Σάββατο, 14 Ιουλίου 2012

ΜΙΚΡΕΣ ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ





Ήρθε η ανυπόφορη ζέστη του μεσημεριού, το ρούχο να κολλάει στο δέρμα και οι σταγονίτσες του ιδρώτα να ξεκινούν νωχελικά από τη βάση του λαιμού και να κατεβαίνουν σαδιστικά αργά προς τα κάτω μέχρι που αγγίζουν τη μέση και το κορμί αντιδράει νευρικά, πεισματώνει θέλει ν' απαλλαγεί από αυτό το μαρτύριο μιας άλλης σταγόνας.
Βγάζει το καπέλο και το κουνάει μπροστά στο πρόσωπό της. Οι πυρωμένες αχτίνες του ήλιου λιώνουν κάθε αισιόδοξη σκέψη. Μαζεύει όσες δυνάμεις της έχουν απομείνει και τρέχει, όπως μπορεί, τρέχει. Μπαίνει ορμητικά στο σπίτι κι αρχίζει να βγάζει τα ιδρωμένα ρούχα, τα παπούτσια της είναι ήδη πεταμένα στη αυλή. Μένει για λίγο ακίνητη. Ανασαίνει και σωπαίνει, ακούει και σωπαίνει. Στα χέρια της ένα ποτήρι. Το κρύο υγρό πιτσιλάει προκλητικά τα πόδια της όπως το ταρακουνάει. Το φέρνει στα χείλη και πίνει λαίμαργα. Μια διάφανη ευτυχία κυλάει μέσα της. Μοιάζει με την απλότητα, με την καθαρότητα του έρωτα. Κρυστάλλινη χωρίς περίπλοκες εκφάνσεις και δαιδαλώδεις διαδρομές. Μόνο η έκσταση απροκάλυπτη να θριαμβεύει, να γκρεμίζει τα τείχη που υψώνονται ανάμεσα στο νου, την ψυχή και το κορμί. Την αναστατώνει γλυκά τούτη η σκέψη. Ξαπλώνει στο πάτωμα με τα πέλματα των ποδιών κολλημένα στον τοίχο. Το βλέμμα πλανιέται αφηρημένο από τη μια γωνιά στην άλλη και καταλήγει τα δάχτυλα των ποδιών που χαίρονται για τούτη την προσοχή και κάνουν ό,τι μπορούν για να μαγνητίσουν τη ματιά, το αντικείμενο του πόθου τους. Μικρά βηματάκια συνθέτουν το παραμύθι των δαχτύλων που τώρα σκαρφαλώνουν στον τοίχο. Ανεβαίνουν ψηλά, αιωρούνται αβέβαια κάποιες στιγμές μα συνεχίζουν ν' ανεβαίνουν. Υπερνικούν το φόβο και τις αναστολές. Τη στιγμή που κοντεύουν να σταματήσουν αφαιρούνται, κοιτάζουν τις μακριές γάμπες και αποσυγκεντρώνονται. Κλυδωνίζονται, κοντεύουν να πέσουν, μιαν ανάσα θέλουν για να γκρεμιστούν όταν κάτι αόριστο τα συγκρατεί με χάρη και ηρεμία. Είναι το βλέμμα του που έχει συνεπαρθεί από την ανάβαση αυτή και συγκεντρώνεται για να τα σώσει. Τα σώζει για να συνεχίσουν να τον συνεπαίρνουν. Ακούει την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Τα δάχτυλα των ποδιών συνωμοτούν ρυθμικά και λικνίζονται στους παλμούς. Ένα φούντωμα που ξεκινάει από τα μικρά δάχτυλα των ποδιών απλώνεται σε κάθε πόρο του δέρματος αφήνοντας ένα ελαφρό ερυθρίασμα σε κάθε σημείο που περνάει. Μια οδύνη ανεκπλήρωτου ακόμη πόθου που ξεπερνάει την ντροπή που κατακρημνίζει κάθε συστολή. Έχει φθάσει στο μικρό λακάκι του αφαλού. Κάνει μικρούς κύκλους γύρω του, τον παιδεύει λιγάκι κι έπειτα ανθίζει. Ένα κατακόκκινο ζωηρό άνθος στο κέντρο της γης.

Κάπως έτσι θ' αλλάζουν  οι εποχές, σκέφτεται και χαμογελά.

© Silena
14/7/2012