Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

RAIN IN THE DARK

silena's "rain in the dark"


στα βήματά σου
πόσα όνειρα
πόσες σκέψεις
πόσα φιλιά

στα όνειρά σου
η σιωπή

στο βλέμμα
πόσες θάλασσες
πόσοι ουρανοί
πόσα πουλιά

στη σκέψη
η ομορφιά

σαν ίσκιος η ζωή
στην άκρη
με βήματα απαλά
θυμίζει... κάτι

Silena 30/9/2011

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

DESTINY


destiny
by ©Silena



ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Ἐπιτάφιος (ἀποσπάσματα)


(Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου, μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της, βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν - τῶν ἀπεργῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της):

I

Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,
πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;
Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,
τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;
Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;
Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.
Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.
Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

II

Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρὰ τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,
Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;
Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινὸ τραγούδι.
Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.
Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.
Καὶ τώρα ποὺ θὰ κρατηθῶ, ποὺ θὰ σταθῶ, ποὺ θἄμπω,
ποὺ ἀπόμεινα ξερὸ δεντρὶ σὲ χιονισμένο κάμπο;
Γιέ μου, ἂν δὲ σοὖναι βολετὸ νἀρθεῖς ξανὰ σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.
Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκὰ θὰ σὲ κρατήσω.

III

Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,
Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμένο,
Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μὴν τὰ θαμπώσει δάκρυ,
Χείλι μου μοσκομύριστο ποὺ ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,
Στήθεια πλατιὰ σὰν τὰ στρωτὰ φτερούγια τῆς τρυγόνας
ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,
Μπούτια γερὰ σὰν πέρδικες κλειστὲς στὰ παντελόνια
ποὺ οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,
Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτὸ μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,
Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;

ΙV

Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;
Πουρνὸ - πουρνὸ μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακριὰ ὁ καμπανοκρούστης.
Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνὰ - πυκνὰ ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.
Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζὶ κι ἀηδόνι.
Καὶ γὼ ἡ φτωχειὰ κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλὴ κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνὴ ἡ ματιά μου ἐφίλα
Μιὰ - μιὰ τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θωρὶ
κι ἀγαλλόμουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.
Κι οὐδὲ κακόβαλα στιγμὴ κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρὸς τὰ βόλια νὰ κρατήσω.
Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτὲς μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὦ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

V

Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.
Ἡ μπλέ σου ἡ μπλοῦζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.
Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.
Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργὸς θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.
Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρὸ περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.
Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιὲς ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν
Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.
Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.
...
ΙΧ

Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ, μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα.
Κι, ἄχ, Θέ μου, Θέ μου, ἂν εἴσουν Θεὸς κι ἂν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.
Κι ἂν εἴσουν δίκειος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδὶ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.
Γιέ μου, καλὰ μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορὰ ποὺ ὁρμήνευε, κάθε φορὰ ποὺ ἐμίλει:
Ἐμεῖς ταγίζουμε ζωὴ στὸ χέρι: περιστέρι,
κ᾿ ἐμεῖς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δὲν ἔχουμε στὸ χέρι.
Ἐμεῖς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοὶ κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.
Ἄχ, γιέ μου, πιὰ δὲ μοὔμεινε καμιὰ χαρὰ καὶ πίστη,
καὶ τὸ χλωμὸ καὶ τὸ στερνὸ καντήλι μας ἐσβήστη.
Καί, τώρα, ἐπὰ σὲ ποιὰ φωτιὰ τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;

ΑΙΣΘΗΣΕΙς


σταματημένος χρόνος
ή μήπως
ξανακερδισμένος χρόνος?
τα χείλη,
απαλά αναμένουν
τις λέξεις
να υφάνουν τη ζωή

