Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

ALBERT CAMUS


 Aλμπέρ Kαμύ γεννήθηκε το 1913 στο Μοντοβί της Αλγερίας από Γάλλους γονείς. Ζει τα παιδικά του χρόνια μέσα στην απόλυτη φτώχια, με τον πατέρα του νεκρό στον πόλεμο και τη μητέρα του να ξενοδουλεύει. Τελειώνει το λύκειο με υποτροφία και συνεχίζει τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Αλγερίου. Το 1934 γίνεται μέλος του Κομουνιστικού Κόμματος αλλά διαγράφεται ένα χρόνο μετά. Το 1937 εκδίδει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Η καλή και η ανάποδη. Το 1940 με τη δεύτερη γυναίκα του αποφασίζουν να ζήσουν στο Παρίσι. Δυο χρόνια αργότερα εκδίδεται Ο ξένος. Μετά το τέλος του πολέμου αρχίζει να ταξιδεύει: ΗΠΑ, Λατινική Αμερική, Ιταλία, Ελλάδα (1955). Δίνει μάχες για να τελειώσει ο πόλεμος της Αλγερίας, ενώ εκδίδονται το ένα μετά το άλλο τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά έργα που τον κάνουν διάσημο σε όλο τον κόσμο. Το 1957 βραβεύεται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Ακόμα και ο πρώην φίλος του, αλλά πλέον αντίπαλός του σε ιδεολογικά ζητήματα, Σαρτρ, θα παραδεχτεί ότι «κανένας δεν χάρισε στον Καμύ το Νόμπελ». Το 1960 ο Καμύ θα σκοτωθεί μαζί με το φίλο και εκδότη του Μισέλ Γκαλιμάρ σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Στην τσάντα του είχε έτοιμα τα χειρόγραφα του έργου του Ο πρώτος άνθρωπος.


“Ο μύθος του Σισύφου-δοκίμιο πάνω στο παράλογο”


Η έννοια του παραλόγου και η σχέση ανάμεσα στο παράλογο και την αυτοκτονία αποτελούν τα θέματα αυτού του δοκιμίου. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος παραδέχεται τη διάσταση ανάμεσα στη λογική επιθυμία του για κατανόηση και ευτυχία και στη σιωπή του κόσμου, μπορεί άραγε να κρίνει αν η ζωή αξίζει τον κόπο να την ζει κανείς; Τούτο είναι το θεμελιώδες ερώτημα της φιλοσοφίας. Αν όμως το παράλογο μου φαίνεται πρόδηλο, οφείλω να το διατηρήσω με μια διαυγή προσπάθεια και να δεχτώ να ζήσω βιώνοντάς το. Η εξέγερσή μου, η ελευθερία, το πάθος μου, θα είναι οι συνέπειές του. O άνθρωπος, σίγουρος ότι θα πεθάνει ολοκληρωτικά, αρνούμενος όμως το θάνατο, λυτρωμένος από την υπερφυσική ελπίδα που του έδενε τα χέρια, θα μπορέσει να γνωρίσει το πάθος της ζωής σ' έναν κόσμο δοσμένο στην αδιαφορία του και στη φθαρτή ομορφιά του. Όμως η δημιουργία είναι για εκείνον η καλύτερη ευκαιρία για να διατηρεί τη συνείδησή του άγρυπνη μπροστά στις λαμπρές και αλόγιστες εικόνες του κόσμου. O αγώνας του Σισύφου που περιφρονεί τους θεούς, αγαπά τη ζωή και μισεί το θάνατο γίνεται το σύμβολο της ανθρώπινης μοίρας.

