Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

WITOLD GOMBROWICZ - Κόσμος




[...] Τα βουνά, που για ώρα πολλή ολοένα πλησίαζαν, χίμηξαν ξάφνου από όλες τις μεριές, μπήκαμε μέσα σε μια κοιλάδα, τουλάχιστον εδώ μια ευλογημένη σκιά απλώνονταν πάνω απ’ τις πλαγιές, η βλάστηση λαμποκοπούσε από ψηλά ηλιοστόλιστη – και μια σιωπή, ένας Θεός ξέρει από πού, από παντού, και μια δροσιά που έρρε σαν ποταμάκι κελαρυστό, ω, μα ήταν μούρλια! Μια στροφή, κατσάβραχα και βουνοκορφές ορθώνο...νται, αιφνίδια βάραθρα, εξουθενωτικοί λιθώνες, θόλοι πράσινοι, απαλοί, κορυφές ή ακρώρειες, οδοντωτές κορυφογραμμές και επιφάνειες κάθετες απόκρημνα κατηφορικές, πάνω τους κρεμασμένοι θάμνοι, και παραπέρα ογκόλιθοι στα ύψη, λειμώνες χωμένοι σε μια σιωπή αδιαπέραστη, καθολική, σαρωτική, αμετακίνητη, επεκτατική, και τόσο συντριπτική, ώστε μπροστά της τα κροταλίσματα του κάρου μας και το ασήμαντο κατρακύλισμά του φάνταζε ως κάτι ξέχωρο, ως κάτι αλλού. Το πανόραμα αυτό συνεχίστηκε για λίγο αδιάπτωτο, έπειτα κάτι καινούριο ανέκυψε και επιβλήθηκε, ήτανε τόσο γυμνό, περιπλεγμένο ή αστραφτερό, πού και πού ηρωικό, υπήρχαν βάραθρα, σκληρύνσεις, σχισμές, χάσκοντα βράχια σε πολλών ειδών παραλλαγές, και φερ' ειπείν παραπέρα, ποιμενικές σκηνές σε ανυψούμενους, κατερχόμενους ρυθμούς, συντεθειμένες από θάμνους, δέντρα, τραύματα, κακώσεις, καθιζήσεις, πλανώνταν και εισέρχονταν, τη μια γλυκά, δαντελωτά την άλλη. Πολλά και διάφορα πράγματα – πολλά και διάφορα υλικά – αλλόκοτες αποστάσεις, ιλιγγιώδη στριφογυρίσματα, ένας χώρος ερμητικά εγκάθειρκτος, που εφορμούσε ή υποχωρούσε, που περιτυλιγόταν ή συστρεφόταν, που ανυψωνόταν ή καταβυθιζόταν. Κίνηση, τεράστια, αμετακίνητη.
«Πω πω, Λούλα, τι πράμα είν’ αυτό, ε!»
«Λούλο, φοβάμαι... Φοβάμαι να κοιμηθώ μόνη μου» [...]

[Μικρό απόσπασμα από το αριστούργημα του Witold Gombrowicz "Κόσμος", που θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο από τη "Νεφέλη" σε μετάφραση Βασίλη Αμανατίδη]