Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ - ΚΑΘΑΡΣΙΣ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ

"Πέμπτο δείγμα πως η γνήσια ποίηση είναι καθαρά πολιτική, λαβαίνω ένα κείμενο του Καρυωτάκη. Είναι το Κάθαρσις.

Γραμμένη λίγο προτού πεθάνει ο ποιητής, η Κάθαρσις είναι καθαρή, όσο και η αυτοκτονία του. Που η αυτοκτονία του Καρυωτάκη στην Πρέβεζα λειτούργησε σαν καθαρμός για όλους τους ποιητές και ολόκληρη την ποίηση της εποχής του.

Η Κάθαρσις είναι ένα σύντομο κείμενο, που γράφτηκε στα 1928 και περιγράφει την πολιτική ζωή της Ελλάδας εξήντα χρόνους αργότερα. Το κείμενο αυτό δίνει μια πρωθύστερη αναπαράσταση της πολιτικής αθλιότητας του σήμερα με πιστότητα ανατριχιαστική.

Ποιος Έλληνας στις μέρες μας από τα λυκόπουλα της Κυριακής ως τους κρονόληρους και τους τριγέροντες, δεν έχει ακούσει τη λέξη «κάθαρση» ;

Με αφορμή έναν αλήτη του σκοινιού και της φούρκας· ένα κάθαρμα της πολιτείας, όπως θα έλεγε ο Πλάτων, που αν αλλάξεις το πέμπτο γράμμα στο όνομά του θα διαβάσεις τη λέξη σκατάς· και με υπόδικους μία κυβέρνηση, μία αντιπολίτευση, μία δικαιοσύνη, και ολόκληρο τον ημερήσιο τύπο και το κύκλωμα ενημέρωσης, τρία χρόνια τώρα μέρα και νύχτα η λέξη κάθαρση λερώνει τα αυτιά και τα μάτια μας.

Όσο πιο πολύ την ακούμε, τόσο πιο βαθιά βεβαιώνεται μέσα μας το αληθινό της όνομα: ακαθαρσία, βορβορυγμός και βόρβορος.

Εξοδεύτηκαν μια Πρέσπα μελάνι και κορμοί δέντρα χαρτί ένα δάσος για τη λέξη αυτή. Και χαθήκανε εκατομμύρια ανθρωποώρες εργασίας. Τόσο, που αν είχε χρησιμοποιηθεί γόνιμα ο χρόνος αυτός από τους έλληνες, θα είχαμε σκάψει το μετρό της Αθήνας, και θα είχαμε διώξει το νέφος.

Εt tamen. Όσο γνωρίζω, αυτά τα τρία χρόνια ούτε μια φορά δεν ακούστηκε η Κάθαρσις του Καρυωτάκη. Το λιτό αυτό κείμενο, που πριν εξήντα χρόνια ζωγράφισε πιστά την απολίθωση και την ενανθράκωση της πολιτικής μας ζωής και συνείδησης σήμερα.

Διαβασμένο έγκαιρα και σωστά το Κάθαρσις του Καρυωτάκη, θα είχε προφτάσει να κάμει άχρηστες τα δύο εκατομμύρια σελίδες και βιντεοκασέτες που γράφτηκαν για την κάθαρση από το πήλινο μυαλό και το ξύλινο χέρι μας.

Τόσο δραστικό είναι το πολιτικό βεληνεκές της αληθινής ποίησης. Μια σελίδα ποίηση είναι ίσον ή μεγαλύτερο από μια βιβλιοθήκη φλυαρίες.

Ιδού το κείμενο :

KAΘΑΡΣΙΣ
Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ – παφ, παφ, παφ -, «έχετε λίγη σκόνη» να ειπώ «κύριε Άλφα».

Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνία, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα’χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά : «Αχ, αυτός ο Άλφα, κύριε Βήτα…»

Έπρεπε, πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλώσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχτώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν’αρθρώσω «Δούλος σας, κύριέ μου».

Αλλά πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. Εκεί η ληστεία γινόταν από λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή, δε θα υπήρχα. Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε: «πεντακόσιες χιλιάδες». Ένα επίμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: «σύμφωνος». Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων. Και, μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου, θα έγραφα εγώ την απάντηση: «Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ…»

Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.

Κανάγιες!

Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.

Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρεις πόρτες, τρία πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασαν τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστρες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ’ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημία. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα²…
  • Κτείνειν ως νόσον πόλεως = να τον σκοτώνουν σα να’τανε κάθαρμα της πολιτείας. Πλάτ., Πρωταγ. 322d
  • Μετά το «Με ήβρε η νύχτα…» το χειρόγραφο του Καρυωτάκη είχε ακόμη τη φράση «κι ο θάνατος» Βλ. την έκδοση του Γ.Π.Σαββίδη 2, 231