Ακολουθούν κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο:


“… Όλες τις μέρες μιας άφεγγης ζωής ο χρόνος μας ανέχεται. Έρχεται όμως πάντα η στιγμή που πρέπει να τον ανεχτούμε και να τον υπομείνουμε εμείς. Ζούμε με το μέλλον: “αύριο”, “αργότερα”, “όταν σου δοθεί μια ευκαιρία”, “με τον καιρό θα καταλάβεις”. Αυτές οι ανακολουθίες είναι περίεργες αφού θα πεθάνουμε. Αλλά φτάνει η μέρα που ο άνθρωπος διαπιστώνει πως είναι τριάντα χρονών. Επιβεβαιώνει έτσι τη νιότη του. Την ίδια όμως στιγμή συγκρίνει τον εαυτό του με το χρόνο. Παίρνει θέση μέσα σ’ αυτόν. Αναγνωρίζει πως βρίσκεται σε μια κρίσιμη στιγμή και παραδέχεται πως έχει χρέος να την περάσει. Ανήκει στο χρόνο και τρομοκρατημένος βλέπει στο πρόσωπο του χρόνου το χειρότερο εχθρό του. Αύριο, επιθυμούσε το αύριο, τη στιγμή που έπρεπε να μην το ήθελε μ’ όλο του το είναι. Αυτή η επανάσταση της σάρκας αποτελεί το παράλογο [Όχι όμως κυριολεκτικά. Δε δίνω έναν ορισμό, απαριθμώ συναισθήματα, ανεκτά απ' το παράλογο. Αλλά το τέλος της απαρίθμησης δε σημαίνει κι εξάντληση του παράλογου].
Ένα βήμα πιο κάτω και να το παράλογο: βλέπουμε πως ο κόσμος είναι “αδιαπέραστος”, προαισθανόμαστε σε ποιο σημείο μας είναι ξένη μια πέτρα, διαπιστώνουμε πως είναι αδύνατο ν’ απλοποιήσουμε τα πράγματα, με πόσο πείσμα μπορεί να μας αντιστέκεται η φύση, ένα τοπίο. Στο βάθος κάθε ομορφιάς υπάρχει κάτι το απάνθρωπο και οι λόφοι, ο γλυκός ουρανός, τα δέντρα χάνουν την ίδια στιγμή το ψεύτικο νόημα που τους δίναμε, γίνονται πιο μακρινά κι από ένα χαμένο παράδεισο. Η πανάρχαιη σκληρότητα του κόσμου, περνώντας μέσα από χιλιάδες χρόνια, έρχεται να μας συναντήσει. Για μια στιγμή δεν τη νοιώθουμε, αφού για ένα σωρό αιώνες καταλαβαίναμε μονάχα τις μορφές και τα σχήματα που δίναμε στον κόσμο.
Αλλ’ από δω και στο εξής δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το τέχνασμα. Ο κόσμος ξαναπαίρνει την πραγματική του μορφή και μας ξεφεύγει. Αυτά, τα από συνήθεια κρυμμένα σκηνικά ξαναπαίρνουν το αληθινό τους πρόσωπο. Απομακρύνονται. Με τον ίδιο τρόπο, υπάρχουν μέρες όπου στο πρόσωπο μιας γνωστής μας, ξαναβρίσκουμε σα μια ξένη, εκείνη που είχαμε αγαπήσει πριν μήνες ή χρόνια και ίσως επιθυμήσουμε αυτό που συχνά μας κάνει να νοιώθουμε τόσο μόνοι. Αλλά δεν ήρθε ακόμα η ώρα. Ένα μονάχα πράγμα πρέπει να έχουμε υπόψη μας: τη μυστικότητα κι ανομοιότητα του κόσμου που αποδεικνύουν το παράλογο…
autumn leaves
by Silena
 
“Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη, όταν κάθε φύλλο είναι ένα λουλούδι”- Αλμπέρ Καμύ

