Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

PETER HANDKE




[...]

Όταν δοκιμάζω να εξηγήσω στον εαυτό μου πώς έγιναν τα πράγματα, όλες αυτές οι εμπειρίες διαλύονται, γίνονται φαντάσματα κι αδύναμες ενδείξεις. Και μετά μου φαίνεται πως την έχω αδικήσει την Τζούντιθ: παίζοντας αυτό το πανάρχαιο παιχνίδι, όπου όλα είναι κανονισμένα εκ των προτέρων, η κάθε εμπειρία έχει σημασιοδοτηθεί απ' την αρχή, χάνοντας έτσι την αλήθεια και την πραγματικότητά της. Τα συναισθήματα του μίσους μας αντίθετα ήταν τόσο πραγματικά, που όσο κι αν στην αρχή προσπαθούσαμε, όλες αυτές οι εξηγήσεις μας φαίνονταν γελοίες, νιώθαμε οτι μας ταπείνωναν, μας εξευτέλιζαν και ειρωνεύονταν τη δυστυχία μας. Κάποτε έκανα το λάθος και είπα στην Τζούντιθ ότι αυτή η μανία της να μαζεύει με πάθος κάθε μικρή πληροφορία, να διαβάζει με δέος καθετί τυπωμένο και να το δέχεται σαν αξίωμα, βάσει του οποίου μπορεί να ρυθμίζει τη ζωή της - π.χ. η τρέλα που είχε με τη μόλυνση της ατμόσφαιρας ή με την υγιεινή διατροφή - , θα μπορούσε ίσως να ερμηνευτεί από το γεγονός ότι σαν παιδί δεν δέχτηκε ποτέ κανενός είδους πληροφόρηση, με αποτέλεσμα να θεοποιεί το παραμικρό, τώρα που είχε μεγαλώσει. Δεν πρόλαβα να τελειώσω και δάγκωσα τη γλώσσα μου. Η Τζούντιθ μου απάντησε ότι η δική μου μανία να ερμηνεύω και να αιτιολογώ τα πάντα άγγιζε επίσης τα όρια της ειδωλολατρίας, κι ότι μ' αυτή μου τη συνήθεια σκοπό είχα απλώς να τραβήξω την προσοχή του άλλου σε κάτι διαφορετικό κι όχι σε μένα τον ίδιο. Στην αρχή δεν πρόσεχα και πολύ τις αλλαγές της Τζούντιθ, αλλά κι όταν ακόμα τις έπαιρνα είδηση, δεν τις έπαιρνα στα σοβαρά, για το λόγο αυτό μου ήταν εύκολο να ξεφουρνίζω τις εξηγήσεις μου. Ήμουν μάλιστα υπερήφανος για τον εαυτό μου που την καταλάβαινα τόσο καλά. Η Τζούντιθ καταλάβαινε επίσης αυτά που της έλεγα, απορούσα όμως επειδή καθόλου δεν τα λογάριαζε. Στη συνέχεια παρατήρησα πώς άρχισε να μισεί τις εξηγήσεις μου, όχι επειδή της φαίνονταν λαθεμένες, αλλά επειδή ήταν εξηγήσεις. Και μαζί μ' αυτές άρχισε να μισεί κι εμένα, που καθόμουνα κι όταν άρχιζα να εξηγώδεν έλεγα να τελειώσω. "Είσαι βλάκας!", μου έλεγε η Τζούντιθ και ξάφνου ένιωθα πράγματι σαν ανόητος. Αυτό το συναίσθημα της βλακείας με κυρίευε, μου άρεσε μάλιστα, ήμουν μια χαρά. Έτσι γίναμε οριστικά εχθροί, δεν εξηγούσα πια τίποτα, έβριζα μόνο, κι ήταν αυτονόητο ότι σύντομα δεν θα μπορούσαμε ν' αντέξουμε άλλο αυτήν την κατάσταση και θα φτάναμε στο σημείο να θέλουμε να πληγώσουμε και σωματικά ο ένας τον άλλον. Στο μεταξύ, παρ' όλο το σφίξιμο στο λαρύγγι μου, χαιρόμουν στη σκέψη ότι είχα καταφέρει επιτέλους να φερθώ με κακία, όπως και οι άλλοι. Γιατί μέχρι τότε τρόμαζ στην ιδέα και μόνο ότι άνθρωποι που αγαπιούνταν, μπορούσαν ξαφνικά ν' αλλάξουν συμπεριφορά και να γίνουν εχθροί. "Μα πώς είναι δυνατόν!", έλεγα πάντα. Τώρα λοιπόν μου είχε συμβεί κι εμένα το ίδιο, δεν μπορούσα να το αποφύγω, είχαμε και οι δυο μας μεταμορφωθεί σε τέρατα.
Δεν χωρίζαμε ωστόσο, γιατί κανένας απ' τους δύο δεν ήθελε να παραδεχτεί την ήττα του.

[.....]

ήταν ένα απόσπασμα από το βιβλίο "Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό" του Peter Handke, σελ. 132-134

Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις: Άγρα