Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

μέρος 1ο


μέρος 2ο


μέρος 3ο


(Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία –
λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
- μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει
ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου
είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς
με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε
οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου,
- διατήρησα καλή την όρασή μου ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά.
Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
- 8, 16, 32, 64 -
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 -
κ’ οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα –
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; -
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα
τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι
που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων –
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα)
- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,
σου φθάνει ο θαυμασμός σου, -
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. –
Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη,
κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, -
ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, -
κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή
παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, - πώς να το φέρω; - Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,
αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω
μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –
κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί –
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κ' η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες
που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
– δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,
τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω
– κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα,
είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε,
ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος
ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, -
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;

Βαθύ βαθύ το πέσιμο,
βαθύ βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, -
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος.
Έτσι κάθε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο
πού κάνουν οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ' ετοιμάζω δυο - ποιος να τον πιει τον άλλον; -
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας
απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες - τι να τις κάνεις; -
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει
να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι –
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-
ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα ‘κρυβε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μία πολύ γνώστη μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κ' ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αϊ-Νικόλα, πριν κατεβεί τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να ‘ναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο, ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει «η παρακμή μίας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; το ραδιόφωνο συνεχίζει.)

AN ANCIENT SONG



από κείνα τα βάθη
τα απύθμενα
βγήκε η φωνή
ζητώντας αέρα
αέρα καθαρό ν' αναπνεύσει
να μη χαθεί στα βάθη
τα απύθμενα

από κείνα τα βάθη
βγήκε κι η ματιά σου
η καταγάλαζη
σαν τον ωκεανό
δίχως όρια
δίχως τέλος κι αρχή

αυτό αγάπησα σε σένα
το δίχως...

Silena 31/1/2011

GLOOMY SUNDAY by Bjork



roundel , σ' ευχαριστώ πολύ!

NOIR DESIR



στο χάδι του ανέμου
θ' αφεθώ
το δάκρυ μου να πάρει
το βλέμμα δύναμη να κάνει
το ταξίδι ν΄αρχίσει ξανά

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

GLOOMY SUNDAY



έτσι μοιάζουν οι συνειρμοί μου
με γέφυρες
που στερεώνονται βιαστικά
για να σώσουν το κορμί
από την πτώση

με γέφυρες
που ενώνουν τη σκέψη με το άπειρο
και υπομονετικά περιμένουν
αφουγκράζονται λες
τα βήματά μου

δειλά στην αρχή
αποφασιστικά έπειτα από λίγο
να περνάνε ...απέναντι!

Silena 30/1/2011

A WAY OF LIFE


ακόμα εδώ με βρίσκεις
να ψάχνω για την χαμένη αθωότητα
που έφυγε, που κύλησε
σα δάκρυ
μια νύχτα απ' τα μάτια μου

ακόμα εδώ με βρίσκεις
να κυνηγάω χίμαιρες
να ζωγραφίζω φωτεινά φεγγάρια
κι έπειτα
έτσι ξαφνικά
να χυμάω στης θάλασσας τα βάθη
να τα πνίξω για πάντα
τα ονείρατα τούτα που μου υπόσχονται τον παράδεισο
και μου χαρίζουν απλόχερα την κόλαση

τα ονείρατα τούτα που θα κάψω τη στιγμή ακριβώς
που ξεπροβάλλει ο ήλιος
τη στιγμή ακριβώς που μια καινούργια μέρα γεννιέται..

Silena 30/1/2011

THE SHADOW OF YOUR SMILE



σα τους ψίθυρους της ματιάς σου!

σα τη σκιά
που στάθηκε μια στιγμή
στις άκρες απ' τα χείλη σου
οι λέξεις
χάθηκαν
πίσω από ανερμήνευτα όνειρα
και της καρδιάς οι παλμοί
πίσω
από μπερδεμένες σιωπές..

Silena 30/1/2011

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ - ΑΣΚΗΤΙΚΗ

Η ΠΟΡΕΙΑ
Μα ξάφνου μια σπαραχτικιά κραυγή μέσα μου: -"Βοήθεια!" Ποιος φώναξε; Μάζωξε τη δύναμη σου κι αφουκράσου. όλη η καρδιά του άνθρωπου είναι μια κραυγή. Ακούμπησε απάνω στο στήθος σου να την ακούσεις, κάποιος μέσα σου αγωνίζεται και φωνάζει.

Χρέος σου, σε πάσα στιγμή, μέρα και νύχτα, σε χαρά και σε θλίψη, μέσα από την καθημερινήν ανάγκη, να ξεχωρίσεις την Κραυγή τούτη, να την ξεχωρίσεις ορμητικά ή συγκρατημένα, όπως βολεί στη φύση σου, γελώντας ή κλαίγοντας, ενεργώντας ή στοχαζόμενος, και να μάχεσαι να νιώσεις ποιος είναι αυτός που κιντυνεύει και φωνάζει. και πώς μπορούμε εμείς να στρατευτούμε, όλοι μαζί, και να τόνε λευτερώσουμε.

Μέσα στην πιο μεγάλη χαρά μας ένας μέσα μας φωνάζει: -"Πονώ! Θέλω να ξεφύγω από τη χαρά σου! Πλαντώ!"

Μέσα στην πιο μεγάλη απελπισία μας ένας μέσα μας φωνάζει: -"Δεν απελπίζουμαι! Παλεύω! Γαντζώνουμαι απάνω από την κεφαλή σου, ξεθηκαρώνω από το σώμα σου, ξεθηκαρώνω από τη γης, δε χωρώ σε μυαλά, σε ονόματα, σε πράξες!"

Μέσα από την πιο πλατιά αρετή μας ένας ανασηκώνεται, απελπισμένος, και φωνάζει: -"Στενή είναι η αρετή, δεν μπορώ ν' αναπνέψω. Μικρός, στενός είναι ο Παράδεισος, δε με χωράει. Σαν άνθρωπος μου φαίνεται ο Θεός σας, δεν τον θέλω!"

Ακούω την άγρια κραυγή κι ανατινάζουμαι. Μέσα μου, η αγωνία που ανηφορίζει συντάζεται, για πρώτη φορά, σε ακέραιη ανθρώπινη φωνή, στρέφεται κατά πρόσωπο και με φωνάζει καθαρά, με τ' όνομα μου, με τ' όνομα του γονιού μου και της ράτσας μου!

Είναι η μεγάλη κρίσιμη στιγμή. Είναι το σύνθημα της Πορείας. Αν δεν ακούσεις την Κραυγή τούτη να σκίζει τα σωθικά σου, μην ξεκινήσεις! Ξακλούθα με υπομονή, με υποταγή την ιερή θητεία σου στον πρώτο, στο δεύτερο, στον τρίτο βαθμό της προετοιμασίας. Κι αφουκράζου: Στον ύπνο, στον έρωτα, στη δημιουργία, σε μιαν αφιλόκερδή σου περήφανη πράξη ή μέσα σε βαθιά απελπισμένη σιωπή, ξάφνου μπορεί ν΄ ακούσεις την Κραυγή και να κινήσεις.

Ως τώρα έρεε η καρδιά μου, ανέβαινε, κατέβαινε με το Σύμπαντο. Μα ως άκουσα την Κραυγή, το σπλάχνο μου και το Σύμπαντο χωρίστηκαν σε δυο στρατόπεδα.