…Έρχομαι, τέλος, στο θάνατο και στο συναίσθημα που νοιώθουμε γι’ αυτόν. Πάνω σ’ αυτό έχουν λεχθεί τα πάντα και πρέπει ν’ αποφύγουμε το πάθος. Ποτέ, πάντως, δε θα εκπλαγούμε αρκετά επειδή όλος ο κόσμος ζει έτσι, δηλαδή σα “να μην ήξερε κανείς”. Αυτό συμβαίνει γιατί η εμπειρία του θανάτου δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Πραγματικά, μια εμπειρία τη δοκιμάζουμε μονάχα όταν τη ζούμε και τη συνειδητοποιούμε. Εδώ, πρέπει να δούμε αν είναι δυνατό να μιλάμε για την εμπειρία του θανάτου των άλλων. Αυτή είναι μια πνευματική άποψη που ποτέ δε δεχτήκαμε. Αυτή η μελαγχολική στάση δεν μπορεί να είναι πειστική. Στην πραγματικότητα, η φρίκη είναι συνυφασμένη μ’ αυτό τούτο το γεγονός.
Αν μας τρομάζει ο χρόνος, μας τρομάζει γιατί αποδεικνύει το αποτέλεσμα που έρχεται. Σ’ αυτό το σημείο, για λίγο τουλάχιστον, όλες οι ωραίες συζητήσεις πάνω στην ψυχή παίρνουν ένα μάθημα απ’ τον αντίπαλό τους. Απ’ αυτό το ασάλευτο κορμί, η ψυχή λείπει. Αυτή η βασική κι οριστική πλευρά του γεγονότος αποτελεί το περιεχόμενο του παράλογου συναισθήματος. Κάτω απ’ το θνητό φως αυτού του πεπρωμένου, εμφανίζεται η ματαιότητα. Καμιά ηθική, καμιά προσπάθεια δε δικαιολογούνται a priori μπροστά στα ανάλγητα μαθηματικά που ρυθμίζουν την ύπαρξή μας.
Το πρώτο βήμα που κάνει το πνεύμα είναι να διακρίνει το αληθινό απ’ το ψεύτικο. Εν τούτοις, η πρώτη ανακάλυψη της σκέψης είναι η αντίφαση. Σ’ αυτό το σημείο, είναι ανώφελο να προσπαθήσω να γίνω πειστικός. Γιατί, εδώ κι αιώνες, κανείς δεν το απέδειξε πιο σωστά απ’ τον Αριστοτέλη: “Μ’ όλους τους ισχυρισμούς συμβαίνει ό,τι πολλές φορές τονίσαμε σαν αναπόδραστη συνέπεια, δηλαδή ότι αυτοί οι ίδιοι αναιρούν τους εαυτούς τους. Γιατί εκείνος που λέει ότι τα πάντα είναι αλήθεια δέχεται και τον αντίθετο του δικού του ισχυρισμό, κι έτσι ο δικός του δε θα είναι αληθινός (γιατί αυτός που παραδέχεται σαν αληθινό τον αντίθετο ισχυρισμό καθιστά ψεύτικο το δικό του).
Αντίθετα, εκείνος που λέει πως όλα είναι ψέμα, διαψεύδει αυτός ο ίδιος τον ισχυρισμό του. Εάν δε ο πρώτος ισχυρίζεται ότι ο αντίθετος του δικού του ισχυρισμός δεν είναι αληθινός, ο δε δεύτερος ότι δεν είναι ψεύτικος μόνο ο δικός του, θα δημιουργηθεί και για τους δυο η προϋπόθεση μιας ατέλειωτης σειράς αληθινών και ψεύτικων ισχυρισμών, γιατί εκείνος που λέει ότι κάποιος αληθινός ισχυρισμός είναι πραγματικά αληθινός, είναι μέσα στην αλήθεια κι αυτό συμβαίνει επ’ άπειρο” [Αριστοτέλη, Μετά τα Φυσικά, Γ8 1012β 13-22]…

