Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

ΑΘΑΝΑΣΙΑ



Πάνω σε τούτη τη χωμάτινη φλούδα βαδίζει ξυπόλητη.

Πληγώνεται η τρυφερή της σάρκα, ματώνει.

Σταματάει κάποτε και παρατηρεί.

Πότε τη γη, πότε τα πληγωμένα της πόδια.

Κατάξερη η γη, αυλακωμένη, διψασμένη, απελπισμένη. Τ’ αυλάκια της μοιάζουν σωστές χαράδρες για τα δάχτυλα των ποδιών της. Τα πόδια τρομάζουν, μαζεύονται κοντά το ένα στο άλλο. Σφιχταγκαλιάζονται από το φόβο τους μη γλιστρήσουν και χαθούν στα βάθη της γης.

Η ανάγκη γίνεται σοφία κι η σοφία γίνεται πίστη.

Σε τούτη την ξερή γη ανακαλύπτει για πρώτη φορά πώς είναι ν’ αγαπάς κάθε μόριο του κορμιού σου, της ύλης σου, αυτής που σου έλαχε σαν είδες για πρώτη φορά το φως του ήλιου κι έκλαψες δυνατά.


Πώς είναι να χορταίνεις σαν βλέπεις τα δάχτυλά σου αγκαλιασμένα να σμίγουν, να στηρίζονται, να μοιράζονται, να φοβούνται κι έπειτα να ξεπλένουν το φόβο τους με το  αίμα τους και να εξορίζουν για πάντα το φόβο.

Δε βαδίζει πάνω σ’ ένα κομμάτι κατάξερης γης.

Στη φλούδα της αθανασίας βαδίζει.


Εκεί όπου ο θάνατος κι η ζωή πηγαίνουν όπως τους αρμόζει, αγκαλιά, σαν εραστές που έζησαν την υπέρτατη ηδονή και δοξάζουν αυτό που τους δόθηκε. Το εφήμερο που ‘χει το πέρασμά μας από τούτο τον κόσμο, τον μικρό και τον μεγάλο.

Και μαθαίνει κοιτάζοντας τα πληγωμένα της πόδια, και μαθαίνει πώς το άγγιγμα μετουσιώνεται σε ανάσα, σε μελωδία, σε αναστεναγμό που φτάνει στ’ αυτιά εκείνου που ακούει.

Αγγίζει τα δάχτυλα με τα δάχτυλα λατρεύοντας ό,τι παραμελούσε, ό,τι προσπερνούσε, ό,τι ξεχνούσε.

Αγγίζει.

Κι ο αγέρας ευωδιάζει βροχή.

© Silena
14/7/2012