Κάποιος μέσα μου κιντυνεύει, σήκωσε τα χέρια του και μου φωνάζει: -"Σώσε με!" Κάποιος μέσα μου ανεβαίνει, παραπατάει και φωνάζει: "Βοήθεια!"

Ποιά στράτα από τις δυο αιώνιες να διαλέξω; Ξαφνικά νογώ, από την απόφαση μου τούτη κρέμεται όλη μου η ζωή. Κρέμεται όλη η ζωή του Σύμπαντου. Από τις δυο στράτες, διαλέγω τον ανήφορο. Γιατί; Χωρίς νοητά επιχειρήματα, χωρίς καμιά βεβαιότητα. Κατέχω πόσο ανήμπορος στην κρίσιμη τούτη στιγμή είναι ο νους κι όλες οι μικρές βεβαιότητες του ανθρώπου. Διαλέγω τον ανήφορο, γιατί κατά κει με σπρώχνει η καρδιά μου. -"Απάνω! Απάνω! Απάνω!" φωνάζει η καρδιά μου και την ακολουθώ μ' εμπιστοσύνη.

Νιώθω, αυτό ζητάει από μένα η τρομερή αρχέγονη Κραυγή. Πηδώ στο πλευρό της! Ταυτίζω τημοίρα μου μαζί της.

Κάποιος μέσα μου αγωνίζεται ν΄ ανασηκώσει ένα βάρος, ν΄ αναμερίσει τη σάρκα και το νου, νικώντας τη συνήθεια, την τεμπελιά και την ανάγκη. Δεν ξέρω από που έρχεται και που πάει. Μέσα στο εφήμερο στήθος μου αδράχνω την πορεία του αφουκράζουμαι το αγκομαχητό του, ανατριχιάζω αγγίζοντας τον. Ποιος είναι; Στήνω το αυτί, θέτω σημάδια, οσμίζουμαι τον αγέρα. Ανηφορίζω, ψάχνοντας προς τα πάνω, αγκομαχώντας. Αρχίζει η φοβερή, η μυστική Πορεία.


ANGELO DEBARRE



αναστατώνει την καρδιά
ο ήχος αυτός
δεν την αφήνει
ανύποπτη να ζει
απλώς να χτυπάει
κάθε μέρα
κάθε νύχτα
στον ίδιο πάντα ρυθμό

δεν του αρέσει του ήχου αυτού
η επανάληψη
μέσα στην εναλλαγή
βρίσκει την ομορφιά
μέσα στο απρόσμενο
τη λάμψη...

Silena 29/1/2011

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

PAROV STELAR



ασυνήθιστος συνδυασμός ήχων που δίνει ένα υπέροχο αποτέλεσμα...

MOBY again

MOBY


 

PETER GABRIEL

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΩΝΗ


Το έργο «Ανθρώπινη φωνή» The Human Voice γράφτηκε το 1930, είναι από τα λίγα ημιτελή θεατρικά έργα τα οποία σημείωσαν μια τόσο σημαντική πορεία. Είναι ένα έργο ανθρώπινο, ψυχαναλυτικό.
Ο Ζαν Κοκτώ, σόκαρε την εποχή του παρουσιάζοντας μια μεγαλοαστή γυναίκα να υποφέρει, να καταρακώνεται και να σπαράζει για τον εραστή της που την έχει εγκαταλείψει. Η κοινωνική ελίτ ξεγυμνώνεται στο πρόσωπο της προδομένης ηρωίδας. Η τραγική σύγκρουση που την οδηγεί σε θανάσιμο αδιέξοδο, είναι ο κόσμος που κτίζεται, όπως κτίζεται, γύρω της.

Ανθρώπινη φωνή,ένα απ τα σημαντικότερα μονόπρακτα του καιρού μας.

Συγκλονιστική η ερμηνεία της Έλλης Λαμπέτη, στην "Ανθρώπινη Φωνή"





"The human voice" από την Ingrid Bergman, τα λόγια εδώ, περιττεύουν!

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

GARE DU NORD

ένα τραγούδι που με συγκινεί
βαθιά
θέλω να το μοιραστώ μαζί σας
γιατί ξέρω
πως λαμβάνετε τους υπαινιγμούς της αναπνοής μου...
και αναστενάζετε!!!

which side are you on



without comments...

Friedrich Nietzsche - ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΖΕΙΣ

- Να ζεις;... έχει τη σημασία του να ρίχνεις συνεχώς μακρυά σου κάθε τι που θέλει να πεθάνει.
- Να ζεις;... σημαίνει να είσαι σκληρός και άσπλαχνος για κάθε τι που γεράζει και αδυνατίζει μέσα σου.
- Να ζεις λοιπόν..., σημαίνει να μη λυπάσαι τους γέρους, τους δυστυχισμένους και τους ετοιμοθάνατους;
- Να ζεις..., σημαίνει να σκοτώνεις χωρίς σταματημό;
Κι όμως κάπου, ο Μωυσής όταν είπε τις δέκα εντολές ανάφερε το "ού φονεύσεις".

"Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΣΚΟΠΟΥ ΤΗΣ ΖΩΗΣ"
Friedrich Nietzsche
Μτφ. Χρύσας Αντωνίου

REALITY & FANTASY

κι επειδή πάντα οι άνθρωποι
κινούμαστε μεταξύ φαντασίας
και πραγματικότητας, ας συνεχίσουμε
σταθερά το ταξίδι σε όμορφο ρυθμό...

DAVELL CRAWFORD TRIO

και συνεχίζω με τον Davell Crawford Trio που εμφανίζεται
στο Half Note από αύριο έως τις 3/2, νομίζω πως είναι καταπληκτικός

ακούστε αυτό και θα καταλάβετε τι εννοώ!

CHINA MOSES



κόρη της Dee Dee Bridgewater η China Moses συνεχίζει το μύθο της μητέρας της, τραγουδώντας jazz,  το 2009 παρουσιάζει το άλμπουμ "This One's For Dinah", με τον πιανίστα Raphael Lemonnier, ένα αφιέρωμα στην μεγάλη Dinah Washington.

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

MADELEINE PEYROUX



like a wind
i will blowing around
whispering with the leaves
sharing my dreams
with the stars and the moon
and my darkness...

between the bars

Silena 26/1/2011

CARO EMERALD

Cirque Du Soleil

σας χαρίζω αυτό το πολύ ιδιαίτερο τραγούδι
το βρίσκω πολύ ...παραμυθένιο και νοσταλγικό!



και αυτό πολύ... τρυφερό!

BJORK - SCATTERHEART

σα παραμύθι
που έμεινε στη μέση
περιμένω με αγωνία
να ξετυλιχτεί
το κουβάρι της φαντασίας
σα κορδέλα
πλατιά
λευκή
πανέμορφη
ν' αρχίσει
να κινείται και να κινείται
να χαιδεύει τον αέρα
τρυφερά
ερωτικός σπασμός
άρωμα νύχτας
διάφανα όνειρα
θα δω απόψε..

Silena 26/1/2011

THE SUN

κι αν ο ήλιος
ξεχαστεί
και δεν ανατείλει μέσα απ' τη θάλασσα σήμερα?
κι αν η ψυχή
δε βρει φωτιά να ζεσταθεί?

