Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Charles Baudelaire - Η ματιά των φτωχών

Charles Beaudelaire


Α! θέλεις να μάθεις γιατί σε μισώ σήμερα. Θα σου είναι λιγότερο εύκολο να το καταλάβεις απ' όσο εμένα να στο εξηγήσω, γιατί είσαι νομίζω το πιο ωραίο παράδειγμα θηλυκής παχυδερμίας που μπορεί κανείς να συναντήσει.
Είχαμε περάσει μια ολόκληρη μέρα μαζί που μου είχε φανεί σα λεπτό. Είχαμε υποσχεθεί ο ένας στον άλλο πως όλες οι σκέψεις μας θα 'τανε κοινές και πως οι δυο ψυχές μας από δω και πέρα δε θα 'τανε παρά μία - ένα όνειρο που δεν έχει τίποτα το πρωτότυπο στο τέλος-τέλος, εκτός από το ότι ενώ όλοι το ονειρεύτηκαν, δεν πραγματοποιήθηκε από κανένα. Το βράδυ, λίγο κουρασμένη, θέλησες να καθίσεις σ' ένα καινούργιο καφενείο που ήταν στη γωνιά μιας νέας λεωφόρου, ακόμα γεμάτης από υπόλοιπα κατεδάφισης και δείχνοντας κιόλα με μεγαλοπρέπεια τις μισοτελειωμένες πολυτέλειές της. Το καφενείο λαμποκοπούσε. Ακόμα και το φως του γκαζιού σκορπούσε όλη την αρχική του θέρμη, και φώτιζε με όλη του τη δύναμη τους εκτυφλωτικά άσπρους τοίχους, τα λαμπερά καλύμματα των καθρεφτών, τα χρυσά στις βέργες και τις κορνίζες, τους μικρούς ακόλουθους με τα φουσκωτά μάγουλα που τους σέρνουν σκυλιά δεμένα με λουριά, τις κυρίες που γελούν στο γεράκι το σκαρφαλωμένο στη γροθιά του χεριού τους, τις νύμφες και τις θεές που ΄χουν στο κεφάλι τους φρούτα, πίτες και κυνήγι, τις Ήβες και τους Γανυμήδηδες να προτείνουν με τεντωμένο μπράτσο το μικρό αμφορέα για το βαθαρέζικο τσάι, ή το δίχρωμο οβελίσκο των ανάμεικτων παγωτών. Όλη η ιστορία και η μυθολογία στην υπηρεσία της λαιμαργίας.
Ίσια μπροστά μας, πάνω στο δρόμο, ήταν στημένος ένας ανθρωπάκος καμιά σαρανταριά χρονών, με κουρασμένο πρόσωπο, με γκριζωπά γένια, κρατώντας με το ένα χέρι ένα μικρό αγόρι και μεταφέροντας με το άλλο ένα μικροσκοπικό πλάσμα υπερβολικά αδύνατο για να περπατήσει. Έκανε χρέη παραμάνας και έβγαζε περίπατο τα παιδιά ν' αναπνεύσουν βραδινό αέρα. Όλοι ντυμένοι με κουρέλια. Αυτά τα τρία πρόσωπα ήταν τρομερά σοβαρά, και αυτά τα έξι μάτια απολάμβαναν ορθάνοιχτα το καινούργιο καφενείο με τον ίδιο θαυμασμό, αλλά χρωματισμένο διαφορετικά από κάθε ηλικία.
Τα μάτια του πατέρα έλεγαν: "Τι ωραίο που είναι! τι ωραίο! θα 'λεγε κανείς πως όλο το χρυσάφι του καημένου του κόσμου ήρθε και μαζεύτηκε σ' αυτούς τους τοίχους".
Τα μάτια του μικρού αγοριού: "Τι ωραίο που είναι! τι ωραίο! αλλά είναι ένα σπίτι που μπορούν να μπουν μόνο οι άνθρωποι που δεν είναι σαν και μας".
Όσο για τα μάτια το πιο μικρού, ήταν υπερβολικά μαγεμένα για να εκφράσουν τίποτα άλλο εκτός από μια ηλίθια και βαθιά χαρά.
Οι τραγουδιστές λένε πως η ευχαρίστηση γλυκαίνει την ψυχή και μαλακώνει την καρδιά. Το τραγούδι είχε δίκιο εκείνο το βράδυ σχετικά με μένα. Όχι μονάχα ήμουν συγκινημένος από αυτή την οικογένεια ματιών, αλλά ένιωθα λίγο ντροπιασμένος για τις καράφες μας και για τα ποτήρια μας, πιο μεγάλα από τη δίψα μας. Έριχνα τη ματιά μου στη δική σου, αγάπη μου, για να διαβάσω εκεί τη σκέψη μου βύθιζα μέσα στα τόσο ωραία μάτια σου και τα τόσο παράξενα γλυκά, μέσα στα πράσινα μάτια σου που κατοικεί το Καπρίτσιο και τα εμπνέει η Σελήνη, όταν μου είπες: "Αυτοί εκεί οι άνθρωποι μου είναι ανυπόφοροι, με τα μάτια τους ανοιγμένα διάπλατα σαν πόρτες αμαξιού! Δε θα μπορούσες να παρακαλέσεις τον ιδιοκτήτη του καφενείου να τους διώξει από δω;"

Τόσο δύσκολο είναι να συνεννοηθείς, καλέ μου άγγελε, και τόσο αδύνατο να επικοινωνήσεις με τη σκέψη, ακόμα και με ανθρώπους που αγαπάς!


Μπωντλαίρ, 20 πεζά ποιήματα, εκδ. Ίκαρος