Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Ο ΚΛΟΙΟΣ



Μια στιγμή, μια κρίσιμη στιγμή αγνοείς τον κίνδυνο.
Τον διακρίνεις αμυδρά, μα αφήνεσαι.

Έτσι απλά αφήνεσαι, να τον νιώσεις.
Τον φόβο.

Γυμνός από συναισθήματα, τρωτός, μπροστά στο μη αναστρέψιμο.
Έκπληκτος σχεδόν.

Όσο κι αν πιστεύεις πως είσαι έτοιμος, καλά προετοιμασμένος, με γνώση κι ωριμότητα γι' αυτό που θα αντικρύσεις μέσα σου, σαστίζεις, μπερδεύεσαι, παγώνεις.

Σαν να κρατάς τον κόσμο ολόκληρο στα χέρια σου και κάποιος πλησιάζει και στον αρπάζει βίαια κι απρόσμενα. Μένεις εκεί, ακίνητος, σοκαρισμένος. Δεν ξέρεις αν θα πρέπει να τρέξεις να προλάβεις τον κλέφτη. Δεν ξέρεις για πρώτη φορά στη ζωή σου πώς ν' αντιδράσεις. Αναρωτιέσαι που πήγαν τόσα χρόνια προετοιμασίας.

Αρχίζεις να διηγείσαι χαμηλόφωνα την ιστορία σου. Μόνος. Δε σε νοιάζει αν σ' ακούει κάποιος. Τούτος ο πόνος δεν αντέχεται, πρέπει να βγει, να μοιραστεί σε πολλούς, να γίνει λιγότερο επώδυνος, λιγότερο κυρίαρχος.

Αρχίζεις να διηγείσαι πιο δυνατά τώρα. Κόσμος μαζεύεται γύρω σου. Κάνει χάζι, να ξεχάσει τα δικά του. Δεν σε νοιάζει η απήχηση των λέξεων, δεν σε νοιάζει η απήχηση της ιστορίας σου. Ο πειρασμός ν' ακούσεις τη φωνή σου να διηγείται την εμπειρία αυτή, φτάνει.
Σκέφτηκες για μια στιγμή να σταθείς στο κέντρο της πλατείας για να ξορκίσεις την ντροπαλότητά σου, και ν' αρχίσεις μαζί με τη διήγηση να κάνεις και την αναπαράσταση.
- Κάτι σαν θέατρο, είπες φωναχτά.
- Θ' αρέσει, συμπλήρωσες.
Όμως την τελευταία στιγμή άλλαξες γνώμη κι έμεινες στο παγκάκι να μονολογείς. Δεν κοίταζες γύρω σου μην απογοητευτείς. Και οι αλήθειες σου, οι λεπτομέρειες, ο γλαφυρός σου τρόπος μάζευε τον κόσμο σαν το μέλι τις μέλισσες. Κι ο κλοιός έσφιγγε και μίκρυνε ο κύκλος. Κι έρχονταν κι άλλοι ν' ακούσουν, να δουν τι συμβαίνει, να πάρουν κι αυτοί μερτικό.

Ξαφνικά σταματάς να μιλάς. Σηκώνεσαι απ' το παγκάκι, ρίχνεις ένα βλέμμα αδιάφορο σχεδόν στο πλήθος που σε παρακολουθεί και ... φεύγεις.

Γνωρίζεις καλά πως λόγια παρηγοριάς δεν υπάρχουν μόνο ο ύπνος... αρωγός της λήθης κι ίσως ο προθάλαμος του τετελεσμένου.

Μια αίσθηση βαθιάς θλίψης σε πλημμυρίζει, μια αίσθηση πένθους. Μόνο που δεν ξέρεις τί πενθείς.

Η αίσθηση του μη αναστρέψιμου, του τέλους που δεν μπορεί να μπει σε κύκλο. Η αίσθηση του πανίσχυρου κι απόλυτου θανάτου. Ή μήπως η εμπειρία της ζωής?

Silena 21/1/2012