forest
by Silena

..Τα ουσιαστικά στοιχεία του ανθρώπινου δράματος είναι η νοσταλγία της ενότητας, ο πόθος του απόλυτου. Το ότι όμως η νοσταλγία αυτή είναι ένα γεγονός δε σημαίνει πως πρέπει να επαναπαυόμαστε. Εάν, διαβαίνοντας το χάσμα που χωρίζει τον πόθο απ’ την κατάκτηση, διαπιστώσουμε όπως ο Παρμενίδης την ύπαρξη του Ενός (όποιο κι αν είναι), πέφτουμε στη γελοία αντίφαση ενός πνεύματος που διαπιστώνει την απόλυτη ενότητα και με την ίδια του τη διαπίστωση αποδεικνύει τη διαφοροποίησή του και την πολλαπλότητα που ισχυριζόταν πως θ’ απλοποιούσε. Σ’ αυτόν το φαύλο κύκλο οι ελπίδες μας σβήνουν. Όλα αυτά είναι αλήθειες. Θα επαναλάβω, για μια ακόμη φορά, πως το ενδιαφέρον δε βρίσκεται σ’ αυτές αλλά στα συμπεράσματα που μπορούμε να βγάλουμε απ’ αυτές. Γνωρίζω κι άλλη μια αλήθεια: ο άνθρωπος είναι θνητός.
Ωστόσο, πρέπει να έχουμε υπόψη τα πνεύματα που ξεκινώντας απ’ αυτή την αλήθεια κατέληξαν σ’ απόλυτα συμπεράσματα. Σ’ αυτό το δοκίμιο πρέπει να έχουμε αδιάκοπα στο μυαλό μας τη σταθερή διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σ’ εκείνο που νομίζουμε πως ξέρουμε, στην πρακτική συγκατάθεση και την εικονική άγνοια η οποία μας κάνει να ζούμε με ιδέες που, αν αποδεικνυόντουσαν αληθινές, θα ‘πρεπε ν’ αναστατώσουν ολόκληρη τη ζωή μας…

blue whisper
by Silena

…Για ποιόν και για ποιό μπορώ να πω ανεπιφύλακτα: “Αυτό το ξέρω!” Την καρδιά μου μπορώ να την καταλάβω και ξέρω πως υπάρχει. Τον κόσμο, μπορώ να τον αγγίξω και ξέρω, πάλι, πως υπάρχει. Εδώ σταματάει κάθε μου γνώση, τα υπόλοιπα είναι επινοήσεις. Γιατί, αν προσπαθώ να καταλάβω τον εαυτό μου για τον οποίο είμαι σίγουρος, αν προσπαθώ να τον καθορίσω και να τον συνοψίσω, αφήνω το νερό να κυλάει μέσ’ από τα δάκτυλά μου. Μπορώ να περιγράψω μία – μία όλες τις όψεις που ξέρει να παίρνει, ακόμα κι εκείνες που του έχουν αποδώσει, τη μόρφωση, την καταγωγή, την οργή ή τις σιωπές, την αξιοπρέπεια ή μικροπρέπεια.
Αλλά δεν προσθέτουμε πρόσωπα. Ακόμα κι αυτή, η δική μου καρδιά θα μου μείνει άγνωστη για πάντα. Ανάμεσα στη βεβαιότητα που έχω για την ύπαρξή μου και στο νόημα που προσπαθώ να δώσω σ’ αυτή τη βεβαιότητα, υπάρχει ένα κενό που δε θα γεμίσει ποτέ. Ο εαυτός μου θα μου μείνει για πάντα ξένος. Στην ψυχολογία και στη λογική υπάρχουν αλήθειες αλλά λείπει η αλήθεια. Το Σωκρατικό “γνώθι σ’ αυτόν” αξίζει τόσο όσο το “έσο ενάρετος” της εξομολόγησης. Σ” αυτά βλέπουμε πως υπάρχει νοσταλγία και άγνοια. Αποτελούν άσκοπα παιχνίδια επάνω σε σπουδαία θέματα.
Μονάχα μέσα στα πλαίσια που μπορεί κανείς να τα πλησιάσει παίρνουν κάποιο νόημα. Βλέπω ακόμα τα δέντρα που ξέρω τη σύστασή τους, το νερό που δοκιμάζω τη γεύση του. Πώς ν’ αρνηθώ αυτό τον κόσμο αφού υφίσταμαι την επίδρασή του, πώς ν’ αρνηθώ το άρωμα της χλόης και των άστρων, πώς ν’ αρνηθώ τη νύχτα και τις λίγες βραδιές που χαρίζουν στην καρδιά γαλήνη; Κι όμως ολόκληρη η επιστήμη αυτής της γης δε θα με πείσει ποτέ για το ότι αυτός ο κόσμος μου ανήκει…

