Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

ΜΙΛΑ ΤΗΣ




Νιώθει ανήμπορη, κουρασμένη. Τη βλέπω με το κεφάλι ακουμπισμένο στον τοίχο, το βλέμμα απλανές περιφέρεται στο άδειο σπίτι χωρίς να στέκεται πουθενά. Μόνο για μια στιγμή, ίσως από οίκτο, στάθηκε το βλέμμα πάνω στα πόδια της. Ματωμένα και πληγωμένα απ' τα γυαλιά. Να μπορούσε άραγε να διαστείλει το χρόνο, να ελαφρύνει και μέσα σε διάφανο μπαλόνι κλεισμένη ν' αρχίσει να πετάει!

Χαμογέλασε σαν έκανε τούτη τη σκέψη. Της πέρασε για λίγο ο πόνος, της έφυγε για λίγο ο φόβος του κόκκινου που κυλάει ζεστό και βάφει τη σάρκα, κι όταν στεγνώσει δύσκολο πια να βγει.

Άφησε το κορμί της να γλιστρήσει σιγά σιγά πάνω στον τοίχο και κάθισε στο πάτωμα. Αγκάλιασε τα πόδια της. Για πολύ ώρα έμεινε έτσι κοιτάζοντας τα ματωμένα δάχτυλα. Ούτε που κουνιόταν, συνήθιζε μονάχα, την ιδέα της πληγής.

Δεν γνωρίζει πόση ώρα πέρασε μα κάποια στιγμή έτσι ξαφνικά απέκτησε ξανά την ενέργειά της και με πολύ προσοχή και τρυφεράδα άγγιζε απαλά τα δάχτυλα και έβγαζε με δεξιοτεχνία τα μικρά κομμάτια γυαλιού που είχαν χωθεί στο δέρμα.

Δεμένα τα δάχτυλα με άσπρους επιδέσμους. Τα μάτια δεμένα κι αυτά. Η καρδιά σκοτεινή μέσα στη σιωπή να ξηλώνει τα νήματα αργά, βασανιστικά.

©Silena
24/7/2012