τότε θα πυρπολήσω τα όνειρα
τότε θα αναστήσω τις φωνές
τότε θα φτιάξω το κλειδί
που ξεκλειδώνει τις πύλες του ήλιου
να φέρω φως και ζεστασιά
να φέρω την ελπίδα
ξανά
σε τούτο το κόσμο
που ξεχάστηκε
στη νύχτα


Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

ΤΑ ΧΑΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ

ολομόναχη
περπατώ ξυπόλυτη
μέσα στο πυκνό δάσος

ψάχνω για χαμένα όνειρα

μα το δάσος είναι πυκνό
τόσο πυκνό

ούτε μια μικρή υποψία φωτός
δε μπορεί να τρυπώσει
μέσα από τα πυκνά φύλλα των δέντρων

νιώθω το ψιθύρισμα του ανέμου
μακριά
και τα ουρλιαχτά των λύκων
κοντά

φοβάμαι
μα το φόβο νικάει η ελπίδα
να δω το φως του φεγγαριού
να ξαναβρώ τα χαμένα όνειρα

και ναι
να ένα ξέφωτο
ολόφωτο απ' το φεγγάρι
και να
όλα τα χαμένα μου όνειρα
τριγύρω από μια μεγάλη φωτιά
να με περιμένουν!!
πλησιάζω και τους χαμογελώ...

Silena 25/1/2011

ESA NOCHE

όμορφη μουσική
χωρίς σύνορα
τρυφερή
με μια μικρή δόση μελαγχολίας

IMPRESSIONS



εξαιρετικό!!

PAPER MOON

ΜΙΑ ΦΙΛΙΑ ΠΟΥ ΑΝΤΕΧΕΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

χθες, έπειτα από μια δύσκολη μέρα
γύρισα σπίτι με διάθεση...σκοτεινή

όταν χτύπησε το τηλέφωνο

μια φωνή που είχα καιρό ν' ακούσω
μου ξύπνησε θύμησες παλιές
μου θύμησε πόσο απλό είναι
να βρεις τη γαλήνη
και να νιώσεις όμορφα

ήταν χρόνια πριν
που καθόμασταν σε ακρογιαλιά
και κείνη έπαιζε τη φυσαρμόνικα
μόνη σε μια άκρη

πλησίασα κι άρχισα να σιγοτραγουδώ
στο ρυθμό
κι ένιωσα τέτοια γαλήνη μέσα μου
όπως η θάλασσα που μόλις τα αφρισμένα κύματα κοπάσουν
ηρεμεί, γαληνεύει κι ονειρεύεται

έτσι γεννήθηκε μια φιλία πολύ δυνατή στο χρόνο

κι άρχισα πάλι να τραγουδώ
αυτό το όμορφο τραγούδι
κι άρχισα πάλι να γαληνεύω

ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΑΧΤΙΔΕΣ

αυτά τα χέρια
θα πάρω να πετάξω

κι όταν φτάσω ψηλά
αυτά τα χέρια
θ' απλώσω
να πιάσω
τις αχτίδες του

κι όταν αγγίξω
την πρώτη αχτίδα

τότε
θα λάμψω

κι όταν αγγίξω
τη δεύτερη αχτίδα

τότε
θα καώ

κι άλλες αχτίδες
θέλω κι άλλες αχτίδες
για να πιαστώ

Silena 25/1/2011

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

A STORY


…………
Κάθε μεταβολή που γινόταν μέσα μου, κάθε στενοχώρια μου την καταλάβαινε αμέσως. Μου φαινόταν πως τα όνειρα που έβλεπα εμπνέονταν από κείνη. Συχνά τα διηγόμουν, τα έβρισκε φυσικά και τα καταλάβαινε. Δεν υπήρχε κανένα μυστήριο που η διαίσθησή της να μην μπορεί να εξηγήσει. Ένα διάστημα, τα όνειρά μου καθρέφτιζαν τις συζητήσεις μας της μέρας. Ονειρευόμουν πως ολόκληρος ο κόσμος βρισκόταν σε μεγάλη αναστάτωση και μόνος ή μαζί με τον Ντέμιαν περίμενα με αγωνία τη «μεγάλη μοίρα». Η μορφή της μοίρας ήταν σκεπασμένη με πέπλο μα είχε τα χαρακτηριστικά της φράου Εύας. Να με διαλέξει ή να με απορρίψει εκείνη: αυτή ήταν η μοίρα μου.

Συχνά μου έλεγε χαμογελαστή: «Το όνειρό σας δεν είναι ολοκληρωμένο, Σινκλέρ. Λησμονήσατε ό,τι καλύτερο υπήρχε σ’ αυτό». Αμέσως τότε κατάφερνα να το θυμηθώ και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς το είχα ξεχάσει. Άλλοτε πάλι ήμουν ανήσυχος και με τυραννούσαν επιθυμίες. Ένιωθα πως δε βαστούσα άλλο να την έχω πλάι μου και να μην μπορώ να τη σφίξω στην αγκαλιά μου. Γρήγορα το κατάλαβε. Όταν κάποια φορά έλειψα κάμποσες μέρες και ξαναγύρισα στενοχωρημένος, με πήρε παράμερα και είπε:

«Δεν πρέπει να παραδίδεστε σε επιθυμίες που δεν πιστεύετε. Ξέρω τι επιθυμείτε. Θα πρέπει, ωστόσο, είτε να μπορέσετε να παραιτηθείτε από αυτές τις επιθυμίες ή να ποθήσετε πραγματικά. Αν ποτέ μπορέσετε να πιστέψετε στην εκπλήρωση κάποιας επιθυμίας σας, τότε αργά ή γρήγορα θα πραγματοποιηθεί. Τώρα όμως επιθυμείτε στην αρχή, ύστερα μετανιώνετε και αγωνιάτε. Πρέπει να τα ξεπεράσετε αυτά. Ελάτε, θα σας διηγηθώ μια ιστορία».

Και μου διηγήθηκε για κάποιο νέο που είχε ερωτευτεί ένα αστέρι. Στεκόταν κοντά στη θάλασσα, άπλωνε τα χέρια και παρακαλούσε το αστέρι, το ονειρευόταν, το συλλογιζόταν ολοένα. Αλλά ήξερε, ή νόμιζε πως ήξερε, ότι ένας θνητός δεν μπορεί ν’ αγκαλιάσει ένα άστρο. Πίστεψε πως ήταν γραφτό του ν’ αγαπά ένα αστέρι δίχως ελπίδα να πραγματοποιηθεί η επιθυμία του και με τη σκέψη αυτή έφτιαξε ένα ποίημα για να εκφράσει την παραίτησή του, το μαρτύριο και το βουβό του πόνο που θα τον έκανε καλύτερο και θα τον εξάγνιζε. Όλα τα όνειρά του, όμως, τα γέμιζε το αστέρι. Μια νύχτα, στάθηκε σ’ ένα βράχο κοντά στη θάλασσα και το συλλογίστηκε και η καρδιά του φλογιζόταν από αγάπη. Σε μια στιγμή δε βάσταξε άλλο και από τη λαχτάρα του ρίχτηκε στο κενό για να ανταμώσει το αστέρι. Μα την ώρα ακριβώς που πηδούσε, σαν αστραπή πέρασε από το νου του η σκέψη «δεν μπορεί, είναι αδύνατο!». Κι έπεσε και τσακίστηκε στην ακρογιαλιά. Δεν είχε μάθει ν’ αγαπά. Αν τη στιγμή που πηδούσε είχε πιστέψει σταθερά στην πραγματοποίηση της επιθυμίας του, θα είχε πετάξει στο κενό και θα έσμιγε με το αστέρι…

«Η αγάπη δεν πρέπει να εκλιπαρεί», πρόσθεσε, «μήτε να απαιτεί. Η αγάπη πρέπει να έχει τη δύναμη να γίνει βεβαιότητα. Τότε παύει να ελκύεται και αρχίζει να ελκύει. Η αγάπη σας, Σινκλέρ, ελκύεται από εμένα. Σαν αρχίσει να με ελκύει, θα έρθω. Δε θέλω να δώσω δώρα. Θέλω να με κερδίσουν».