confusion
by Silena

…Οι απαλές γραμμές των λόφων και το χέρι της νύχτας πάνω σ’ αυτήν τη βασανισμένη καρδιά μου μαθαίνουν πιο πολλά. Ξαναγυρίζω εκεί που βρισκόμουν στην αρχή. Καταλαβαίνω πως η επιστήμη με βοηθάει στο να συλλάβω και ν’ απαριθμήσω τα φαινόμενα. Δε μπορεί όμως να με βοηθήσει στο να εννοήσω τον κόσμο. Ακόμα κι αν είχα αγγίζει ολόκληρο το πρόπλασμά του με το δάκτυλο, πάλι δε θα ‘ξερα τίποτε. Κι εσείς μ’ αναγκάζετε να διαλέξω ανάμεσα σε μια βέβαιη για τον εαυτό της περιγραφή που δε μου μαθαίνει τίποτα, και σ’ αβέβαιες υποθέσεις που ισχυρίζονται πως με διδάσκουν. Γι’ αυτό τον κόσμο και για τον εαυτό μου είμαι ένας ξένος, οπλισμένος σε κάθε περίπτωση με μια σκέψη που απ’ τη στιγμή που διαπιστώνει αρνιέται τον εαυτό της. Γιατί να βρίσκω τη γαλήνη μονάχα στην άγνοια και στο θάνατο, γιατί ο πόθος της κατάκτησης να προσκρούει πάνω σε τείχη που δε δίνουν καμία σημασία στις επιθέσεις του; Θέλω, σημαίνει προκαλώ το παράδοξο. Όλα τα πάντα κάνουν να γεννηθεί αυτή η δηλητηριασμένη γαλήνη, υποθάλπουν την αδιαφορία, τον ύπνο της καρδιάς και την παραίτηση.

.........

Οι θεοί είχαν καταδικάσει τον Σίσυφο να σπρώχνει ασταμάτητα μέχρι την κορυφή ενός βουνού,απ' όπου η πέτρα, κατρακυλούσε από το ίδιο της το βάρος. Είχαν σκεφτεί, και κάπως δικαιολογημένα, πως δεν υπάρχει πιο φοβερή τιμωρία απ' την ανώφελη και ανέλπιδη εργασία.

Εάν πιστέψουμε τον Όμηρο, ο Σίσυφος ήταν ο πιο συνετός και ο πιο προνοητικός από τους θνητούς. Μια άλλη, όμως, παράδοση τον παρουσιάζε ως ληστή. Δε βλέπω εδώ καμιά άλλη διαφορά. Οι γνώμες διχάζονται πάνω στα αίτια που τον ανάγκασαν να καταντήσει ο ο ανώφελος δουλευτής του Άδη. Κατ' αρχάς του προσάπτουν κάποια επιπολαιότητα απέναντι στους θεούς. Αποκάλυψε τα μυστικά τους. Ο Δίας απήγαγε την Αίγινα,την κόρη του Ασωπού. Ο πατέρας της παραξενεύτηκε με τούτη την εξαφάνιση και παραπονέθηκε στον Σίσυφο,ο οποίος ,γνωρόζοντας για την αρπαγή,προσφέρθηκε να τον βοηθήσει,με τον όρο πως ο Ασωπός θα έδινε νερό στο κάστρο της Κορίνθου.Από τους ουράνιους κεραυνούς ,προτίμησε την ευλογία του νερού.Τιμωρήθηκε γι αυτό από τον Άδη.Ο Όμηρος μας διηγείται επίσης ότι ο Σίσυφος είχε αλυσοδέσει το Θάνατο. Ο Πλούτων δεν μπόρεσε να ανεχτεί το θέαμα του έρημου και σιωπηλού βασιλείου του. Έσπευσε να στείλει το θεό του πολέμου που ελευθέρωσε το Θάνατο από τα χέρια του νικητού του.

