Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

ANNE SEXTON



Τα παρακάτω ποιήματα βρίσκονται στην εκτενή ανθολογία "Anne Sexton – Ποιήματα"
 
Μετάφραση: Δήμητρα Σταυρίδου.
Επιμέλεια: Παυλίνα Παμπούδη.
Εκδόσεις Printa, από τη σειρά «Ποίηση για πάντα»
 
Πηγή: εδώ
 
 
 
Η μαύρη τέχνη

Μια γυναίκα που γράφει βιώνει με υπερβολή
αυτές τις στιγμές έκστασης και τους οιωνούς!
Σα να μην έφταναν οι κύκλοι της
και τα παιδιά και τα νησιά. Σα να μην έφταναν
οι πενθούντες κι οι κουτσομπόληδες και τα λαχανικά.
Νομίζει ότι μπορεί να ζεστάνει τ’ αστέρια.
Ο συγγραφέας είναι ουσιαστικά κατάσκοπος.
Αγάπη μου, εγώ είμαι αυτό το κορίτσι.

Ένας άντρας που γράφει γνωρίζει υπερβολικά πολλά,
τόσα μάγια και φετίχ!
Σα να μην έφταναν
οι στύσεις και οι συνουσίες και τα προϊόντα.
Σα να μην έφτασαν ποτέ
οι μηχανές και οι γαλέρες και οι πόλεμοι.
Φτιάχνει ένα δέντρο με χρησιμοποιημένα έπιπλα.
Ο συγγραφέας είναι ουσιαστικά απατεώνας.
Αγάπη μου, εσύ είσαι αυτός ο άντρας.

Ποτέ δεν αγαπάμε τον εαυτό μας,
μισούμε ως και τα παπούτσια μας και τα καπέλα,
αγαπάμε ο ένας τον άλλον, πολύτιμος, πολύτιμη.
Τα χέρια μας είναι αχνά γαλάζια και απαλά.
Τα μάτια μας γεμάτα τρομερές εξομολογήσεις.
Μα όταν παντρευόμαστε
τα παιδιά φεύγουν με αηδία.
Υπάρχει υπερβολικά πολύ φαγητό
και δεν έχει απομείνει κανείς
για να αποφάει όλη αυτήν
την αλλόκοτη αφθονία.
 



 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Για τον εραστή μου που επέστρεψε στη γυναίκα του
 
Εκείνη είναι πάντα εκεί.
Την έλιωσαν προσεκτικά για σένα,
χύθηκε στο εκμαγείο της παιδικής σου ηλικίας
των εκατό αγαπημένων βόλων σου.

Εκείνη ήταν πάντα εκεί, αγάπη μου.
Πραγματικά, είναι θεσπέσια.
Σαν πυροτέχνημα στα μέσα του μουντού Φλεβάρη
και απτή σαν σκεύος από χυτοσίδηρο.

Ας είμαστε ειλικρινείς, εγώ ήμουν περιστασιακή.
Είδος πολυτελείας. Ένα φανταχτερό κόκκινο
καΐκι στο λιμάνι.
Τα μαλλιά μου βγαίνουν σαν καπνός από το παράθυρο
του αυτοκινήτου.
Οστρακοειδή εκτός εποχής.

Εκείνη είναι κάτι περισσότερο απ' αυτό. Είναι αυτό που
πρέπει να 'χεις,
εκείνη ανέπτυξε την πρακτική, την τροπική σου
καλλιέργεια.
Μαζί της δεν πειραματίζεσαι. Εκείνη είναι γεμάτη αρμονία.
Φροντίζει τα κουπιά, τις δέστρες στο βαρκάκι,
έβαλε αγριολούλουδα στο παράθυρο το πρωί,
έκατσε πλάι στον τόρνο του αγγειοπλάστη το μεσημέρι,
αράδιασε τρία παιδιά κάτω από τη σελήνη,
τρία χερουβείμ ζωγραφισμένα από τον Μιχαήλ Άγγελο.

Τα έκανε όλα αυτά με τα πόδια της σε διάσταση
τους τρομερούς μήνες στο παρεκκλήσι.
Αν κοιτάξεις επάνω, τα παιδιά είναι εκεί,
ντελικάτα μπαλόνια που στο ταβάνι ξεκουράζονται.

Τα έχει συνοδεύσει στο διάδρομο
μετά το δείπνο, τα κεφάλια τους σκυμμένα,
δύο πόδια διαμαρτύρονται, γόνατο με γόνατο,
το πρόσωπό της ζωντανεύει από ένα τραγούδι και τον
ανάλαφρό τους ύπνο.

