Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

ΤΟ ΔΑΣΟΣ




Η ίδια της η φωνή την κάνει να πεταχτεί απ’ το κρεβάτι. Φοράει βιαστικά το αγαπημένο της τζην που φτάνει λίγο πιο πάνω απ’ τον αστράγαλο και το λευκό φανελάκι της. Βάζει τα σανδάλια της, παίρνει την ψάθινη τσάντα και φεύγει βιαστική. Προορισμός το μικρό δασάκι που μοιάζει με κείνο των ονείρων της και είναι τόσο κοντά της! Νιώθει τυχερή.

Σε λίγο φτάνει κι αρχίζει αμέσως να μαζεύει φυλλαράκια όλων των μεγεθών, των χρωμάτων από διάφορα δέντρα. Μαζεύει ξερά χορταράκια και καρπούς που βρίσκει πεταμένους από δω κι από κει. Η ψάθινη τσάντα κοντεύει να γεμίσει και κείνη ευχαριστημένη παίρνει το δρόμο της επιστροφής.


Έχει απλώσει τώρα στο τραπέζι όλους τους «θησαυρούς» που μάζεψε και μαζί κομμάτια χρωματιστά από υφάσματα. Τα κόβει σε διάφορα σχήματα, προσεκτικά, κολλάει κάποια μικρότερα πάνω σε άλλα και συνεχίζει…


Ο ήλιος δύει όταν αρχίζει να τα τοποθετεί πάνω της. Ξεκινάει από τα δάχτυλα των ποδιών. Δένει μικρές λευκές κλωστίστες κι άλλες μεγαλύτερες κι όταν τελειώνει, οι κλωστές μοιάζουν με ρίζες αληθινές. Ξαπλώνει, παίρνει προσεκτικά σταγόνες μελιού και κολλάει πάνω της τα μικρά κομμάτια ύφασμα. Ανεβαίνει σιγά σιγά και τότε η παράξενη κατασκευή της αρχίζει να παίρνει μορφή. Κοντεύει να νυχτώσει όταν πια τελειώνει. Γέρνει κουρασμένη μα ευχαριστημένη κι αφήνεται στη γλύκα του ύπνου. Βυθίζεται στον κόσμο των ονείρων, πετάει τα συνειδητά, υπερβαίνει τον αληθινό κόσμο, ξεστρατίζει στα υπέροχα μονοπάτια του φανταστικού.

Μια ανατριχίλα τη διαπερνά κι ανοίγει τα μάτια. Έξω σκοτάδι.

Στέκεται μπροστά της άφωνος. Την κοιτάζει. Πηγαίνει να την αγγίξει μα τραβάει το χέρι του μόλις βλέπει πως εκείνη έχει τα μάτια της ανοιχτά.

Δε θέλει να περιπλανηθεί στο δάσος που «γεννήθηκε» πάνω στο κορμί της, δίχως το κάλεσμά της. Κοιτάζει τα πράσινα φυλλαράκια, τα κομμάτια από το καφέ απαλό ύφασμα κολλημένα πάνω της μοιάζουν με κορμούς και κλαδιά δέντρων. Ένας ήλιος κι ένα φεγγάρι. Ο ήλιος στο αριστερό και το φεγγάρι στο δεξί στήθος. Τόσα πολλά πάνω σ’ ένα κορμί!

Δε θέλει να περιπλανηθεί στο δάσος που «γεννήθηκε» πάνω στο κορμί της, δίχως το κάλεσμά της. Κοιτάζει τώρα μια φωλιά από ξερά χορταράκια στερεωμένη στη μια της μασχάλη. Έχει ολοστρόγγυλους καρπούς μέσα της, μοιάζουν με αυγά. Μικρές κόκκινες πασχαλίτσες με ζωηρές μαύρες βούλες περιδιαβαίνουν τα πόδια της βιαστικές. Στα δάχτυλα των χεριών της πεταλούδες χρωματιστές. Στα μαλλιά ασημένια αστέρια.

Δε θέλει να περιπλανηθεί στο δάσος που «γεννήθηκε» πάνω στο κορμί της, δίχως το κάλεσμά της. Εξερευνά με το βλέμμα και κάθε στιγμή ανακαλύπτει χρώματα κι αγάπη.


Δε θέλει να περιπλανηθεί στο δάσος που «γεννήθηκε» πάνω στο κορμί της, δίχως το κάλεσμά της.

Εκείνη απλώνει τα «κλαδιά της», μια αγκαλιά και τον καλεί.
Η γη είναι γυναίκα, του ψιθυρίζει τρυφερά στο αυτί…

©Silena
14/8/2012