"Demian"
Hermann Hesse

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

BALLAD OF A THIN MAN

πάνω του έπεσα τυχαία
και πραγματικά
δε θα μπορούσα
να μην το αναρτήσω!!
παλιό μα συγκλονιστικό..



You walk into the room

With your pencil in your hand
You see somebody naked
And you say, "Who is that man ?"
You try so hard
But you don't understand
Just what you'll say
When you get home.

Because something is happening here
But you don't know what it is
Do you, Mister Jones ?

You raise up your head
And you ask, "Is this where it is ?"
And somebody points to you and says
"It's his"
And you says, "What's mine ?"
And somebody else says, "Where what is ?"
And you say, "Oh my God
Am I here all alone ?"

But something is happening here
But you don't know what it is
Do you, Mister Jones ?

ARCHIVE

είμαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος
όμως δεν κοιτώ
προς τα έξω
όπως όλοι οι συνηθισμένοι άνθρωποι

είμαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος
όμως κοιτώ
προς τα μέσα
όπως όλοι οι συνηθισμένοι άνθρωποι!

κι απλώνομαι σαν όμορφο όνειρο
στη νύχτα σας
χωρίς αίμα στα χέρια
με το πρόσωπό μου λευκό σα πάχνη
διάφανο σα τα δίχτυα του μυαλού μου
που μέσα τους πιάστηκε η ψυχή μου
κι απόψε

κι απλώνομαι
σαν αστέρι
γεμίζω με τη φωτιά μου τον ουρανό
κι έπειτα μιλάω με το φεγγάρι

silena 23/1/2011

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

FIRE

F.....for Freedom
I......for Innocence
R.....for Randomness
E.....for Eternity


JAZZ FOR EVER

οι νότες πετάνε
ταξιδεύουν
μιλάνε
επικοινωνούν
τόσο φυσικά, τόσο άμεσα
χωρίς ίντριγκες και διαφωνίες!!
τόσο όμορφα συναισθήματα
τόσο ήρεμα
γεννιούνται
και κουβεντιάζουν
έτσι
απλά!

Silena 22/1/2011


Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

ΚΑΛΕΣΜΑ

ποιος θα πάρει τα όνειρά μου αγκαλιά
ποιος θα ανασάνει τις σκιες που γεμίζουν τη μνήμη
ποιος θα διώξει μ' ένα χάδι το δάκρυ

δε ζητώ
μόνο προσμένω

δεν ψάχνω
μόνο ονειρεύομαι

δεν τραγουδάω
μόνο ψιθυρίζω

κάλεσμα αέρινο
στη φωτιά
που θα ζεστάνει την ψυχή μου

Silena 21/1/2011

ERIK SATIE

ΛΕΥΚΕς ΣΚΕΨΕΙς

λευκές σα το χιόνι
οι σκέψεις
περιμένουν ήχους
νεύματα
αγγίγματα
πάνω τους ν' αποτυπωθούν
λευκές σα το χιόνι
οι πνοές
τον άνεμο προσμένουν
να αναλυθούν σε φως

Silena 21/1/2011

Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

BREATHE

το βλέμμα μου
κινείται ολόγυρα
ψάχνει την στιγμή
μέσα στη στιγμή
κουβαλάει τα όνειρα
αγκαλιά
ανταύγειες σιγανές
από το χαμόγελο
εκείνης της νύχτας
με το φεγγάρι
που φλέγονταν
στον ουρανό

Silena 20/1/2011


Koyaanisqatsi or Life out of balance


Το Koyaanisqatsi ("ζωή χωρίς ισορροπία" στη διάλεκτο των ινδιάνων Hopi) είναι το πρώτο μέρος της τριλογίας "Koyaanisqatsi" - "Powaqqatsi" - "Naqoyqatsi", την οποία ο Reggio εμπνεύστηκε από την κουλτούρα των Ινδιάνων Hopi.

Με παραγωγό τον Francis Ford Coppola, διευθυντή φωτογραφίας τον Ron Fricke, και μουσική του Philip Glass  πρόκειται για ένα πειραματικό ντοκιμαντέρ που "εφηύρε" ο Godfrey Reggio  χωρίς υπόθεση ή αφήγηση. Για οπτικό του μέρος έχει έναν καταιγισμό τοπίων της υπαίθρου είτε εικόνων από τη ζωή σε αστικά κέντρα, σε εναλλαγή με στιγμιότυπα από την καθημερινότητα ανώνυμων ανθρώπων.

Μια επίκαιρη ταινία, παρότι αρκετά παλιά (1982), ταινία που κάποιες στιγμές προσπαθεί να αποκαλύψει ή μάλλον να βρει (αν υπάρχει!) την ομορφιά του "θηρίου" κι άλλες στιγμές δημιουργεί συναισθήματα τρομακτικά και αγχωτικά όμοια μ' αυτά που ζούμε καθημερινά..

Οι άνθρωποι δίνουμε στον κόσμο μας το χαρακτηρισμό "όμορφος" επειδή δεν μπορέσαμε να δούμε ή έστω να φανταστούμε κάτι άλλο.

Ο τρόπος ζωής μας χαρακτηρίζεται συνήθως από εμάς τους ίδιους ως ..."ικανοποιητικός" ή "καλός" ή κάτι... σε υπερθετικό βαθμό!

Όμως αν μπορούσαμε να γίνουμε θεατές αυτού του παγκοσμιοποιημένου κόσμου της υψηλής τεχνολογίας, ίσως και να τρομάζαμε με την παντελή έλλειψη "πρωτοτύπων"!

Η φύση έχει εκλείψει και αντικαταστάθηκε από μια τεχνητή ή καλύτερα πλαστική φύση, κατασκευασμένη από τον ίδιο τον άνθρωπο ο οποίος έχοντας πλέον θεό του την απληστία, ξέχασε την πηγή της ύπαρξής του και το μυστήριό της.

Ο θεατής καλείται να θέσει ο ίδιος τα ερωτήματα στον εαυτό του, να αισθανθεί έντονα συναισθήματα, να αφυπνιστεί!

Άλλωστε αυτός δεν είναι και ο ρόλος της τέχνης??