Λένε ακόμα πως όταν ο Σίσυφος ήταν ετοιμοθάνατος θέλησε απερίσκεπτα να δοκιμάσει ανόητα την αγάπη της γυναίκας του.Της παράγγειλε να μη θάψει το πτώμα του,αλλά να το πετάξει καταμεσής της δημόσιας πλατέιας.Ο Σίσυφος βρέθηκε στον Άδη. Κι εκεί, εξοργησμένος εξ αιτίας μιας υπακοής τόσο αντίθετης στην ανθρώπινη αγάπη, πήρε την άδεια από τον Πλούτωνα να επιστρέψει στη γη για να τιμωρήσει τη γυναίκα του. Μα όταν ξανάδε την όψη του απάνω κόσμου, γεύτηκε το νερό και τον ήλιο, τις ζεστές πέτρες και τη θάλασσα, δεν ήθελε πια να επιστρέψει στον καταχθόνιο Άδη.Οι ανακλήσεις ,η οργή και οι προειδοποιήσεις δεν απέδωσαν τίποτα.Για πολλά χρόνια ακόμα,απόλαυσε την καμπύλη του κόλπου, τη λαμπερή θάλασσα και στα χαμόγελα της γης.Χρειάστηκε η παρέμβαση των θεών.Ο Ερμής ήρθε και άρπαξε τον θρασύ από το σβέρκο και, απομακρύνοντάς τον απ' τις χαρές του, τον ξανάφερε δια της βίας στον Άδη όπου τον περίμενε ο βράχος του.

Έχουμε ήδη καταλάβει ότι ο Σίσυφος είναι ο παράλογος ήρωας τόσο για τα πάθη του όσο και για το βασανιστήριό του.Η περιφρόνησή του επέναντι στους θεούς, το μίσος του για το θάνατο και το πάθος του για τη ζωή του στοίχισαν αυτό το ανείπωτο μαρτύριο όπου όλο το είναι του επιδίδεται σε κάτι που δεν τελειώνει ποτέ.Είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει για τα γήινα πάθη. Δε μας αφηγούνται τίποτα για τον Σίσυφο στον Άδη. Οι μύθοι φτιάχνονται για να τους ζωντανεύει η φαντασία. Σ' αυτόν εδώ βλέπουμε μόνο όλη την προσπάθεια ενός τεντωμένου κορμιού ν' ανασηκώσει την πελώρια πέτρα, να την κυλήσει και να την σπρώξει ν' ανεβεί μια πλαγιά εκατοντάδες φορές ξανά και ξανά. Βλέπουμε το συσπασμένο πρόσωπο, το κολλημένο πάνω στην πέτρα μάγουλο, τη βοήθεια ενός ώμού που δέχεται το λασπωμένο όγκο,το ένα πόδι του που τη στηρίζει,την επαναληπτική προσπάθεια με τεντωμένα τα μπράτσα,την εντελώς ανθρώπινη σιγουριά των δυο χεριών γεμάτων χώμα.
Στο τέλος αυτής της τρομερής προσπάθειας, της μετρημένης με ένα διάστημα χωρίς ουρανό κι ένα χρόνο δίχως τελειωμό,ο σκοπός εκπληρώνεται.Ο Σίσυφος βλέπει τότε το βράχο να κατρακυλά σε λίγες στιγμές προς τους πρόποδες του βουνού απ' όπου θα πρέπει να τον ανεβάσει παλιστην κορυφή.Ξανακατεβαίνει στην πεδιάδα.
Ο Σίσυφος μ' ενδιαφέρει κατά τη διάρκεια αυτής της επιστροφής,αυτής της ανάπαυλας. Ένας άνθρωπος που μοχθεί τόσο κοντά στις πέτρες,πέτρα ήδη κι ο ίδιος.Βλέπω αυτό τον άνθρωπο να ξανακατεβαίνει,με βαρύ αλλά σταθερό βήμα ,προς το ατέλειωτο μαρτύριό του. Τούτη η ώρα που είναι σα μια ανάσα και που επαναλαμβάνεται το ίδιο σίγουρη με τη δυστυχία του και ξανάρχεται το ίδιο σίγουρα με τη δυστυχία του, αυτή η ώρα, είναι η ώρα της συνείδησης.Σε κάθε μια απ' τις στιγμές της, από τότε που αφήνει την κορυφή και βουλιάζει σιγά - σιγά προς στις φωλιές των θεών, είναι ανώτερος της μοίρας του. Είναι πιο δυνατός από το βράχο του.
Το τραγικό του μύθου βρίσκεται στην συνείδηση του ήρωα.Πού θά ήταν,πράγματι,ο μόχθος του, εάν σε κάθε βήμα τον στήριζε η ελπίδα της επιτυχίας; Σήμερα,ο εργάτης κάνει την ίδια δουλειά όλες τις μέρες της ζωής του κι αυτή η μοίρα είναι το ίδιο παράλογη.Είναι όμως τραγικός μόνο τις σπάνιες στιγμές που αποκτά συνείδηση.Ο Σίσυφος, προλετάριος των θεών, ανίσχυρος κι επαναστατημένος, ήξερε όλη την έκταση της άθλιας ύπαρξής του: αυτή την σκέφτεται καθώς κατεβαίνει.Η διαύγεια του πνεύματός του,που θα 'πρεπε να ήταν το μαρτύριό του,ολοκληρώνει ταυτόχρονα τη νίκη του.Κανένα πεπρωμένο δεν αντέχει στην περιφρόνηση.

