Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΓΡΑΦΗ


Ψάχνω για λέξεις που να μυρίζουν ψυχή, για λέξεις που τις παρέσυρε ο άνεμος κι άγγιξαν φευγαλέα,  άνθη, αστέρια κι έπειτα... εσένα.
Κι εσύ σκίρτησες, ταράχτηκες, κοίταξες τριγύρω να δεις το χέρι που γέννησε τούτο το άγγιγμα.

Ανάμεσα στο σκοτάδι και τη σκιά, ένας ήχος, φως.
Κλάμα μωρού που αρχίζει να χορταίνει και να ησυχάζει, να χαμογελάει καθώς τα βλέφαρά του βαραίνουν. Βυθίζεται σε ύπνο γλυκό με όμορφα όνειρα και ζεστά φιλιά.
Το βλέμμα ακολουθεί χρωματιστές πεταλούδες, οι λέξεις που έψαχνα. Πετάω κι έτσι όπως απλώνω τα χέρια και το βλέμμα νιώθω στα χείλη μου σταγόνα δροσερή, κι άλλη σταγόνα.

Βροχή λυτρωτική. Μα δεν μου φτάνουν οι σταγόνες. Θέλω μπόρα δυνατή να ταράξει τον ύπνο των ξεχασμένων του έρωτα, να τους νοτίσει βαθιά, τόσο που να μη στεγνώνει η μνήμη ούτε απ’ τον πόνο όλου του κόσμου. Και με το πρώτο φύσημα, σαν ανατριχίλα υπόγεια, ν’ αναδύονται λάμψεις, θέρμη να στεγνώνει τη βροχή, να ελαφραίνει ο νους να γεννάει όνειρα ολοκαίνουργια.
Σηκώνω το κεφάλι ψηλά. Τα μάτια ορθάνοιχτα. Κάθε πόρος του κορμιού αναμένει τις λέξεις-σταγόνες να κυλήσουν αθόρυβα να διεισδύσουν στα βάθη της ψυχής.

Ανεξερεύνητα βάθη, ξερά και διψασμένα. Ανεξερεύνητα βάθη, με πολύ καλοκαίρι.
Βγάζουν μικρές ανεπαίσθητες φωνούλες, ίσα που τις ακούω, κι όχι πάντα. Μόνον όταν έχει απόλυτο σκοτάδι κι ησυχία. Κι όπως οι σταγόνες – λέξεις πέφτουν, ακούγεται σαν αναστεναγμός το ξεδίψασμα και σαν τρίξιμο υπόκωφο απ’ του κόσμου τα θεμέλια. Κι αυτά γίνονται ελαστικά για να κρατάνε όλου του κόσμου τα αισθήματα πάνω τους και να μπορούν ν’ αντέχουν.

Να μπορούν να φυλάνε ζωντανό κι αληθινό,  το ελάχιστο που φτιάχνει τ’ ολόκληρο.

Silena, 2/2/2012