Σου δίνω πίσω την καρδιά σου.
Σου δίνω το ελεύθερο -

για το φυτίλι μέσα της που θυμωμένα
αναπηδά μέσα στη λάσπη, για τη σκύλα μέσα της
για να θάψεις την πληγή της,
για να θάψεις τη μικρή κόκκινη πληγή της ζωντανή -

για την αχνή λάμψη που τρεμοσβήνει κάτω από τα πλευρά της,
για τον μεθυσμένο ναυτικό που περιμένει στον αριστερό
σφυγμό της,
για το γόνατο της μάνας, για τις μακριές κάλτσες,
για τις ζαρτιέρες, για το κάλεσμα -

το περίεργο κάλεσμα
όταν θα χώνεσαι σε αγκαλιές και στήθη
και θα τραβάς με βία την πορτοκαλιά κορδέλα
των μαλλιών της
και θα ανταποκρίνεσαι στο κάλεσμα, στο περίεργο
κάλεσμα.

Είναι τόσο γυμνή και μοναδική.
Είναι το άθροισμα του εαυτού σου και των ονείρων σου.
Σκαρφάλωσέ την σαν μνημείο, βήμα προς βήμα.
Εκείνη είναι στέρεη.

Όσο για μένα, εγώ είμαι νερομπογιά.
Φεύγω με το νερό.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Το φιλί
Το στόμα μου ανθίζει σαν πληγή.
Πέρασα όλη τη χρονιά αδικημένη, κουραστικά
αργόσυρτες
   
οι νύχτες, άδειες, σκληροί αγκώνες μόνο
και στοίβες χαρτομάντιλα που φώναζαν
«κλαψιάρα,   

κλαψιάρα, τί χαζή που είσαι!».

Άχρηστο το κορμί μου μέχρι χθες.
Σήμερα σκίζονται οι ορθές του γωνίες.
Σήμερα σκίζει τα ρούχα τα σεμνότυφα
κόμπο τον κόμπο
και κοίτα – με τρυπούν ολόκληρη καρφιά
ηλεκτρισμένα.
   
Σβιιινιν! Ανάσταση!

Κάποτε το κορμί μου ήτανε βάρκα, σκέτο ξύλο
σε αχρηστία, με δίχως θάλασσα από κάτω,
με την μπογιά της ξεφτισμένη. Ένας σωρός σανίδες,
τίποτ’ άλλο. Όμως εσύ με σήκωσες, μ’ αρμάτωσες.
Έγινα η εκλεκτή σου.

Τα νεύρα μου έχουν τεντωθεί. Τ’ ακούω σαν
μουσικά όργανα. Στη θέση της παλιάς σιωπής
ασταμάτητα χτυπούν τα τύμπανα, οι χορδές. Δικό σου
έργο είναι.
   
Ιδιοφυΐα στην πράξη. Αγάπη μου, ο συνθέτης έπεσε
στη φωτιά.

 

 


 
 
 
Φεύγεις, έφυγες

Πάνω από πέτρινους τοίχους και αχυρώνες,
χιλιάδες μίλια μακριά από τις μαυρομάτες Σούζαν,
πάνω από σκηνές του τσίρκου και σεληνακάτους
φεύγεις, φεύγεις.
Εσύ που με κατοίκησες
στο πιο βαθύ και πιο σπασμένο μου κομμάτι,
φεύγεις, φεύγεις.

Μια γριά γυναίκα σε φωνάζει.
Από το νεκροκρέβατό της, όλο πόνο
σε ρωτά «Λοιπόν, τι θα σου μείνει από δαύτη;».
Είναι ο πυρήνας όλων των μύθων.
Είναι η τρελή του δείπνου
κι εσύ ο ταξιδευτής.

Παρά το ότι βιάζεσαι
σταματάς για ν’ ανοίξεις ένα μικρό καλάθι
και κάτω από τακτοποιημένα μισοφόρια
της δείχνεις τα μάτια με τις ραβδώσεις της τίγρης
που ξερίζωσες πρόσφατα,
της δείχνεις την ειδικότητά σου, τα χείλη,
αυτές τις δύο πρέσες
που άγρια τη σφίγγουν.
Το ένας χείλος μου ανήκει,
το άλλο είναι δικό σου.
Αποσπάστηκαν απ’ το οστό του καρπού
όταν ξεχύθηκες
στην ακατόρθωτη φυγή, έφυγες.

Τότε ακουμπάς το καλάθι
στην κούφια ποδιά της γριάς.
Ως τελευταία πράξη εκείνη χαϊδεύει
αυτά τα τεχνουργήματα σα να ‘ταν παιδικό κεφάλι
και μουρμουρίζει «πολύτιμα, πολύτιμα».
Κι εσύ χαίρεσαι που της τα 'δωσες
γιατί κι αυτή, ένα ταξίδι κάνει.