WORDS

Μικρά ψήγματα, τόσο μικρά που δεν δίνω σημασία στην αρχή. Κι αυτά πολλαπλασιάζονται δίχως να ρωτήσουν. Γεμίζουν σιγά-σιγά το μυαλό μου. Νιώθω πως θα εκραγώ από το πλήθος τους. Είναι συναισθήματα που εμφανίζονται ξαφνικά. Μερικά είναι γνώριμα σε μένα από καιρό μα υπάρχουν κι άλλα, πολλά, άγνωστα που μεγαλώνουν ανεξέλεγκτα, γιγαντώνονται. Δεν υπάρχει χώρος. Η αναπνοή αγωνίζεται να βγει. Θέλω χώρο, ουρλιάζω, θέλω χρόνο. Και το μυαλό γεμίζει ολοένα και πιο πολύ.

Και τότε, τότε έρχεται η στιγμή που νιώθω το ζεστό ποτάμι των λέξεων να με κατακλύζει και να ξεχύνεται από μέσα μου, κι εγώ ανήμπορη να αντιδράσω αφήνομαι σε ένα πρωτόγνωρο παραλήρημα μετουσίωσης των συναισθημάτων, σε λέξεις. Γεννάω λέξεις, που βγαίνουν ορμητικά κι αγκαλιάζονται για να ζεσταθούν, κι οι λέξεις γεννάνε άλλες λέξεις κι αυτές στην ίδια αγκαλιά ματώνουν καθώς πέφτουν άναρχα στον αέρα και η ταχύτητά τους ξεπερνάει το φως. Κι οι λέξεις εκτινάσσονται και φτάνουν στον ήλιο μα επανέρχονται ξανά και ξανά με απίστευτη δύναμη. Διαστέλλονται λες από τη θέρμη του.

Τότε ζητάω τη σιωπή. Σιωπή. Οι λέξεις κοιμούνται ήρεμα. Βρίσκουν τη θέση τους, μόνες τους, χωρίς τη δική μου βοήθεια. Ανοίγω τα μάτια μου. Δεν είναι τρομαγμένα πια. Η αναπνοή βρίσκει το ρυθμό της. Ηρεμία. Τότε αρχίζω να τις αποτυπώνω, σύμβολα στο χαρτί, εκρήξεις στην ψυχή, δάκρυα ή γέλια ή λυγμοί. Κι όταν ακούσω το πρώτο τους κλάμα, τότε έχω τη σιγουριά πως φέρνουν μέσα τους τη ζωή. Τη δική μου!

Silena 20/1/2011

WHAT IS HAPPINESS??



ευτυχία
μια λέξη μόνο
μα πόσα πολλά συναισθήματα...

ευτυχία
μια λέξη μόνο
μα πόσο μέσα σε όλα
τα απλά
τα καθημερινά

μέσα σε όλα αυτά που προσπερνάμε
δίχως ούτε μια ματιά!!

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

ANDREI RUBLEV by Andrei Tarkovsky

ένα αριστούργημα του Andrei Tarkovsky
Τα λόγια δε μπορούν να περιγράψουν την ποίηση της εικόνας!



"It might be God or just whatever, but this night smells of incense
The tall wood all around, mosses on the knoll
Perhaps this is a blessing or an ambush on our sense
A good feeling to the touch, but such a chill through the soul.
There they go with their icons, with their icons so unknown
Their path is lit by holy light from the water so deep
I don't remember how we got up, how we walked out of the room
I just remember how warm a star it is that we seek."

Η ταινία είναι η ιστορία του Adrei Rublev, ενός μοναχού αγιογράφου που έζησε στη Ρωσία το 15ο αιώνα. Μέσα από τη δύναμη και το μυστικισμό της εποχής ο Ταρκόφσκι, σ' ένα κρεσέντο συναισθημάτων, σχολιάζει τη δική του εποχή.
Σιωπές, λιγοστό φως, μαγεία και ποίηση. Αγγίζει τις πιο ευαίσθητες γωνιές της ψυχής μας.
Σαγηνεύει, εξυψώνει, αποθεώνει την ίδια την τέχνη.

Και κλείνω την ανάρτηση αυτή με τα λόγια του Andrei Tarkovsky :
"Children understand my movies the best"
ίσως γιατί έχοντας τις αισθήσεις τους ελεύθερες και δεκτικές, γεύονται δίχως να αναλύουν ή να ψάχνουν για κρυμμένα νοήματα! Έτσι απολαμβάνουν την πραγματική ουσία της τέχνης!

MUSIC TRAVELLER

μια πολύ ξεχωριστή μουσική....



που αίφνης μου έφερε στο νου αυτή την υπέροχη μουσική!

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

I PUT A SPELL ON YOU (in 3 acts!)

Joss Stone's version ( i find it magic!!!)



Nina Simone's version  (i find it divine!!!)



and the original .... (i find it .........original!)

OBLIVION

πιο αέρινα απ' τον άνεμο
πιο τολμηρά απ΄ το θάρρος
πιο ελεύθερα απ΄ τα σύννεφα

πιο ερωτευμένα απ΄ την καρδιά
πιο αληθινά απ' τη ζωή
πιο όμορφα απ΄ τη θάλασσα

πιο πολύ.. όνειρα
είναι
των ανθρώπων τα όνειρα

silena 23/7/2010

ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ ΤΗς ΠΕΤΑΛΟΥΔΑς

μια πεταλούδα πέταξε
κι άγγιξε το μάγουλό μου

η πνοή
τόσο δροσερή, σα το φιλί
που χάρισες στα χείλη μου

κι η νύχτα
τόσο σκοτεινή, σα το απύθμενο το βάθος
των ματιών σου

Silena 18/1/2011

SIGNALS

κράτησα την καρδιά
στα χέρια
για να με γνωρίσεις!
κι άφησα τα μαλλιά μου
στον άνεμο
για να πιαστείς...

Silena 2010

BROKEN

μηνύματα
να περιμένουν
κάποιον παραλήπτη
και να συντροφεύουν
την ελπίδα

μα κάθε που το φεγγάρι
βγαίνει αγέρωχο
με το σκληρό του φως
να φωτίζει την άλλη μας πλευρά
στα χέρια την καρδιά κρατάμε
για ν΄αναστηθεί

αθεράπευτοι ταξιδευτές του ονείρου
εγκαταλείπουμε τη λογική
μες στο συρτάρι των ξεχασμένων σκέψεων

κρατάμε αγκαλιά το σπασμένο φεγγάρι
και πετάμε ψηλά
να πιάσουμε ό,τι ονειρευτήκαμε!

silena 18/1/2011

ST. GERMAIN

ένας εκπληκτικός συνδυασμός jazzy house και acid jazz μουσικής, από μια μπάντα που ψυχή της έχει το μοναδικό Ludovic Navarre

Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

GABIN

στα υγρά νήματα της νυχτερινής απόδρασης
θα αφεθώ
μια μαριονέτα σε περιπλάνηση, συγκινησιακού παροξυσμού?

BLACK SWAN



ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ ΤΑΙΝΊΑ!!!

