτικα. Όχι υποχρεωτικώς καλύτερα. Απλώς «αλλιώτικα». Το αλλιώτικο ζει, όπως γράφουν σήμερα οι τοίχοι της Αθήνας. Τα δυο ποιήματα για τα οποία μιλάω, στη συγκεκριμένη περίπτωση που οι περιστάσεις με ανάγκασαν να ανοίξω το αποτρόπαιο συρτάρι μου, είναι τα εξής (λείπουν σημειωτέον πολλά άλλα, που περνούν τη χειμερία νάρκη τους σε άλλο συρτάρι).

Α) Το Ερωτικό τραγούδι του κ. Άλφρεντ Προύφροκ, που ο Ροζάνης κι εγώ, σ’ ένα οιονεί ομοφυλόφιλο σμίξιμο των ονομάτων μας στο ψευδώνυμο Στέφανος Μαρκόπουλος, μεταφράσαμε πολύ νέοι, ταξιδεύοντας με το καράβι της γραμμής για τον Πόρο. Γιατί στον Πόρο; Εξαιτίας της Κίχλης που τότε διαβάσαμε. Κι εξαιτίας, κυρίως, του Λεμονόδασου του Κοσμά Πολίτη, όπου κάποιος που έχει χάσει στο πρόσωπο μια γυναίκας τον κόσμο όλο, φεύγει και χάνεται καβάλα σ’ ένα άλογο. Τότε λοιπόν πάνω στο καράβι, το δειλινό ξαπλώθηκε στον ουρανό σαν ένας χλωροφορμισμένος άρρωστος στο χειρουργικό τραπέζι. Ο Απολλιναίρ, που τον είχαμε γνωρίσει λίγο πρωτύτερα, είχε πει πως ήταν ένας χλωροφορμισμένος ποιητής με τρυπανισμένο κεφάλι. Ο υπερρεαλισμός, που μας είχε πιπιλίσει το μυαλό με τη συνάντηση της ομπρέλας και της ραπτομηχανής πάνω στο ανατομικό τραπέζι, δεν είχε κατά τη γνώμη μας ποιητικό ψαχνό. Διάλεξα διαφορετική πορεία, έστω κι αν πει κανείς ότι αυτό που διάλεξα δεν ήταν παρά μια ποικιλία του χλωροφόρμιου. Καθώς προόδευε εις βάρος του δειλινού το βράδυ του καραβιού, ανατρίχιασα καθοριστικά για το Είναι μου με τον στίχο εκείνο που δήλωνε:

Μέτρησα τη ζωή μου με τα κουταλάκια του καφέ.

Η ζωή τα έφερε έτσι ώστε αυτό ακριβώς υπήρξε το μέλλον μου. Υποψιάζομαι όμως σήμερα ότι το είχε προσχεδιάσει.

Β)  Η Μάρθα στο παράθυρο, του Βύρωνα Λεοντάρη, η  Μάρθα πόυ αποχαιρετούσε από τις γρίλιες της τα αγαπητικά πρόσωπα που έφευγαν, εξαιτίας μιας υπόσχεσης κοινωνικής τιμής (και μιας ελπίδας πλήρους ζωής) στην εξορία. Το ποίημα του Λεοντάρη τότε αξίωνε την αναγνώριση, εις βάρος της κομματικής δόσης ψεύδους και χίμαιρας, μια ποίησης ήττας. Τι δράμα η σύγχρονή μας πολιτική εκμετάλλευση, από τους πονηρούς γραικύλους, της λέξης «ήττα»! Ο Λεοντάρης περιέγραφε στο ποίημά του τα συναισθήματα της Μάρθας – κι ήταν η Μάρθα του που αναλάμβανε να δείξει τότε το πόσο σπαράζεται η οντότητα του ανθρώπου, όταν οι ιστορικές συνθήκες πάσης λογής την καταδικάζουν να είναι νικημένη. Ωσάν να μπορούσε ποτέ να είναι και νικήτρια, με αντίπαλο τη μοιραία όσο κι αδυσώπητη Ιστορία…

Εγώ λοιπόν, αντιγράφοντας το ποίημα του Λεοντάρη, που πάει ως εξής:
Εγώ είμαι που είχα πει: θα σ’ αγαπώ για πάντα.
Μα όσο περνούν τα χρόνια το για πάντα
Όλο και τρέμει πιο πολύ σαν αναφιλητό
Κι η αγάπη είναι μια λέξη που αποφεύγουμε
Όπως τα μάτια αυτών που γύρισαν από εξορία – και που
                                                                Θα ξαναπάν…

Και συνεχίζει λέγοντας:
Από μια μοναξιά σ’ άλλη περνάμε, αυτό είναι όλο.

Συνέπλευσα απ’ την αρχή σχεδόν του ποιητικού μου σταδίου με το κλίμα ήττας – όχι όμως επειδή η δική μου Μάρθα εγκαταλείπεται, εξαιτίας του κελεύσματος του κοινωνικού αγώνα, αλλά επειδή κάτι αλλόκοτο έχει συμβεί στην παρούσα φάση της Ιστορίας της ανθρωπότητας ούτως ώστε, όταν ένας εκ των συμβαλλομένων ζητάει και εκλιπαρεί, ο άλλος να μην μπορεί να δώσει. Για ποιο λόγο αδυνατούμε να δώσουμε; Δεν το ξέρω. Ή τρομάζω να το κοιτάξω κατάματα. Η λακκούβα ανάμεσα στο δούναι και το λαβείν είναι το κυριότερο θέμα της ποίησής μου, ποίησης διαλόγου με τους προηγούμενους διαχειριστές αυτής της τέχνης. Πρόκειται για αληθινή αγωνία, μα δεν θέλω να την αναθέσω στην ψυχοθεραπεία, που θα αυθαιρετήσει με τα σενάριά της αν της επιτρέψω να ρίξει μιαν έστω ματιά στα συρτάρια μου. Θα βιαστώ να τα ξανακλείσω. Εξάλλου (κι εδώ επιτρέπω να διαφύγει από τη φύλαξή μου μια απολύτως ιδιωτική βιογραφική πληροφορία) μάλλον με εγκατέλειπαν πάντοτε τα αγαπητικά μου πρόσωπα, παρά εγώ έφευγα πρώτος.

 
Από το βιβλίο:
«Η γραφή και ο καθρέφτης», ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ
Εκδόσεις: ΠΟΛΙΣ
ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ
Απολογία δι’ υπομνήματος, σ. 173-180