Αν η κατάβαση μερικές φορές είναι θλιβερή,μπορεί να είναι και χαρούμενη.Τούτη η λέξη δεν είναι υπερβολική. Φαντάζομαι πάλι τον Σίσυφο να επιστρέφει προς το βράχο του και την οδύνη ν' αρχίζει. Όταν οι εικόνες της γης παραμένουν πολύ έντονες στη μνήμη, όταν το κάλεσμα της ευτυχίας γίνεται πολύ επιτακτικό, στην καρδιά του ανθρώπου γεννιέται η θλίψη: είναι η νίκη του βράχου, γίνεται ο ίδιος ο βράχος. Η απέραντη απόγνωση είναι αβάσταχτη.Είναι οι νύχτες μας στη Γεσθημανή. Μα οι συντριπτικές αλήθειες χάνονται όταν αναγνωρίζονται.Έτσι,ο Οιδίπους υπακούει αρχικά στη μοίρα χωρίς να το ξέρει.Από τη στιγμή που ξέρει,αρχίζει η τραγωδία του.Αλλά την ίδια στιγμή που, τυφλωμένος κι απελπισμένος, κατανοεί ότι το μόνο που τον κρατάει δεμένο μ' αυτό τον κόσμο είναι το δροσερό χέρι μιας κοπέλας,αντηχεί ένας μεγάλος λόγος: "Παρά τις τόσες δοκιμασίες, η προχωρημένη ηλικία μου και το μεγαλείο της ψυχής μου, μου παρέχουν το δικαίωμα να κρίνω πως όλα είναι καλά". Ο Οιδίπους του Σοφοκλή, όπως ο Κιρίλοφ του Ντοστογιέφσκι, δίνει έτσι τον ορισμό της παράλογης νίκης. Η αρχαία σοφία σμίγει με τον σύγχρονο ηρωισμό.