Julio Cortázar

Αγγίζω το στόμα σου, με το δάχτυλό μου αγγίζω το περίγραμμα του σώματός σου, το σχεδιάζω σαν να το δημιουργεί το χέρι μου, σαν το στόμα σου να μισανοίγει για πρώτη φορά και αρκεί να κλείσω τα μάτια μου για να το σβήσω και να ξαναρχίσω να το φτιάχνω, και κάθε φορά κάνω να γεννιέται το στόμα που ποθώ, το στόμα που επιλέγει το χέρι μου και σχεδιάζει πάνω στο πρόσωπό σου, ένα στόμα επιλεγμένο ανάμεσα σε τόσα άλλα, επιλεγμένο με ηγεμονική ελευθερία από μένα για να το ζωγραφίσει το χέρι μου πάνω στο πρόσωπό σου και που από ένα γύρισμα της τύχης που δεν προσπαθώ να καταλάβω συμπίπτει ακριβώς με το στόμα σου που χαμογελάει κάτω από εκείνο που σχεδιάζει το χέρι μου.


Με κοιτάς, με κοιτάς από κοντά, κάθε φορά και από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα, κοιταζόμαστε όλο και από πιο κοντά και τα μάτια μεγαλώνουν, πλησιάζουν το ένα το άλλο, κολλάνε το ένα στο άλλο και οι κύκλωπες κοιτιούνται, οι ανάσες τους μπλέκουν, τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν ανόρεχτα, δαγκώνονται χείλια με χείλια, ακουμπώντας μόλις τη γλώσσα πάνω στα δόντια, παίζουν μέσα στον περίβολό τους όπου πηγαινοέρχεται ένας βαρύς αέρας με ένα παλιό άρωμα και μια σιωπή.

Τότε τα χέρια μου θέλουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου, να χαϊδέψουν αργά τα βάθη των μαλλιών σου ενώ φιλιόμαστε σαν το στόμα μας να είναι γεμάτο λουλούδια ή ψάρια, ζωηρές κινήσεις, σκοτεινή ευωδιά. Και όταν δαγκωνόμαστε ο πόνος είναι γλυκός κι όταν πνιγόμαστε με ένα σύντομο και τρομερό ταυτόχρονο ρούφηγμα της αναπνοής, αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι όμορφος. Και υπάρχει ένα και μόνο σάλιο, μια και μόνη γεύση από ώριμο φρούτο κι εγώ σε νιώθω να ανατριχιάζεις απάνω μου όπως η σελήνη στο νερό.

Julio Cortázar
"το κουτσό" κεφάλαιο 7


HURT

γύμνια και πόνος
πειράματα
ζωής!
απογοήτευση
ή γεύση?
ακολουθώ τις παράλογες διαδρομές μου
χωρίς να ρωτήσω το νου
βλέπεις τα χνάρια μου
στο υγρό χώμα?
ναι
είναι τα δάχτυλα της ψυχής!

Silena 17/1/2011

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

WOVEN HAND

έτσι όπως τα χέρια γίνονται νήματα
έτσι όπως τα χέρια κινούνται σα κύματα
ανεβαίνουν και κατεβαίνουν
νιώθουν
αναπνέουν
ταξιδεύουν
έτσι όπως τα χέρια γίνονται εμείς!!!

silena 16/1/2011

COLD

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

ΛΑΜΔΑ

μια τρομαγμένη αθωότητα είν' η ζωή μου
μοιάζει με τ' αστέρια
την ώρα που πέφτουν

Silena
(από την ποιητική συλλογή
"Αναμνήσεις ή το Αντίδοτο της Λήθης")

RAIN BY TEARS

έτσι στην αλλαγή της μέρας
αναδιπλώνομαι
γίνομαι σύννεφο
με τον άνεμο κυνηγιέμαι
και το δάκρυ μου 
στη σκέψη σου στέλνω
για να δροσιστεί

silena 15/1/2011


DOWN IN THE HOLE

φωνές
σφυρίγματα
ζητωκραυγές

τόσος κόσμος
μα τόση πολύ μοναξιά!!!

σιωπή
σιωπή
πιο σιωπηλή κι απ' το σκοτάδι

BRASIL



να μια καλή επιλογή προορισμού για τους ταξιδιώτες του ονείρου....

MILONGA DE AMOR

όταν το πάθος
ξεπερνάει το βρυχηθμό
του άγριου θηρίου
που κρύβεις μέσα σου
τότε είναι
που ξυπνώ τις αισθήσεις
και σε χορό
αχόρταγο
αισθαντικό
σε χορό λυτρωτικό
σε καλώ

και μια ερώτηση
από τα χείλη μου κρέμεται
σα σταγόνα
που έτοιμη είναι να πέσει στη γη

χορεύεις???

Silena 15/1/2011

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

ΤΑ ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ



κράτησα τα σπασμένα όνειρα
στα γυμνά μου χέρια
κι άφησα
να τα πάρει ο αέρας

ζωγράφισα ύστερα
ένα καινούργιο
ολοκαίνουργιο όνειρο

κι έμεινα εκεί
να το κοιτάζω

αιώνες ολόκληρους...

Silena 14/1/2011

ΚΙΝΟΥΜΕΝΗ ΑΜΜΟΣ

Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες

Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Κι εσύ
Σαν ένα φύκι απαλά χαϊδεμένο απ’ τον άνεμο
Στην άμμο του κρεβατιού δε βρίσκεις ησυχία καθώς ονειρεύεσαι

Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες

Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Αλλά μέσα στα μισόκλειστά σου μάτια
Έμειναν δυο μικρά κύματα

Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες

Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν.

Jacques Prévert
Μτφ. Δέσποινα Καποδίστρια

FEARLESS

εκατομμύρια σταγόνες
πέφτουν
πέφτουν
να συναντήσουν τη γη
πέφτουν
πέφτουν
να φτάσουν στο κέντρο της
πέφτουν
τολμηρές
ρευστές
μεταμορφώνονται
αφουγκράζονται
ακολουθούν
προπορεύονται
σωπαίνουν
φλυαρούν
κυλάνε
πέφτουν

Silena 14/1/2011


Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

KHALIL GIBRAN - για τον πόνο

(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ «Ὁ Προφήτης»)

Καὶ μία γυναῖκα ζήτησε. Γιὰ τὸν πόνο μίλησέ μας.

Κι ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε. Ὁ πόνος σᾶς σπάζει τὸ κέλυφος ποὺ περιβάλλει τὴν κατανόηση σάς. Ὅπως πρέπει νὰ σπάσει τὸ κουκούτσι τοῦ καρποῦ, ὥστε νὰ δεῖ ὁ πυρήνας του τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, ἔτσι ὀφείλετε νὰ μάθετε τὸν πόνο. Κι ἂν τὸ μπορούσατε στὴν καρδιὰ σὰς τὸ θαυμασμὸ γιὰ τῆς ζωῆς σὰς τὰ καθημερινὰ τὰ θαύματα νὰ κρατούσατε, δὲ θὰ φαινόταν λιγότερος θαυμαστὸς ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ὁ πόνος; Καὶ δὲ θὰ δεχόσαστε τοὺς ρυθμοὺς τῆς ἀλλαγῆς μὲς στὴν καρδιά σας, ἔτσι ὅπως δεχόσαστε τὶς ἀλλαγὲς τοῦ χρόνου στὰ χωράφια σας. Καὶ θὰ παρατηρούσατε τὴ γαλήνη μέσα ἀπ᾿ τοὺς χειμῶνες τῆς θλίψης σας.

Μεγάλο μέρος ἀπ᾿ τὸν πόνο σας εἶναι δική σας ἐκλογή.

