Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΚΟΡΔΕΛΑ



Σηκώνει προσεκτικά τη μακριά της φούστα και πατώντας στις μύτες των ποδιών διασχίζει το λασπωμένο δρόμο. Δεν περνάει ψυχή εκείνη την ώρα, περασμένα μεσάνυχτα κι έτσι το πέρασμα της πηχτής λάσπης γίνεται πιο εύκολο κι ανώδυνο.

Είναι τώρα μπροστά στην ξεθωριασμένη πόρτα, ξύλινη και ρημαγμένη απ' το χρόνο μα κρατιέται ακόμα στη θέση της. Με δισταγμό χτυπάει ελαφρά. Καμία απάντηση. Τη στιγμή που γυρνάει την πλάτη της να φύγει μια σκιώδης φιγούρα ή μάλλον ένα απρόσωπο χέρι εμφανίζεται και την τραβάει σχεδόν μέσα. Χωρίς λέξη.

Ο ήλιος είναι ψηλά στον ουρανό όταν η κοπέλα βγαίνει από τη μυστηριώδη πόρτα φορώντας τώρα ένα παντελόνι και μια άσπρη πουκαμίσα. Τα πόδια γυμνά μα δίχως ίχνος λάσπης πάνω τους. Στο δεξί αστράγαλο ένα πορτοκαλί κορδελάκι τραβάει την προσοχή.

Το βλέμμα της στρέφεται στο δρόμο. Με μια αγωνία ή και φόβο. Δεν θέλει πάλι να περάσει τη "δοκιμασία" της λάσπης τα δάχτυλα των ποδιών της διαμαρτύρονται κι αυτό θαρρείς αποτυπώνεται καθαρά στα μάτια της. Το φόβο διαδέχεται η ανακούφιση σαν βλέπει πως η λάσπη έχει πια ξεραθεί κάτω απ' τον καυτό ήλιο. Διασχίζει ξανά το δρόμο και σχεδόν τρέχει να προλάβει το τραμ που περνάει από μπροστά της χωρίς ιδιαίτερη διάθεση να σταματήσει.

Ο χρόνος εδώ, σταματά. Οι ίδιες παρουσίες, οι ίδιες κινήσεις. Ακριβώς την ίδια ώρα με τον ίδιο τρόπο, ακόμη και η ρευστότητα της λάσπης παραμένει η ίδια. Μια αέναη επανάληψη με μόνη αλλαγή το χρώμα των ρούχων. Κάθε μέρα τα ίδια ρούχα σε διαφορετικό χρώμα. Το κορδελάκι εξακολουθεί να είναι χαλαρά δεμένο στο δεξί αστράγαλο και το χρώμα του είναι κάθε μέρα πορτοκαλί, όμοιο μ' αυτό του ήλιου που ανατέλλει.

Η παρατήρηση κρατάει μια εβδομάδα. Όλα τα στοιχεία μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια καταγράφονται σε ένα μικρό σημειωματάριο με δερμάτινο καφέ κάλυμα.
Κι όταν φθάνει η Δευτέρα σηκώνεται από τη θέση του. Από τη θέση που παρέμεινε η ίδια για όλες τις προηγούμενες εφτά ημέρες και πλησιάζει την ξύλινη ξεθωριασμένη πόρτα. Ακριβώς πέντε λεπτά πριν τον αναμενόμενο ερχομό της. Χτυπάει απαλά, ακριβώς όπως θα χτύπαγε εκείνη. Και η πόρτα ανοίγει. Το ίδιο χέρι εμφανίζεται και τον τραβάει μέσα νομίζοντας πως πρόκειται για κείνη. Αυτή τη φορά η πόρτα δεν κλείνει πίσω του. Το αντίθετο.

Μέσα στη σκοτεινή νύχτα ένα μικρό πορτοκαλί φωτάκι φεγγίζει. Ένα μικρό πορτοκαλί φως, από μια γερασμένη ξύλινη πόρτα. Στο εσωτερικό μια αποστεωμένη φιγούρα απροσδιόριστου φύλου, μοιάζει με μοναχό μέσα στον πορτοκαλί χιτώνα που σέρνεται στο χωμάτινο δάπεδο.

Νάτη φθάνει. Απορεί που νιώθει την πόρτα ορθάνοιχτη. Κάνει να οπισθοχωρήσει μα το ίδιο χέρι την τραβάει μέσα στο σπίτι. Είναι οι τρεις, σ' ένα άδειο σπίτι με χωμάτινο δάπεδο.

Kοιτάζονται,
χωρίς να βλέπουν ο ένας τον άλλο.
Η κοπέλα ξυπόλυτη με ένα πορτοκαλί κορδελάκι χαλαρά δεμένο στο δεξί της αστράγαλο.
Εκείνος μια λευκή παρουσία διάτρητη.
Το χέρι, απόκοσμο μέσα στον πορτοκαλί χιτώνα του.

Κοιτάζονται.
Δεν βλέπουν ο ένας τον άλλο.

Οσφραίνονται ο ένας τον άλλο.
Είναι τυφλοί. Μα βλέπουν καλύτερα, ο ένας τον άλλο.

©Silena
6/8/2012