Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΥΛΙ




Η πόρτα είναι μικρή, ξύλινη και παλιά όπως και η αποθήκη. Το χρώμα της έχει ξεφτίσει και φλούδες μπογιάς ξεσκεπάζουν ένα άλλο παλιότερο χρώμα. Το πόμολο σιδερένιο με ένα λεπτό ορθογώνιο σίδερο που ανεβοκατεβαίνει για ν’ ανοίξει ή να κλείσει η πόρτα. Ακριβώς δίπλα στη μικρή πόρτα ένα παράθυρο με τέσσερα μικρά τετράγωνα τζάμια. Το πάνω αριστερά είναι σπασμένο και τα υπόλοιπα τόσο βρώμικα που δεν διακρίνεις τίποτα μέσα στην παλιά αποθήκη. Πάνω στο πόμολο της πόρτας κάθεται ένα πουλί. Κουνάει το κεφαλάκι του πότε αριστερά και πότε δεξιά σαν να περιμένει κάποιον. Έχει βυσσινιά φτερά και όλη του η κοιλιά είναι κίτρινη με του ηλιοτρόπιου το χρώμα. Μέσα στην πρωινή ησυχία ακούγονται βήματα βιαστικά που αναστατώνουν τα ψηλά ξερόχορτα. Τα βήματα καταλήγουν στην παλιά αποθήκη.
Είναι ένα κορίτσι, ένα τρομαγμένο ξυπόλυτο κορίτσι. Κοιτάζει ανήσυχο γύρω του μήπως την ακολουθεί κανείς. Δεν βλέπει κανέναν και με το βλέμμα στραμμένο στα ξερά χόρτα αγγίζει το πόμολο. Δε βλέπει το πουλί. Κι αυτό δεν πετάει μακριά παρά κάθεται ήσυχα στο μπράτσο της και την κοιτάζει με οικειότητα. Το κορίτσι ξαφνιάζεται αλλά δεν έχει χρόνο να το σκεφτεί, ανοίγει την πόρτα μπαίνει μέσα και την κλείνει με ορμή. Το πουλί είναι ακόμη στο μπράτσο της. Μέσα στην αποθήκη ένα στρώμα διπλωμένο, ένα σπασμένο τραπέζι, παλιά λάστιχα ποδηλάτων, όλα σκορπισμένα στο δάπεδο. Βουτηγμένα στη σκόνη και την εγκατάλειψη. Το κορίτσι είναι αποκαμωμένο. Ξεδιπλώνει το στρώμα και ξαπλώνει. Τα γυμνά της πόδια γεμάτα γρατσουνιές και σχισίματα από το ανελέητο κυνηγητό μέσα στα αγριόχορτα. Κι ο χρόνος κυλάει…
Ένα γαργαλιστικό άγγιγμα στο μικρό δάχτυλο του δεξιού ποδιού την αναγκάζει ν’ ανοίξει τα μάτια της. Κοιτάζει απορημένη και βλέπει το πουλί να κάθεται στην καμπύλη του ποδιού σαν να κάθεται στη φωλιά του! Σηκώνεται απαλά, παραμερίζει το μακρύ κόκκινο φόρεμα και παίρνει το πουλί στα χέρια της. Αρχίζει να του χαϊδεύει τρυφερά το κεφαλάκι και να του μιλά. Εκείνο κάθεται ήσυχο απολαμβάνοντας το χάδι. Και τότε, το πουλί αρχίζει να κελαηδάει, να κελαηδάει μόνο για κείνη. Κι ύστερα από τούτο το κελάδημα του δίνει υπόσχεση πως αυτή θα ‘ναι πια η φωλίτσα του και πως από δω και πέρα τα δάχτυλά της και πιο πολύ απ’ όλα το μεγάλο που είναι και το δυνατότερο θα το προσέχει και θα το φροντίζει. Κι άλλα όμορφα και γλυκά λόγια του ψιθυρίζει μα η καρδούλα της τρέμει και σκιρτάει καθώς σκέφτεται το τρέξιμό της το τρομαγμένο και θέλει να του πει πως πρέπει να φύγουν, να κρυφτούν μακριά από των ανθρώπων τ’ αγριεμένα μάτια. Το πουλί συμφωνεί και με το κελάηδημά του της λέει πως ξέρει εκείνο κρυψώνα σίγουρη και καλή ώσπου να περάσει ο κίνδυνος.

Το κορίτσι και το πουλί δεν χώρισαν ποτέ ξανά, και ζούνε εκεί μέσα στο δάσος, ανάμεσα στα πυκνά φυλώματα. Εκείνο της κελαηδάει κάθε μέρα και έχει τη φωλίτσα του στην καμπύλη που κάνει το γυμνό της πόδι, στην λευκή απαλή της καμπύλη, όπως του υποσχέθηκε.

© Silena
18/7/2012