Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΜΕ ΤΙΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ

                                                                                                                                                                      

Άφησε τα πουλιά να την οδηγήσουν κι ήταν τόσο αέρινη με τα μαλλιά λυμένα να τα παίρνει ο άνεμος. Ακόμη και η καταιγίδα που ερχόταν από μακριά δεν μπόρεσε να τη συγκρατήσει. Σαν είδε το χρυσαφένιο χωράφι που θαρρείς άκρη δεν είχε, ένιωσε μια επιθυμία, άγρια και γλυκιά μαζί, μια επιθυμία να κυλιστεί στο χωράφι με τις μαργαρίτες, να γεμίσει τα μαλλιά της μ’ αυτά τα μικρά ντροπαλά λουλουδάκια που της έφερναν κρυστάλλινες μνήμες, διάφανες.

Και κυλίστηκε στο χωράφι σαν παιδί, σήκωνε τα γυμνά της πόδια στον αέρα και με τα δάχτυλα προσεκτικά  έκοβε και μια μαργαρίτα. Την τοποθετούσε με προσοχή ανάμεσα από τα δάχτυλα κι αυτά, αχ αυτά πόσο χαρούμενα και γελαστά της φαίνονταν έτσι όμορφα που τα είχε στολίσει.

Κι η χαρά της ήταν τόση που νόμιζε πως αγγίζει το άπιαστο, νόμιζε πως ζει μέσα σ’ ένα θαύμα. Κι ίσως να ζούσε, μέσα σ’ ένα θαύμα.

Αφού γέμισαν μαργαρίτες τ’ ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα πήρε να στολίζει τα μαλλιά της κι ήταν ίδια η άνοιξη έτσι όπως οι μαργαρίτες στεφάνωναν τ’ ανοιχτόχρωμα μαλλιά. 

Εκεί είναι ακόμα, ξαπλωμένη, με τα πόδια γυμνά κι ολοστόλιστα.

Να κοιτάζει τα σύννεφα που κυνηγιούνται.

Κι όσο κι αν νιώθει μικρή κι αδύναμη η καρδιά της γεμίζει γλύκα και θάμπος τόσο τυχερή που είναι εκεί ανάμεσα στα χρυσά στάχυα και τις μαργαρίτες ν’ ανασαίνει της φύσης το κάλεσμα με τα πόδια γυμνά, ολοστόλιστα.

Οι πρώτες σταγόνες κυλάνε πάνω στο μάγουλό της. Η ευτυχία αντηχεί στο κορμί της με την κάθε σταγόνα βροχής και το κορμί τότε, ανθίζει.


© Silena
19/7/2012