τα μάτια,
γοργά αδημονούν
τις λέξεις
να δωρίσουν στη ζωή

κι η καρδιά
να πάλλεται
κι η ανάσα
να συνομωτεί

μία στιγμή, δύο στιγμές,....
πολλές στιγμές
ζωή

Silena 26/9/2011

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΧΩΜΑ


"Είμαι από άμμο, στο είπα.
Είμαι ένα κουτί σαν εκείνα τα παλιά κουτιά - δώρα που το πιο μεγάλο κουτί έκρυβε ένα μικρότερο και πιο μέσα άλλο κι άλλο. Το τελευταίο κουτάκι τι περιέχει; Αν περιέχει και κάτι... Λες η πορεία της ζωής μας να είναι μια παρέλαση άδειων κουτιών μονάχα; Σκέψου! Είναι κι αστείο τελικά, μια φοβερή φάρσα που να μάθουμε να μην παίρνουμε σοβαρά τον ευατό μας. Θυμάσαι που συζητούσαμε πως κάποιος σοφός θα επινόησε εκείνες τις ξύλινες ρώσσικες κούκλες που η μια μπαίνει μέσα στην άλλη;
Σε μένα δυστυχώς ο αριθμός είναι αναρίθμητος. Αν αδειάσω και απλωθώ σε όσες κούκλες περιέχωθα πλημμυρίσω το σύμπαν.
Τι να σου πω λοιπόν και τι να σου υποσχεθώ κι εξ' ονόματος τίνος να σου μιλήσω; Κατάλαβέ με, συμπόνα με."

διαβάσατε ένα απόσπασμα από το βιβλίο "Η μοναξιά είναι από χώμα" της Μάρως Βαμβουνάκη. Το βιβλίο αποτελείται από  δεκαοκτώ ανεπίδοτες ερωτικές επιστολές ενός άντρα προς μια γυναίκα από την οποία χώρισε και ζει πια, μόνος αυτοεξόριστος σε ένα νησί.

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

TUXEDO MOON

σε μια ονειρική συναυλία μας καλούν ο Blaine L. Reininger και οι φίλοι του με τις μαγικές τους συνθέσεις. Μαζί τους θα είναι και οι ραγδαία ανερχόμενοι Gravitysays_i... (Gagarin 205, 23/9)

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

NOIR DESIR

WHO WILL TAKE MY DREAMS AWAY?

ευτυχώς καλοί μου φίλοι/ φίλες, όταν νιώθουμε θυμό, λύπη κι άλλα αρνητικά συναισθήματα
υπάρχει ένας πολύτιμος σύμμαχος που δεν ρωτάει, δεν προσπαθεί να εξηγήσει, δεν κρίνει, δεν κατακρίνει, μόνο δίνει πληρότητα κι όνειρο

φυσικά μιλώ για την μουσική που λατρεύω!!

μακριά λοιπόν η κάθε αρνητική ενέργεια που πολλοί άνθρωποι στη ζωή μας θέλουν να μας μεταφέρουν



