Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

ΣΑΝ ΞΥΠΟΛΥΤΗ ΘΕΑ



Θα την είχε σίγουρα νικήσει η κούραση και θα παραδινόταν σε ύπνο βαθύ αν εκείνο που της γαργαλούσε τις πατούσες κι έκανε την καρδιά της να φτερουγίζει δεν ήταν πιο δυνατό.

Η φούστα της μακριά και λευκή κυλιόταν στο χώμα, το δέρμα της είχε πάρει χρώμα καλοκαιριού και τα μαλλιά της ελεύθερα προμηνούσαν την καταιγίδα. Ξυπόλυτη με τα δάχτυλα των ποδιών να σκαρφαλώνουν στον απέναντι τοίχο παρατηρούσε δίχως να μιλά.

Την πλησίασε και της ζήτησε να του χαρίσει τον επόμενο χορό μα εκείνη αρνήθηκε.

Χαμήλωσε το κεφάλι και βάλθηκε να κοιτάζει τα πόδια της που ακόμα πάσχιζαν να συγκρατηθούν στη λεία επιφάνεια. Κι όσο ανέβαιναν τόσο η φούστα της γλιστρούσε προς τα κάτω αποκαλύπτοντας όλο και περισσότερα μυστικά. Μα ούτε μια κίνηση δεν έκανε να σκεπάσει τα πόδια. Απολάμβανε τη βραδινή δροσιά και ζούσε το μηδενικό χρόνο, εκείνον που αφήνει τη σκέψη ν' αποδεσμευτεί απ' οτιδήποτε γήινο και απτό. Και οι στιγμές έσπαγαν σαν να ήταν φτιαγμένες από γυαλί, έσπαγαν σε μικρά ασυνάρτητα κομματάκια και σκόρπιζαν από δω κι από κει σαν φως ή σαν ήχος. Ναι, σαν ήχος, που μόλις ακουγόταν, μα στα δικά της αυτιά έφτανε ολοκάθαρα. 

Άξαφνα, σηκώνεται απότομα αφήνοντας τα ίχνη της στο νοτισμένο από τη βραδινή δροσιά χώμα. Κατευθύνεται στο κέντρο της μικρής πλατείας, ακριβώς στο κέντρο. Κοντεύει μεσάνυχτα και οι περισσότεροι καλεσμένοι έχουν φύγει. Και τότε αρχίζει, στο ρυθμό του ήχου που μόνο στα δικά της αυτιά φτάνει, να χορεύει. Μα αυτός δεν ήταν χορός, ήταν ένα παραλήρημα. Τα πόδια να χτυπάνε με ορμή πάνω στο κόκκινο χώμα, το κορμί της να αναδιπλώνεται, να στριφογυρνάει, να καμώνεται το αποκαμωμένο κι αμέσως μετά να ξαναγεννιέται και να πετάγεται με ορμή στον κόσμο, νεογέννητο χωρίς λυγμούς. Κι έμοιαζε στο παραλήρημά της μέσα σαν μια θεά με χωμάτινα πόδια και φτερά στις πλάτες, σαν μια θεά ξυπόλητη, έτοιμη να πετάξει.

©Silena
25/7/2012