Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ




 

Απόρησε πραγματικά που η αλλαγή του καιρού τον είχε κάνει τόσο ευερέθιστο. Από το πρωί που ξυπνούσε μουρμούριζε ακατάπαυστα. Πότε για τη βροχή, πότε για το κρύο, πότε για τους πόνους στα κόκκαλα. Κι αυτό το συνεχές μουρμουρητό καθώς οι μέρες περνούσαν έμοιαζε με κάτι μόνιμο, του σπιτιού. Με τον ήχο από τις κατσαρόλες ή το σφύριγμα της τσαγιέρας, με έναν ήχο που ανήκει στο σπίτι και κάποια στιγμή τον συνηθίζεις τόσο ώστε παύεις να τον ακούς. Μονάχα μια μέρα που εκείνη ένιωθε βαθιά πληγωμένη και αδύναμη, μόνο τότε ύψωσε τη φωνή της και φώναξε: «πάψε πια!» κι αυτό ήταν όλο. Δεν ξαναείπε τίποτε.

 
Τα βράδια καθόταν κοντά στη λάμπα και διάβαζε μέχρι αργά. Κι όταν ένιωθε να την κατακλύζει η ιστορία, όταν ένιωθε να γίνεται κι αυτή πρόσωπο του μύθου, μόνο τότε έκλεινε το βιβλίο αποκαμωμένη μα χαμογελαστή. Γεμάτη εικόνες, συναισθήματα, ικανοποίηση.

 
Ένα βράδυ πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι τρομαγμένη. Είχε δει στον ύπνο της ότι έχασε το δρόμο και μάταια πάσχιζε μες στο σκοτάδι να τον βρει. Ώσπου μια κυρία με μαύρα ρούχα της πρότεινε να την ακολουθήσει. Ακολουθώντας τη όμως χάνονταν ακόμα πιο πολύ, σε σκοτεινά στενά με μεταλλικές ράγες κι έπειτα από λίγο βούλιαζε στην πηχτή λάσπη που κάλυπτε τα πάντα. Και βούλιαζε και βούλιαζε… Μέχρι που η λάσπη την κάλυπτε ολόκληρη σχεδόν και δεν μπορούσε ν'αναπνεύσει και φώναζε ή προσπαθούσε να φωνάξει για βοήθεια.

 
Ξύπνησε ιδρωμένη και χλωμή. Μα δεν είχε σε ποιον να πει τ’ όνειρο. Κι έτσι σηκώθηκε και ξυπόλυτη όπως ήταν κατέβηκε στην κουζίνα. Έβαλε ένα ποτήρι κρύο νερό και το ήπιε μονορούφι. Η δροσιά του κάπως την ηρέμησε. Τα ύπουλα, αόρατα σχεδόν ψήγματα του φόβου όμως, ακόμη φώλιαζαν μέσα της. Έκανε να σηκωθεί και μια σταγόνα νερού έπεσε στο δεξί της πόδι. Αναπήδησε ξαφνιασμένη και το ποτήρι γλίστρησε από τα χέρια της. Μάζεψε τα γυαλιά που σκορπίστηκαν σε όλη την κουζίνα και κατευθύνθηκε προς το σαλόνι. Δεν ήθελε ν’ ανέβει στο δωμάτιό της. Άναψε τη λάμπα, πήρε ξανά το βιβλίο και κουλουριάστηκε στην αγαπημένη της πολυθρόνα. Δεν διάβαζε. Κοίταζε μόνο τα δάχτυλα των ποδιών. Τα ξεχώριζε ένα-ένα, γλιστρούσε τα άλλα δάχτυλα, των χεριών, ανάμεσα και συνέχιζε την παράξενη διαδρομή ώσπου να φτάσει στα μικρά δαχτυλάκια. Ύστερα επέστρεφε. Και πάλι απ' την αρχή.

 
«Σαν βιβλίο μισοτελειωμένο που γνωρίζεις το τέλος, έτσι μοιάζει» ψιθύρισε. Και συνέχισε το μοναχικό της διάλογο «τι σημασία έχει κι αν μείνει μισοτελειωμένο».


Τα δάχτυλα των ποδιών, από την άλλη, φαινόντουσαν ν’ απολαμβάνουν αυτή την μεταχείριση κι ίσως με τον τρόπο τους να επιζητούσαν κι άλλο. Κι όπως μπλέκονταν τα δάχτυλα, των χεριών ανακάλυπταν και των ποδιών επιθυμούσαν. Έτσι την πήρε γλυκά ο ύπνος. Εκεί στην αγαπημένη της πολυθρόνα, δίπλα στη λάμπα με το βιβλίο αγκαλιά και τα πόδια γυμνά κι ευχαριστημένα.
 

Δεν είδε ξανά στ’ όνειρό της τη γυναίκα με τα μαύρα ή κι αν την είδε, είχε πια βρει τον δικό της δρόμο της επιστροφής!

 
©Silena
26/8/2012