μια υπέροχη μουσική που πολύ ταιριάζει με τη διάθεσή μου

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

ΚΑΒΑΦΗΣ

ships
by ©Silena
 
ΤΑ ΠΛΟΙΑ
Κ. Π. Καβάφης

Aπό την Φαντασίαν έως εις το Xαρτί. Eίναι δύσκολον πέρασμα, είναι επικίνδυνος θάλασσα. H απόστασις φαίνεται μικρά κατά πρώτην όψιν, και εν τοσούτω πόσον μακρόν ταξίδι είναι, και πόσον επιζήμιον ενίοτε δια τα πλοία τα οποία το επιχειρούν.
H πρώτη ζημία προέρχεται εκ της λίαν ευθραύστου φύσεως των εμπορευμάτων τα οποία μεταφέρουν τα πλοία. Eις τας αγοράς της Φαντασίας, τα πλείστα και τα καλύτερα πράγματα είναι κατασκευασμένα από λεπτάς υάλους και κεράμους διαφανείς, και με όλην την προσοχήν του κόσμου πολλά σπάνουν εις τον δρόμον, και πολλά σπάνουν όταν τα αποβιβάζουν εις την ξηράν. Πάσα δε τοιαύτη ζημία είναι ανεπανόρθωτος, διότι είναι έξω λόγου να γυρίση οπίσω το πλοίον και να παραλάβη πράγματα ομοιόμορφα. Δεν υπάρχει πιθανότης να ευρεθή το ίδιον κατάστημα το οποίον τα επώλει. Aι αγοραί της Φαντασίας έχουν καταστήματα μεγάλα και πολυτελή, αλλ' όχι μακροχρονίου διαρκείας. Aι συναλλαγαί των είναι βραχείαι, εκποιούν τα εμπορεύματά των ταχέως, και διαλύουν αμέσως. Eίναι πολύ σπάνιον εν πλοίον επανερχόμενον να εύρη τους αυτούς εξαγωγείς με τα αυτά είδη.
Mία άλλη ζημία προέρχεται εκ της χωρητικότητος των πλοίων. Aναχωρούν από τους λιμένας των ευμαρών ηπείρων καταφορτωμένα, και έπειτα όταν ευρεθούν εις την ανοικτήν θάλασσαν αναγκάζονται να ρίψουν εν μέρος εκ του φορτίου δια να σώσουν το όλον. Oύτως ώστε ουδέν σχεδόν πλοίον κατορθώνει να φέρη ακεραίους τους θησαυρούς όσους παρέλαβε. Tα απορριπτόμενα είναι βεβαίως τα ολιγοτέρας αξίας είδη, αλλά κάποτε συμβαίνει οι ναύται, εν τη μεγάλη των βία, να κάμνουν λάθη και να ρίπτουν εις την θάλασσαν πολύτιμα αντικείμενα.
Άμα δε τη αφίξει εις τον λευκόν χάρτινον λιμένα απαιτούνται νέαι θυσίαι πάλιν. Έρχονται οι αξιωματούχοι του τελωνείου και εξετάζουν εν είδος και σκέπτονται εάν πρέπη να επιτρέψουν την εκφόρτωσιν· αρνούνται να αφήσουν εν άλλο είδος να αποβιβασθή· και εκ τινων πραγματειών μόνον μικράν ποσότητα παραδέχονται. Έχει ο τόπος τους νόμους του. Όλα τα εμπορεύματα δεν έχουν ελευθέραν είσοδον και αυστηρώς απαγορεύεται το λαθρεμπόριον. H εισαγωγή των οίνων εμποδίζεται, διότι αι ήπειροι από τας οποίας έρχονται τα πλοία κάμνουν οίνους και οινοπνεύματα από σταφύλια τα οποία αναπτύσσει και ωριμάζει γενναιοτέρα θερμοκρασία. Δεν τα θέλουν διόλου αυτά τα ποτά οι αξιωματούχοι του τελωνείου. Eίναι πάρα πολύ μεθυστικά. Δεν είναι κατάλληλα δι’ όλας τα κεφαλάς. Eξ άλλου υπάρχει μία εταιρεία εις τον τόπον, η οποία έχει το μονοπώλιον των οίνων. Kατασκευάζει υγρά έχοντα το χρώμα του κρασιού και την γεύσιν του νερού, και ημπορείς να πίνης όλην την ημέραν από αυτά χωρίς να ζαλισθής διόλου. Eίναι εταιρεία παλαιά. Xαίρει μεγάλην υπόληψιν, και αι μετοχαί της είναι πάντοτε υπερτιμημέναι.
Aλλά πάλιν ας είμεθα ευχαριστημένοι όταν τα πλοία εμβαίνουν εις τον λιμένα, ας είναι και με όλας αυτάς τας θυσίας. Διότι τέλος πάντων με αγρυπνίαν και πολλήν φροντίδα περιορίζεται ο αριθμός των θραυομένων ή ριπτομένων σκευών κατά την διάρκειαν του ταξιδίου. Eπίσης οι νόμοι του τόπου και οι τελωνειακοί κανονισμοί είναι μεν τυραννικοί κατά πολλά αλλ' όχι και όλως αποτρεπτικοί, και μέγα μέρος του φορτίου αποβιβάζεται. Oι δε αξιωματούχοι του τελωνείου δεν είναι αλάνθαστοι, και διάφορα από τα εμποδισμένα είδη περνούν εντός απατηλών κιβωτίων που γράφουν άλλο από επάνω και περιέχουν άλλο, και εισάγονται μερικοί καλοί οίνοι δια τα εκλεκτά συμπόσια.
Θλιβερόν, θλιβερόν είναι άλλο πράγμα. Eίναι όταν περνούν κάτι πελώρια πλοία, με κοράλλινα κοσμήματα και ιστούς εξ εβένου, με αναπεπταμένας μεγάλας σημαίας λευκάς και ερυθράς, γεμάτα με θησαυρούς, τα οποία ούτε πλησιάζουν καν εις τον λιμένα είτε διότι όλα τα είδη τα οποία φέρουν είναι απηγορευμένα, είτε διότι δεν έχει ο λιμήν αρκετόν βάθος δια να τα δεχθή. Kαι εξακολουθούν τον δρόμον των. Oύριος άνεμος πνέει επί των μεταξωτών των ιστίων, ο ήλιος υαλίζει την δόξαν της χρυσής των πρώρας, και απομακρύνονται ηρέμως και μεγαλοπρεπώς, απομακρύνονται δια παντός από ημάς και από τον στενόχωρον λιμένα μας.
Eυτυχώς είναι πολύ σπάνια αυτά τα πλοία. Mόλις δύο, τρία βλέπομεν καθ' όλον μας τον βίον. Tα λησμονώμεν δε ογρήγορα. Όσω λαμπρά ήτο η οπτασία, τόσω ταχεία είναι η λήθη της. Kαι αφού περάσουν μερικά έτη, εάν καμίαν ημέραν - ενώ καθήμεθα αδρανώς βλέποντες το φως ή ακούοντες την σιωπήν - τυχαίως επανέλθουν εις την νοεράν μας ακοήν στροφαί τινες ενθουσιώδεις, δεν τας αναγνωρίζομεν κατ' αρχάς και τυραννώμεν την μνήμην μας δια να ενθυμηθώμεν πού ηκούσαμεν αυτάς πριν. Mετά πολλού κόπου εξυπνάται η παλαιά ανάμνησις και ενθυμώμεθα ότι αι στροφαί αύται είναι από το άσμα το οποίον έψαλλον οι ναύται, ωραίοι ως ήρωες της Iλιάδος, όταν επερνούσαν τα μεγάλα, τα θεσπέσια πλοία και επροχώρουν πηγαίνοντα - τις ηξεύρει πού.

(από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877; - 1923, Ίκαρος 1993)

DON GIOVANNI



DON GIOVANNI synopsis

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

NO CLEAR MIND

CHARLES SIMIC



ΦΥΛΛΑ

Μτφ: Στρατής Χαβιαράς

Οι εραστές που χαίρονται
Τη συντροφιά των δέντρων,
Που κοιτούν για να ξεδώσουν
Ύστερα από τόσα φιλιά
Ο ένας στην αγκαλιά του άλλου,
παρατηρώντας τα φύλλα,
Καθώς εκείνα τρέμουν
Με την ελάχιστη πνοή του ανέμου,
Και ευφραίνονται,
Και ριγούν το καθένα μόνο του,
Ένα απ’ αυτά αρχίζει να σκιρτάει
Ενώ τα άλλα παραμένουν ατάραχα,
Αμέριμνα, ανόητα—
Τι λέω;
Ένα τους σ’ ένα εκατομμύριο πιο φοβισμένο,
Πιο χαρούμενο
Απ’ όλα τα’ άλλα;
Σε τούτη την οξιά που ρίχνει
Μια τόσο βαθιά σκιά,
Και τα βλέφαρα μου κλείνουν νυσταγμένα
Μ’ εκείνο το φύλλο να τρεμοπαίζει μόνο του
Πότε σκοτεινιασμένο, πότε φωτεινό.
Πηγή: < ... εδώ ...


Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011

ΝΑ ΣΤΕΡΕΥΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ


τα πόδια γυμνά
τα χέρια ψηλά
στρόβιλοι πάθους
στάχτες σιωπής

τα χέρια ψηλά
τα πόδια λευκά
σκοτάδι στα μάτια
ανάσας στιγμή, μυστική

πάνω
πιο πάνω

κάτω
πιο κάτω

μέσα

σε πέπλο διάφανο
πυκνό από όνειρα
να περνάνε οι λέξεις
να σωπαίνουν οι στεναγμοί
να στερεύουν τα μάτια

ναι
να στερεύουν τα μάτια

Silena 19/9/2011

LA GITANA

la gitana by Lb Zaftig


Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

VINICIO CAPOSSELA

το άκουγα στο ραδιόφωνο οδηγώντας και μου έφτιαξε τη μέρα
αγαπημένοι μου συνταξιδιώτες του ονείρου, σας το χαρίζω

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Cuarteto Cedrón

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΣΩΠΑΙΝΕΙ



Αυτός που σωπαίνει, του Τάσου Λειβαδίτη
Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη
ενός ατέλειωτου χωρισμού
Κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια
με τις σκοτεινές σκάλες τους
που οδηγούνε
άγνωστο που...

Με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές
που αρνούνται
κλαίνε λίγο
κι ύστερα ενδίδουν
και τ' άλλο πρωί,
αερίζουν το σπίτι
απ' τους μεγάλους στεναγμούς...

Στα παλαιικά κρεβάτια
με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες
πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν
πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κι ύστερα αποκοιμήθηκαν
γλυκείς κι απληροφόρητοι
σαν τους νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια

Όμως εσύ σωπαίνεις...
Γιατί δε μιλάς;
Πες μου!
Γιατί ήρθαμε εδώ;
Από που ήρθαμε;
Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα;
Τι θέλουν να πουν;

Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!!
Όλα θα άλλαζαν...

Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα...
δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους,
το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά...

Κι ολόκληρο το άγνωστο
την ώρα που βραδιάζει...


Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Baudelaire and Flower duet


Ἡ ψυχικὴ αὐγή

Ὅταν τὸ φῶς της ρίχνει ἡ αὐγὴ τὸ λευκορροδισμένο
στοὺς γλεντοκήπους καὶ γροικοῦν σὰν τύψη τὸ Ἰδεῶδες,
κάτι τὸ ἐκδικητικὸ καὶ τὸ μυστηριῶδες,
ἕν᾿ ἄγγελο στὸ κτῆνος τους, ξυπνᾷ, τὸ ναρκωμένο.

Τῶν ψυχικῶν τότε οὐρανῶν τ᾿ ἄφθαστο γαλανό,
γιὰ κεῖνον ποὺ ρεμβάζει ὠχρὸς καὶ ποὺ ὑποφέρει ἀκόμα,
ἀνοίγεται καὶ τὸν τραβᾷ καθὼς βαράθρου στόμα.
Ἔτσι, γλυκιὰ Θεά μου, ἁγνὸ Πλάσμα καὶ φωτεινό,

στὰ καπνισμένα ἐρείπια τῶν ἠλιθίων γλεντιῶν,
πιὸ φωτεινή, πιὸ ρόδινη, πιὸ ὡραία ἡ θυμησή σου,
ἀδιάκοπα στὰ ἐκστατικὰ μάτια μου φτερουγίζει.

Ὁ ἥλιος ἐσκοτείνιασε τὴ φλόγα τῶν κεριῶν·
ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου
μὲ τὸν ἀθάνατο ἥλιον, ὦ ψυχή, ποὺ φῶς σκορπίζει!


Charles Baudelaire
Πηγή: < ... εδώ ... >

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ



Το σώμα και το μηδέν

Ονειρο διπλωμένο στ΄ όνειρο
η μέρα στάχτη η νύχτα τίποτα
η πέτρα που σκοντάφτεις και ξυπνάς
σιγά σιγά τα βήματα σε πάνε ως τα βουνά
φεγγάρι ασύγκριτο
περνώντας των δασών τα αινίγματα
τις αίθουσες των δέντρων.
Ναι μοναξιά
κι ένα κορμί
γεμάτο με ησυχία και μηδέν.

Από τη «ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΣΤΙΞΗ» (1959)

ONE SHOE AND THE WOODEN LEG



περπατάει και χάνεται
το μυαλό μου φταίει, μουρμουρίζει

το βλέμμα του πάντα στον ουρανό
η ψυχή μου φταίει, μουρμουρίζει

περπατάει και ηχεί
το ξύλινο πόδι μου φταίει, ουρλιάζει

Silena 10/9/2011

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

KENNY BURRELL & COLEMAN HAWKINS

ALEJANDRA PIZARNIK



ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΣ

Αυτή η στιγμή που δεν ξεχνιέται
Τόσο άδεια φερμένη πίσω απ' τις σκιές
Τόσο άδεια απορριγμένη απ’ τα ρολόγια
Αυτή η φτωχή στιγμή υιοθετημένη απ’ την τρυφερότητά μου
Γυμνή γυμνή από αίμα από φτερά
Δίχως μάτια για να θυμάται αγωνίες περασμένες
Δίχως χείλη για να συλλέξει το χυμό απ’ τις χαμένες
Βιαιοπραγίες στο τραγούδι των παγωμένων καμπαναριών

Προστατεψέ τη κορίτσι τυφλό στην ψυχή
Βάλ’ της τα μαλλιά σου τα παχνιασμένα απ’ τη φωτιά
Αγκάλιασέ τη μικρό άγαλμα από τρόμο
Σημάδεψέ της τον αναταραγμένο κόσμο στα πόδια σου
Στα πόδια σου όπου πεθαίνουνε τα χελιδόνια
Τουρτουρίζοντας από φόβο απέναντι στο μέλλον
Πες της πως οι στεναγμοί της θάλασσας
Υγραίνουν τις μοναδικές λέξεις
Που γι αυτές αξίζει να ζεις

Μα αυτή η στιγμή ιδρωμένη από μηδέν
Συμμαζεμένη στη σπηλιά του πεπρωμένου
Δίχως χέρια για να πει ποτέ
Δίχως χέρια για να δωρίσει πεταλούδες
Στα νεκρά παιδιά



Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης.

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

FERNANDO PESSOA

ευχαριστώ πολύ τη Βασιλική Φράγκου και τον Σπύρο Ηλιόπουλο για την εξαιρετική παρουσίαση των επτά αυτών ποιημάτων του Φερνάντο Πεσσόα, την πρωτότυπη ανάρτηση θα τη βρείτε


ΧIII
Ανάλαφρος, ανάλαφρος, πολύ ανάλαφρος
Ο άνεμος περνάει ανάλαφρος.
Φεύγει μετά, πάντα ανάλαφρος.
Τι σκέφτομαι δεν ξέρω.
Και ούτε να το μάθω επιζητώ.
[…]

XΧΧ
Αν θέλουν να έχω μυστικισμό, εντάξει, τον έχω.
Είμαι μυστικιστής, αλλά μονάχα με το σώμα.
Η ψυχή μου είναι απλή και δεν σκέφτεται.
Ο μυστικισμός μου συνίσταται στο να αρνείται τη γνώση.
Μόνο να ζω θέλω, κι αυτό να μην το σκέφτομαι.
Δεν ξέρω τι είναι φύση: την τραγουδώ.
Ζω στην κορφή ενός λοφίσκου,
Σ’ ένα ασβεστωμένο σπίτι, μοναχικό.
Κι αυτός είναι ο ορισμός μου.

ΧΧΧVI
Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
Και δουλεύουν τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!
Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
Που χτίζει έναν τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!
Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…
Το σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω…
Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι
Στην κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.
Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.

XL
Μια πεταλούδα περνά από μπροστά μου
Και για πρώτη φορά παρατηρώ στη Δημιουργία
Ότι δεν έχουν χρώμα ή κίνηση οι πεταλούδες,
Κανονικά, όπως χρώμα ή άρωμα δεν έχουν τα λουλούδια.
Χρώμα είναι αυτό που χρωματίζει της πεταλούδας τα φτερά
Κίνηση είναι αυτό που υπεισέρχεται στην κίνηση της πεταλούδας
Άρωμα είναι αυτό που αρωματίζει του λουλουδιού τη μυρωδιά.
Η πεταλούδα είναι μονάχα πεταλούδα
Και το λουλούδι, απλά ένα λουλούδι.

XLII
Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε
Κι ο δρόμος δεν έγινε ούτε πιο άσχημος ούτε πιο όμορφος.
Έτσι και με των ανθρώπων τη δράση, σε όλο τον κόσμο.
Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα.
Περνάμε και ξεχνιόμαστε.
Κι ο ήλιος έρχεται κάθε μέρα στην ώρα του

7-5-1914
Όταν έρθει η Άνοιξη
Ίσως πια να μη βρίσκομαι στον κόσμο.
Σήμερα, να μπορούσα θα’ θελα
Την Άνοιξη σαν πρόσωπο να την σκεφτώ.
Θα μπορούσα έτσι να φανταστώ πως κλαίει για μένα
Βλέποντας πως το φίλο το μοναδικό της έχει χάσει.
Μα η Άνοιξη δεν είναι ούτε πράγμα,
ούτε ένας τρόπος να μιλάς.
Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν
Υπάρχουν νέα φύλλα, νέα λουλούδια
Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.
Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται
Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι.
 
7-11-1915
Ίσως αυτή να είναι
Η τελευταία μέρα της ζωής μου.
Το χέρι το δεξί μου σήκωσα τον ήλιο χαιρετώντας.
Μα δεν τον χαιρετούσα για αντίο.
Ήμουν χαρούμενος
Που να τον δω ακόμα μια φορά μπορούσα.
–Αυτό ήταν όλο.
 
 
F e r n a n d o P e s s o a (1888-1935)
Μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης

SWAY

μα εγώ θα αφεθώ στο στρόβιλο που ακούγεται κάπως έτσι...



και μου φτιάχνει τη διάθεση!!!