Εἶναι ἕνα φάρμακο πικρὸ ποὺ ὁ μέσα σας γιατρὸς δίνει, τὸν ἄρρωστο ἑαυτὸ νὰ θεραπεύσει. Ἐμπιστευτεῖτε τὸ θεραπευτή, τὸ φάρμακο τοῦ πιεῖτε σιωπηλὰ καὶ ἤρεμα. Γιατί τὸ χέρι του, σκληρὸ κι ἀβάσταχτο ἂν εἶναι, ἔχει ὁδηγὸ τὸ τρυφερὸ χέρι τοῦ Ἀόρατου. Κι ἡ κούπα ποὺ προσφέρει, παρόλο ποὺ τὰ χείλη καίει, φτιαγμένη εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν πηλὸ ποὺ ὁ Ἀγγειοπλάστης ὕγρανε μὲ τὰ δικά Του ἱερὰ δάκρυα.

Maria João

κλείστε απλώς τα μάτια κι αφεθείτε στη μαγεία της φωνής αυτής...

Μ' ΕΝΑ ΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

ανέγγιχτα σώματα
σηκώνουν το βλέμμα
ψηλά

μ' ένα νεύμα του νου
διώχνουν τη νύχτα

μ' ένα τραγούδι
τον ήλιο καλούν
να 'ρθει πιο γρήγορα σήμερα
να ζεστάνει το νου

μ' ένα νεύμα του νου
το χρόνο καθηλώνουν
να μη τρομάξεις
ψυχή μου

Silena 13/1/2011

Friedrich Nietzsche II

Με αφορμή το σχόλιο του Ανώνυμου, δημοσιεύω σήμερα ένα απόσπασμα από το "Τάδε έφη Ζαρατούστρας"  του Friedrich Nietzsche σε μετάφραση του Νίκου Καζαντζάκη



Ο άνθρωπος είναι σχοινί τεντωμένο μεταξύ του ζώου και του Υπερανθρώπου - ένα σχοινί επάνω στην άβυσσο. Ένα επικίνδυνο αντίκρυσμα, ένα επικίνδυνο παραστράτισμα, ένα επικίνδυνο πίσω -κοίταγμα, ένα επικίνδυνο ανατρίχιασμα και σταμάτημα. Ο άνθρωπος είναι μεγάλος, γιατί είναι γεφύρι κι όχι σκοπός: στον άνθρωπο μας, αρέσει η μεταβατικότητα του κι η εξαφάνιση.

Μ' αρέσουν οι άνθρωποι που ζουν μόνο και μόνο για να εξαφανισθούν, γιατί περνούν προς το αντίκρυ μέρος.

Μ' αρέσουν οι μεγάλοι περιφρονητές, γιατί αυτοί είναι οι μεγάλοι πιστοί, τα βέλη της επιθυμίας προς την απέναντι όχθη.

Μ' αρέσουν όσοι δεν ζητούν, πίσω από τ' άστρα, μιαν αιτία για να καταστραφούν ή για να θυσιασθούν, μ' αρέσουν όσοι θυσιάζονται για την γη, για να γίνει μια μέρα η γη κτήμα του Υπερανθρώπου.

Μ' αρέσει όποιος ζει για να μαθαίνει και θέλει να μαθαίνει για να διευκολύνει την ύπαρξη του Υπερανθρώπου: γιατί έτσι ποθεί την καταστροφή του.

Μ' αρέσει όποιος αγαπά την αρετή του: γιατί η αρετή είναι βούληση καταστροφής και βέλος επιθυμίας.

Μ' αρέσει όποιος δε φυλάσσει για τον εαυτό του καμιά σπίθα του νου του, μα θέλει ολάκερος να γίνει ο νους της αρετής του: γιατί η αρετή έτσι με το νου διαπερνά το γεφύρι.

Μ' αρέσει όποιος κάνει την αρετή του κλίση του και προορισμό: γιατί έτσι εξαιτίας της αρετής του θα θέλει να ζει ακόμα και να μην ζει πια.

Μ' αρέσει όποιος δεν θέλει να έχει πάρα πολλές αρετές. Περισσότερες αρετές υπάρχουν σε μιαν αρετή, παρά σε δύο αρετές, γιατί περισσότερους κόμπους έχει απ' όπου πιάνεται η μοίρα.

Μ' αρέσει όποιος ασωτεύει την ψυχή του, όποιος δεν θέλει να του λένε ευχαριστώ και που δεν επιστρέφει τίποτε ποτέ: γιατί πάντα του δίδει και καθόλου αυτός δε μάχεται για την αυτοσυντήρησή του.

Μ' αρέσει όποιος ντρέπεται βλέποντας να του' ρχεται καλό χαρτί και ρωτά: είμαι λοιπόν κακός παίκτης? -γιατί αυτός ποθεί την καταστροφή του.

Μ' αρέσει όποιος ρίχνει χρυσά λόγια μπροστά από τα έργα του και εκτελεί πάντα περισσότερα από ό,τι υπόσχεται: γιατί αυτός ποθεί την καταστροφή του.

Μ' αρέσει όποιος δικαιολογεί το μέλλον και αθωώνει το παρελθόν: γιατί θέλει οι άνθρωποι του παρόντος να τον καταστρέψουν.

Μ' αρέσει όποιος παιδεύει τον Θεό του, γιατί αγαπά τον Θεό του: γιατί πρέπει η οργή του Θεού του να τον καταστρέψει.

M' αρέσει όποιος έχει ψυχή βαθιά, και στην πληγή ακόμα, και που ένα παραμικρό πράγμα μπορεί να τον καταστρέψει: γιατί έτσι, χωρίς δισταγμό, θα περάσει το γεφύρι.

Μ' αρέσει όποιος έχει ψυχή που να ξεχειλίζει τόσο ώστε ν' αποξεχνά τον εαυτό του και όλα τα πράγματα να βρίσκονται μέσα του: έτσι όλα τα πράγματα θα γίνουν αιτία του αφανισμού του.

Μ' αρέσει όποιος έχει ελεύθερη καρδιά κι ελεύθερο νου: έτσι το κεφάλι του αποτελεί τα σπλάχνα μόνο της καρδιάς του, η καρδιά του όμως τον παρασύρει στην καταστροφή.

Μ' αρέσουν όλοι όσοι μοιάζουν με χοντρές σταλαγματιές που πέφτουν μία μία από το ζοφερό σύγνεφο που κρέμεται απάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων: αναγγέλλουν την αστραπή που έρχεται και χάνονται σαν οραματιστές.

Ιδού, εγώ είμαι οραματιστής του κεραυνού, βαριά σταλαγματιά που πέφτει από το σύγνεφο: ο κεραυνός όμως αυτός κράζετε ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ....