Δεν ανακαλύπτει κανείς το παράλογο δίχως να επιχειρήσει να γράψει κάποιο εγχειρίδιο για την ευτυχία. "Ε! Πώς, από τόσο στενούς δρόμους...;"Ένας όμως,κόσμος υπάρχει. Η ευτυχία και το παράλογο είναι δυο παιδιά της ίδιας γης. Είναι αχώριστα. Το λάθος θα ήταν να λέγαμε ότι η ευτυχία γεννιέται αναγκαστικά από την γνωριμία με το παράλογο. Συμβαίνει ωστόσο, το συναίσθημα του παράλογου να γεννιέται από την ευτυχία. "Κρίνω ότι όλα είναι καλά", λέει ο Οιδίπους, κι αυτά τα λόγια είναι ιερά. Αντηχούν στο άγριο και πεπερασμένο σύμπαν του ανθρώπου.Του μαθαίνουν ότι δεν εξαντλήθηκαν όλα,δεν έχουν εξαντληθεί. Διώχνουν από τούτο τον κόσμο ένα θεό που παρεισέφρυσε ανικανοποίητος και που αρέσκεται σε ανώφελους πόνους.Καθιστούν τη μοίρα μια ανθρώπινη υπόθεση που πρέπει να ρυθμίζεται από τον άνθρωπο και μόνο.
Όλη η βουβή χαρά του Σίσυφου βρίσκεται εκεί.Η μοίρα του του ανήκει.Ο βράχος του είναι δικός του.Το ίδιο συμβαίνει και με τον παράλογο άνθρωπο : όταν στοχάζεται μπροστά στο μαρτύριό του, όλα τα είδωλα σωπαίνουν. Σ' αυτό το σύμπαν ,παραδωμένο αίφνης στη σιωπή,υψώνονται οι χιλιάδες μικρές,έκθαμβες φωνές της γης. Ασυνείδητα και μυστικά καλέσματα, προσκλήσεις όλων των προσώπων, αποτελούν την απαραίτητη ανάποδη όψη του νομίσματος και το της νίκης. Δεν υπάρχει ήλιος χωρίς σκιά και πρέπει να γνωρίσουμε τη νύχτα. Ο παράλογος άνθρωπος λέει ναι και ο αγώνας του δεν θα 'χει τελειωμό. Αν υπάρχει μια προσωπική μοίρα,δεν υπάρχει κανένα ανώτερο πεπρωμένο,ή τουλάχιστον υπάρχει εκείνο μόνο που ο άνθρωπος κρίνει μοιραίο και αξιοκαταφρόνητο.Για όλα τ' άλλα,ξέρει ότι είναι ο κύριος των ημερών του.Τούτη τη κρίσιμη στιγμή που ο άνθρωπος κανει τον απολογισμό της ζωής του,ο Σίσυφος,επιστρέφοντας προς το βράχο του,παρατηρεί αυτή την ασύνδετη σειρά των πράξεων που φτιάχνει το πεπρωμένο του,δημιουργημένο από τον ίδιο,συσπειρωμένο κάτω από το βλέμμα της μνήμης του και σφραγισμένο σε λίγο με το θάνατό του.Έτσι, πεπεισμένος για την απόλυτα ανθρώπινη έλευση κάθε ανθρώπινου πράγματος,σαν τυφλός που λαχταρά το φως του και που γνωρίζει πως η νύχτα είναι ατέλειωτη,πορεύεται συνέχεια.Ο βράχος κυλάει πάντα.

Αφήνω τον Σίσυφο στους πρόποδες του βουνού!Πάντα ξαναβρίσκει κανείς το φορτίο του. Αλλά ο Σίσυφος διδάσκει την ύψιστη πίστη που αρνείται τους θεούς και σηκώνει τους βράχους. Κι εκείνος κρίνει πως όλα είναι καλά. Τούτο το σύμπαν, αδέσποτο στο εξής, δεν του φαίνεται άγονο ούτε ασήμαντο.Κάθε κόκκος αυτής της πέτρας, κάθε ορυκτό θραύσμα αυτού του πλημμυρισμένου από νύχτα βουνού ,σχηματίζει από μόνο τουένα κόσμο.Ο αγώνας και μόνο προς την κορυφή αρκεί για να γεμίσει μιαν ανθρώπινη καρδιά.Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο.