Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

ΧΩΡΙΣ ΟΥΡΑΝΟ




Σ' ένα τόπο χωρίς ουρανό την οδηγούν τα βήματά της. Δεν τρομάζει. Μόνο μια μικρή κραυγή ξαφνιάσματος. Αυτή είναι η μόνη αντίδρασή της.

Κάθεται τώρα ήρεμη στη σειρά να περιμένει το λεωφορείο ή όπως αλλιώς θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει εκείνη την ιπτάμενη λευκή "κάψουλα" που τώρα φτάνει μπροστά της. Μπαίνει μέσα λιγάκι απρόθυμα και κρατιέται από την φανταχτερή αλουμινένια λαβή. Η "κάψουλα" είναι σχεδόν άδεια. Μόνο αυτή και δυο παράξενα πλάσματα, κάτοικοι αυτού του τόπου. Σε λίγα λεπτά φθάνουν στο τέλος της διαδρομής. Κάνει να πλησιάσει έναν από τους δύο συνεπιβάτες της αλλά εκείνοι μόλις νιώθουν την παρουσία της, εξαφανίζονται. Δεν γνωρίζει πώς έγινε αυτό αλλά εξαφανίστηκαν.

Κατεβαίνει και κατευθύνεται προς ένα τούνελ απ' όπου έρχεται το φως. Α, ξέχασε να αναφέρει το φως. Είναι το πρώτο σημαντικό στοιχείο που της έκανε εντύπωση μόλις έφτασε σε κείνο τον άγνωστο τόπο. Είναι ένα σκληρό μεταλλικό φως, από σελήνη και νύχτα μαζί. Και κάθε πρόσωπο ξένο ή γνωστό φαντάζει τρομακτικό κάτω από εκείνη την ψυχρή φωτοδίνη. Το φως σχεδόν ρέει, ένα ποτάμι από μικρά ασημένια κομματάκια στο μέγεθος που έχουν τα ψίχουλα του ψωμιού. Θυμάται καθαρά πως κράτησε ένα κομματάκι στα χέρια της και πήγε να το δοκιμάσει μα ο δισταγμός αποδείχθηκε πιο δυνατός από την επιθυμία και την περιέργεια. Όσο πλησιάζει στο τούνελ μαζί με το φως δυναμώνουν και οι φωνές. Οι φωνές, είναι το δεύτερο σημαντικό που πρέπει εδώ να αναφέρω.

Βρίσκεται σχεδόν στην είσοδο όταν την κατακλύζει μια απροσδιόριστη θλίψη. Αρχίζει να κλαίει με αναφιλητά, στην αρχή σιγά μα όσο τα δάκρυα πληθαίνουν τόσο η ένταση δυναμώνει.

Είναι μόνη, μπροστά στην είσοδο ενός φωτεινού τούνελ που γεννάει φωνές, κλαίει με αναφιλητά και ψάχνει για ουρανό. Ξεχνάει. Ξεχνάει πως βρέθηκε χωρίς να γνωρίζει πώς, σ’ ένα τόπο όπου  ουρανός δεν υπάρχει. Ξεχνάει. Μα δε τη νοιάζει αν βρει ποτέ το δρόμο ή τον τρόπο της επιστροφής. Κοιτάζει τον εαυτό της να περιφέρεται άσκοπα να μπαίνει ή να βγαίνει από το τούνελ, να φωτίζεται από το φως, να ψάχνει για κάτι που βρίσκεται πάνω της, ψηλά πολύ πιο πάνω από το κεφάλι της. Και κάποιες φορές την ακούω που γελάει έτσι όπως παρατηρεί σαν θεατής τον ίδιο της τον εαυτό. Τις δύσκολες στιγμές παρασύρεται και πάει να τον βοηθήσει. Την ακούω που φωνάζει: «στρίψε δεξιά τώρα, πρόσεχε, έχει σκάλες μπροστά…» και άλλα τέτοια. Μα ποτέ μέχρι τώρα δεν έχει πάρει κάποια απάντηση ή έστω ένα νεύμα πως ο …εαυτός της την άκουσε. Ξεχνάει. Να σήμερα ένας παράξενος κάτοικος τη ρώτησε πώς τη λένε. Δεν μπόρεσε να του απαντήσει. Ξεχνάει κι εγώ ξέχασα ν’ αναφέρω πως οι κάτοικοι έχουν συνηθίσει την παρουσία της, δεν τρομάζουν, ούτε απομακρύνονται, ούτε εξαφανίζονται πια. Απλώς μοιάζει για κείνους, αόρατη. Κάποιες φορές μάλιστα, πέφτουν πάνω της μουρμουρίζοντας κάτι που μοιάζει με συγγνώμη.

Είναι ανάμεσα σε πολλούς, σχεδόν σε όλους τους κατοίκους του άγνωστου τόπου. Έχουν συγκεντρωθεί στην είσοδο του τούνελ. Σήμερα είναι η μεγάλη μέρα που ο αρχηγός θα γκρεμίσει την πηγή. Εκείνη δεν δείχνει ιδιαίτερη ταραχή, απλώς κοιτάζει προς το φως. Στον τόπο αυτό η μόνη πηγή φωτός είναι εκείνο το άνοιγμα. Η είσοδος του τούνελ. Όλη η υπόλοιπη πόλη είναι βυθισμένη στο σκοτάδι και σε ορισμένες αποχρώσεις του γκρι. Λίγο φως προσθέτουν οι κάτασπρες στολές των κατοίκων της. Όλοι φορούν άσπρα ρούχα. Εκτός από κείνη που φοράει κόκκινα. Της έδωσαν και όνομα. Είναι η κόκκινη ξένη. Έτσι τη φωνάζουν.

Ο αρχηγός είναι εδώ. Κρατάει στα χέρια του το μοχλό ενός πελώριου μηχανήματος. Και η στιγμή έφτασε. Ένας εκκωφαντικός θόρυβος και ….άπλετο φως. Όλοι κλείνουν τα μάτια. Δεν μπορούν  ν’ αντέξουν τόσο φως. Εκπλήσσονται, ενοχλούνται, φωνάζουν. Θέλουμε το σκοτάδι μας, θέλουμε το σκοτάδι μας. Εκείνη βλέπει. Θυμάται. Τον ήλιο. Σιγά σιγά θυμάται. Το όνομά της αρχίζει από S ή L δεν είναι ακόμη σίγουρη μα ελπίζει. Βλέπει το δρόμο. Τα βήματά της μακραίνουν από τους άσπρους ξένους, οι ήχοι σωπαίνουν, το φως γίνεται φυσικό. Βρίσκεται ξανά στο δωμάτιό της. Φοράει κόκκινα ρούχα και τα μάτια της είναι γεμάτα δάκρυα. Η πόρτα ανοίγει, είναι ο εαυτός της όπως τον έβλεπε σαν θεατής στον τόπο χωρίς ουρανό. Την αγκαλιάζει και της χαϊδεύει τα μάτια.

Ησυχάζει… θυμάται.


Το όνομά της αρχίζει από ....S.
Όπως Silence.

©Silena
24/8/2012