Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΣΤΟ ΦΩΣ




Χάνονταν τα λόγια της με κάθε του ταρακούνημα. Πέφτανε, φύλλα φθινοπωρινά, στο πάτωμα. Σώπαινε, ολοένα και πιο πολύ. Ούτε λέξη, ούτε αναστεναγμός από το στόμα της. Τα χείλη σφιγμένα, τα μάτια ορθάνοιχτα.
Την κρατούσε δυνατά από τα μπράτσα και την πηγαινόφερνε. Μπρος, πίσω με βλέμμα τρελού. Μπρος, πίσω, με λύσσα κι ούρλιαζε πάνω στο πρόσωπό της. Εκείνη με τον τρόμο στα μάτια προσπαθούσε να ξεφύγει μα οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν. Όταν εκείνος από κούραση χαλάρωσε λίγο τα χέρια του, εκείνη σωριάστηκε κάτω σαν κουρελάκι που το τίναξαν δυνατά και τ’ άφησαν να πέσει στη γωνιά.
Εκεί την άφησε, στη γωνιά, τρομαγμένη. Κι έφυγε. Έτσι απλά, έφυγε.
Άρχισε τότε εκείνη να κλαίει. Μ’ ένα κλάμα βουβό, βαθύ που ξεκινάει χρόνια πριν και βγαίνει χείμαρρος ζεστός και κυλάει στο στήθος, στα πόδια, στα δάχτυλα. Χείμαρρος ζεστός κι αφανίζει τα σημάδια ή τα κάνει βαθύτερα. Όπως το τίποτα που γλιστράει ανάμεσα στα δάχτυλα και στερεί στην αγάπη το δάκρυ και στις λέξεις το λυγμό.
Μέσα στο μαύρο της φόρεμα βυθίζει με απόγνωση ή λυτρωμό σκιρτήματα νεανικά, όνειρα θερινά, φιλιά φλογερά και με το χέρι πάνω στο πόδι της ανθρώπους και στιγμές σχεδιάζει. Ανθρώπους που πέρασαν και δεν κοίταξαν, αγάπες που άνθισαν κι έπειτα μαράθηκαν, χειμώνες και καλοκαίρια χαμογελαστά, φθινόπωρα λυπημένα.
Πάνω στο πόδι της χαραγμένη όλη της η ζωή χωρίς λόγια. Με γραμμές ακατάληπτες, με σύμβολα έκπληκτα που ζωντανεύουν χωρίς δισταγμό.
Στη σκιά του πόνου κρατάει γερά το μαύρο φόρεμα. Με κοφτές κινήσεις αρχίζει να το σκίζει με μανία, να ξορκίσει λες τους αποχαιρετισμούς, να φωτίσει το σκοτάδι ανάμεσα στις μακρόστενες λωρίδες του μαύρου και να φτιάξει ξανά… μέλλον.

© Silena
19/7/2012