Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Ο ΒΡΑΧΟΣ

stormy weather
by
Silena


Στην άκρη της λίμνης σταματάω. Αφηρημένη, κοιτάζω δίχως να βλέπω, τα πεινασμένα πουλιά που βουτάνε ν' αρπάξουν με ορμή κάποιο ψάρι που δεν πρόλαβε να δει.

Έπειτα το βλέμμα απομακρύνεται, ακολουθεί τα σύννεφα που τρέχουν γρήγορα, αλλάζουν σχήματα μα όχι χρώματα. Όλα στις αποχρώσεις του γκρι. Μελαγχολικά, όπως καθετί που φεύγει. Για πάντα.
Το βλέμμα μου καρφώνεται σ' ένα ψαροπούλι που πετάει χαμηλά. Με τα δάχτυλα αρχίζω να κάνω στον αέρα, σχέδια, αόρατα σχέδια πουλιών πεινασμένων. Πουλιών που νιώθουν τον τρόμο της καταιγίδας κι αρχίζουν  να πετούν χαμηλά και να ειδοποιούν με το βραχνό τους κρώξιμο τ' άλλα πουλιά, ίσως και τα ψάρια, για τον κίνδυνο που σιμώνει.


Πάω να χαμογελάσω μα το μετανιώνω. Δεν έχω στην καρδιά μου χαρά. Μόνον μια βαθιά θλίψη.


Για μια στιγμή σκέφτομαι να γυρίσω πίσω, να μπω ξανά στην ασφάλεια της ρουτίνας, να μην αφήσω την πηχτή μελαγχολία που ανεβαίνει σαν ομίχλη απ' τη λίμνη, να με πνίξει.
Μα ξεχνιέμαι ξανά. Το πέταγμα των πουλιών με συνεπαίρνει. Και τότε, ακριβώς την κρίσιμη στιγμή της αναποφασιστικότητάς μου, έρχεται στο νου τ' όνειρο. Εκείνο που είδα τα ξημερώματα λίγο πριν ξυπνήσω.


"Είναι ένας βλοσυρός πελώριος βράχος που κρέμεται από αόρατα σκοινιά πάνω απ' το κεφάλι μου. Εγώ απολύτως ήρεμη. Σαν να το γνωρίζω πως ο βράχος είναι μαζί μου, πως δεν θα αφεθεί να πέσει στο κεφάλι μου. Τότε, αρχίζω να τρέμω. Όχι από φόβο μα από ένα παγωμένο φύσημα που φτάνει ξαφνικά, ύπουλα και τρυπώνει σε κάθε μικρή χαραμάδα των ρούχων. Παγώνω.
Ο βράχος συνεχίζει να κρέμεται απειλητικά από πάνω μου. Σφίγγω το παλτό με μουδιασμένα χέρια και κάνω να σηκωθώ. Δεν μπορώ. Σαν να είμαι βιδωμένη εκεί, κάτω από τον βράχο που κρέμεται από τ' αόρατα σκοινιά. Σαν να έχω για πάντα καταδικαστεί να ζω κάτω από μια απειλή που κρέμεται πάνω απ' το κεφάλι μου, για να μου θυμίζει το πρόσκαιρο. Κάνω ξανά μια προσπάθεια να σηκωθώ και μόλις κοντεύω να πετύχω να ξεκολλήσω από κείνη τη θέση, τα αόρατα σκοινιά που κρατούν τον βράχο, κόβονται."


Πετάγομαι τρομαγμένη, με μηχανικές κινήσεις ντύνομαι βιαστικά και να τώρα που βρίσκομαι εδώ να περπατάω αργά, μελαγχολικά πλάι σε μια νοτισμένη και γκρίζα μελαγχολική λίμνη, δίχως κανέναν σκοπό.
Μόνο μ' ένα σακούλι πέτρες - όνειρα, τα πουλάω όσο όσο ή τα πετάω στη λίμνη να βουλιάξουν.


Τους λίγους ανθρώπους που συναντώ τους κοιτώ απορημένη, χωρίς κανένα ενθουσιασμό.


Λίγο πιο κει, ένας κουλουράς, μέσα στην παγωνιά τρίβοντας τα χέρια του, πουλάει κουλούρια στους περαστικούς. Πλησιάζω και του ζητάω τρία κουλούρια. Βάζω τα χέρια στις τσέπες κι αντί για χρήματα τον πληρώνω με τις πέτρες που μείναν στο σακούλι! Εκείνος με κοιτά, χαμογελά και μου λέει ευχαριστώ.


Ταίζω τα πουλιά και τα ψάρια τώρα. Κι ό,τι περισσεύει το κρατάω για τα μικρά σπουργίτια του δρόμου...


Silena 31/1/2012