STONES



στροβιλισμός ή κάποιο άτοπο σχόλιο κάτω από ήλιους ξένους
άγνωστους
σα χέρια τεντωμένα που αγωνιούν και αγωνίζονται για λίγο περισσότερο ουρανό
ποτίζω τα δέντρα λέξεις, ήχους, αγκαλιές
να καρπίσουν όμορφα όνειρα, ζωογόνες στιγμές

αδρές οι γραμμές μου
σκιές οι φωνές μου
νύχτα
ξανά

Silena 8/9/2011

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

ΚΟΥΡΕΛΙΑ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΑ



Σαν ένα παλιό λασπωμένο κουρέλι που κανείς δεν ήθελε πια, έτσι έμοιαζε όπως ήταν κουλουριασμένος πάνω στο πεζοδρόμιο, γυμνός, ματωμένος, ένα κουβάρι όνειρα που μπλέχτηκαν πολύ κι έγιναν παρελθόν φθαρμένο και πεταμένο στο περιθώριο.

Πλησίασε το όνειρο μα δεν άγγιξε. Μια εκνευριστική συριστική φωνή ακούστηκε δυνατά πίσω μου, μα  η σκέψη ήταν μακριά σε σκοτεινές στοές αθανάτων, η ύλη εδώ να επιβεβαιώνει πως δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς κι εγώ, χαμένη στη μάζα που κάθε άλλο παρά ζωή κουβαλούσε μέσα της.

Στάθηκα για αρκετά λεπτά να κοιτάζω, ένιωσα έντονα την ανάγκη ν' αγγίξω, μα η ανατριχιαστική κραυγή όμοια με ουρλιαχτό θηρίου μ' έφερε ξανά στην πραγματικότητα.

Περπατούσα, υπνοβατούσα. Ακούμπησα απαλά τα κλειδιά στο τραπέζι και οδήγησα τα βήματά μου, αθόρυβα, στο εργαστήρι. Άπλωσα στο πάτωμα, με πολύ αργές κινήσεις, πολλά μέτρα καμβά δίχως τέλος γιατί δεν ήξερα ακόμη πού θα με οδηγούσε. Στα χέρια μου δυο μεγάλα μπουκάλια μπογιάς. Κόκκινο, μαύρο. Αυτά είν' αρκετά, ψιθύρισα κι άπλωσα την ψυχή μου στον καμβά να αναπνεύσει, φωτιά, θάνατο, ζωή, ελπίδα, απελπισία, ομορφιά, ασκήμια, όνειρο και ξανά ζωή... Κι έπειτα σκόρπισα το σώμα μου κομμάτι κομμάτι μέχρι να ματώσει, ένα κουρέλι πάνω στο πεζοδρόμιο δίχως συγκεκριμένο σχήμα και μορφή.

Νύχτωνε, με το σώμα γέμιζα το πανί κόκκινες μνήμες, μαύρες σιωπές, λευκά όνειρα.
Νύχτωνε, με τα χέρια ανέμιζα λαθραίες φαντασιώσεις, με τα χείλη κλείδωνα τις ντροπές
Νύχτωνε....
Απόμεινα εκεί για μήνες, χρόνια, αιώνες.

Silena 7/9/2011

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

NICOLA PIOVANI

ROBERT DESNOS

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΟΙΗΜΑ
Τόσο δυνατά σ’ ονειρεύτηκα,
τόσο περπάτησα, τόσο εμίλησα,
τόσο δε τον ίσκιο σου αγάπησα,
που άλλο δε μου μένει πια από σένανε τίποτα
παρά μόνο ίσκιος νά ’μαι ανάμεσα στους ίσκιους
και νά ’μαι εκατό φορές πιο ίσκιος απ’ τον ίσκιο:
νά ’μαι ίσκιος που θά ’ρθει και θα ξανάρθει
και θα ξανάρθει στη ζωή σου την ηλϊόφωτη.

Robert Desnos

Απόδοση στα ελληνικά: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

NOUVELLE VAGUE

οι Nouvelle Vague ξανά στην Αθήνα (στην Τεχνόπολη, στις 6/9) – με τις Melanie Pain και Liset Alea, νομίζω πως δεν μπορούμε να τους αρνηθούμε.... ένα χορό!!

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

I'M BACK



καλό μήνα αγαπημένοι μου φίλοι, μόλις επέστρεψα από διακοπές και μια ακόμη έκθεση ζωγραφικής, λιγάκι κουρασμένη μα πολύ ικανοποιημένη, το τραγουδάκι εξαιρετικά αφιερωμένο σε σας μαζί με τις καλύτερες ευχές μου για ένα όμορφο φθινόπωρο

LOUISE BROOKS