Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΚΟΙΤΑΓΜΑ




Κάθεται στην καρέκλα σιωπηλή. Κοιτάζει τα χέρια της που κρατούν το φλυτζάνι και παίζουν με τις καμπύλες του. Δε σκέφτεται τίποτα ή έτσι μοιάζει, χαμένη στις καμπύλες της πορσελάνης. Στο τραπέζι υπάρχουν ψίχουλα από το μεσημεριανό, δε τα διώχνει, τα κοιτάζει κι αυτά.

Το κοίταγμα. Το κοίταγμα δίνει ζωή. Αυτό σκέφτεται και σηκώνεται.

Η επαφή με το δάπεδο δροσίζει λιγάκι τα πόδια της. Η ζέστη είναι ανυπόφορη μα εκείνη την αντιμετωπίζει με ηρεμία.
Περπατάει και μετράει. Βήματα, απουσίες, σιωπές.

Περπατάει με γυμνά τα πόδια και μετράει. Αποτυπώματα. Φτάνει μπροστά στον καθρέφτη. Κοιτάζεται. Ξαπλώνει στο δάπεδο και ακουμπάει τις πατούσες πάνω στον καθρέφτη. Κι έπειτα παρατηρεί τα σημάδια. Το πρόσωπό της ανάμεσα στα ίχνη των πελμάτων.

Το κοίταγμα. Το κοίταγμα δίνει ζωή. Αυτό σκέφτεται και κάθεται ξανά κάτω.

Ένα ελαφρύ αεράκι φτάνει στο λαιμό της κι εξατμίζει τις μικρές σταγόνες που στριμώχτηκαν εκεί για να ...κοιταχτούν κι αυτές, μαζί με τ' αποτυπώματα, τους ήχους και τις σκέψεις.

Το βλέμμα φεύγει και προσγειώνεται στη διάφανη κουρτίνα που λικνίζεται σε κάθε ριπή ανέμου.
Γαληνεύει. Κοιτάζει τα πόδια της ξανά κι αρχίζει να τα φροντίζει τρυφερά.
Εκείνα αναστενάζουν από ευδαιμονία ίσως και λίγη ταραχή, γλυκιά.
Βλέπει ό,τι δεν βλέπουν οι άλλοι, νιώθει αυτή την απρόσιτη θαλπωρή του πιο τρυφερού, του πιο κρυφού μα τόσο φανερού αλλιώτικου χάρτη.

Τα κοιτάζει επίμονα τώρα.

Το κοίταγμα, το κοίταγμα δίνει ζωή. Αυτό σκέφτεται και χαμογελά.

©Silena
27/7/2012