Τάδε έφη Ζαρατούστρας

Fridrich Nietzshe

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

ΤΟ ΜΠΟΥΚΕΤΟ

ένα μπουκέτο κρατάω στα χέρια μου
από όνειρα χρωματιστά
από γέλια ανέμελα
από αγκαλιές απλόχερες

ένα μπουκέτο κρατάω στα χέρια μου
από τρυφερά φιλιά που μυρίζουν άνοιξη
από λίκνισμα μεθυστικό θαλασσινής αύρας
από λάμψεις ασημένιες του φεγγαριού

ένα μπουκέτο κρατάω στα χέρια μου
που αναδύει αρώματα πεύκου, γιασεμιού,
που αναδύει αθωότητα και προσμονή
που με μεθάει με την αλήθεια του

αυτό το μπουκέτο
ονόμασα
δύναμη!

silena 12/1/2011

THIS MORTAL COIL

Friedrich Nietsche I

ΤΑΔΕ ΕΦΗ ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ (1883 – 1885)

Αλλοίμονο! Θα ’ρθει καιρός, που ο άνθρωπος δε θα μπορεί να γεννήσει κανένα άστρο πιά. Αλλοίμονο! Θα έρθει ο καιρός του πιο αξιοπεριφρόνητου ανθρώπου που δε θα μπορεί πιά να περιφρονεί ο ίδιος αυτός τον εαυτό του…
Άρρωστοι κι ετοιμοθάνατοι ήσαν αυτοί που περιφρόνησαν το κορμί και τη γη κι εφεύρανε το Ουράνιο και τις σωτήριες αιμάτινες σταγόνες, αλλ’ ακόμη και τα γλυκά και σκοτεινά αυτά δηλητήρια από το κορμί και τη γη τα πήρανε!

Μπορείτε να δημιουργήσετε έναν Θεό; Μη μου μιλάτε τότε για κανένα Θεό. Μα μπορείτε να δημιουργήσετε τον υπεράνθρωπο.

Όσο μαθαίνουμε να χαιρόμαστε περισσότερο τόσο ξεμαθαίνουμε να κάνουμε κακό στους άλλους και να εφευρίσκουμε θλίψεις…

Θέλετε να πληρωθείτε, ενάρετοι! Θέλετε να έχετε μισθό για την αρετή σας κι ουρανό για τη γη κι αιωνιότητα για το σήμερά σας;

Τα μεγαλύτερα γεγονότα δεν είναι οι θορυβοδέστερες, μα οι σιωπηλότερες ώρες μας…

Μόνο, αδερφοί μου, να διώξετε μακριά τους σκύλους, τους σάπιους ποδογλύφτες, κι όλο το εξημμένο σκυλολόι.

Όλο το εξημμένο σκυλολόι των «μορφωμένων», που τρέφεται από τον ιδρώτα κάθε ήρωα!

Friedrich Wilhelm Nietzsche
Εκδ. Π. ΚΑΛΦΑΚΗ – ΑΘΗΝΑ 1958
Μτφ. Άρη Δικταίου



Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει για τον Φ. Νίτσε

Μια μέρα εκεί που διάβαζα σκυμμένος στη Βιβλιοθήκη της Άγιας Γενεβιέβης, μια κοπέλα με ζύγωσε κι έγειρε από πάνω μου. Κρατούσε ανοιχτό ένα βιβλίο κι είχε βάλει το χέρι της κάτω από τη φωτογραφία ενός αντρός που ‘χε το βιβλίο, για να κρύψει τ’ όνομά του, και με κοίταζε με κατάπληξη.
-Ποιος είναι αυτός; με ρώτησε δείχνοντάς μου την εικόνα.
Σήκωσα τους ώμους: -Πώς θέλετε να ξέρω; Είπα.
-Μα είστε εσείς, έκαμε η κοπέλα, εσείς, απαράλλαχτος. Κοιτάχτε το μέτωπο, τα πυκνά φρύδια, τα βαθουλά μάτια. Μονάχα που αυτός είχε χοντρά κρεμαστά μουστάκια, κι εσείς δεν έχετε.
Κοίταξα αλαφιασμένος:
-Ποιος είναι λοιπόν; Έκανα προσπαθώντας ν’ αναμερίσω το χέρι της κοπέλας, να δω τ’ όνομα.
-Δεν τον γνωρίζετε; Πρώτη φορά τον βλέπετε; Ο Νίτσε!
Ο Νίτσε! Είχα ακούσει τ’ όνομά του, μα δεν είχα ακόμα τίποτα διαβάσει δικό του.
-Δε διαβάσατε τη Γένεση της Τραγωδίας, το Ζαρατούστρα του; Για τον Αιώνιο Γυρισμό, για τον Υπεράνθρωπο;
-Τίποτα, τίποτα, απαντούσα ντροπιασμένος, τίποτα.
-Περιμένετε! Είπε κι έφυγε η κοπέλα πεταχτή. Σε λίγο μου ‘φερνε το Ζαρατούστρα.
-Να, είπε γελώντας, να λιονταρίσια θροφή για το μυαλό σας – αν έχετε μυαλό. Κι αν το μυαλό σας πεινάει.
Ετούτη στάθηκε μια από τις πιο αποφασιστικές στιγμές της ζωής μου. Εδώ, στη Βιβλιοθήκη της Άγιας Γενεβιέβης, με τη μεσολάβηση μιας άγνωστης φοιτήτριας, μου ‘χε στήσει καρτέρι η μοίρα μου. Εδώ με περίμενε, φλογερός, αιματωμένος, μεγάλος πολεμιστής, ο Αντίχριστος. Στην αρχή με κατατρόμαξε. Τίποτα δεν του ‘λειπε: αναίδεια κι αλαζονεία, μυαλό απροσκύνητο, λύσσα καταστροφής, σαρκασμός, κυνισμός, ανόσιο γέλιο, όλα τα νύχια, τα δόντια και τα φτερά του Εωσφόρου. Μα με είχε συνεπάρει η ορμή του κι η περηφάνια, με είχε μεθύσει ο κίντυνος και βυθίζουμουν μέσα στο έργο του με λαχτάρα και τρόμο, σα να ‘μπαινα σε βουερή ζούγκλα, γεμάτη πεινασμένα θεριά και ζαλιστικά σερνικολούλουδα.
Βιάζουμουν να τελειώσουν τα μαθήματα στη Σορβόννη, να βραδιάσει, να γυρίσω σπίτι, να ‘ρθει η σπιτονοικοκυρά να ανάψει το τζάκι και ν’ ανοίξω τα βιβλία του –πυργώνουνταν όλα απάνω στο τραπέζι μου– και να αρχίζω μαζί του το πάλεμα. Σιγά σιγά είχα συνηθίσει τη φωνή του, την κομμένη ανάσα του, τις κραυγές του πόνου του. Δεν ήξερα, τώρα το μάθαινα, πως κι ο Αντίχριστος αγωνίζεται κι υποφέρει όπως κι ο Χριστός και πως κάποτε, στις στιγμές του πόνου τους, τα πρόσωπά τους μοιάζουν.
Ανόσιες μου φάνταζαν βλαστήμιες τα κηρύγματά του, κι ο Υπεράνθρωπός του δολοφόνος του Θεού. Κι όμως μια μυστική γοητεία είχε ο αντάρτης ετούτος, μαυλιστικό ξόρκι τα λόγια του, που ζάλιζε και μεθούσε κι έκανε την καρδιά σου να χορεύει. Αλήθεια, ένας χορός διονυσιακός ο στοχασμός του, ένας όρθιος παιάνας που υψώνεται θριαμβευτικά στην πιο ανέλπιδη στιγμή της ανθρώπινης κι υπερανθρώπινης τραγωδίας. Καμάρωνα, χωρίς να το θέλω, τη θλίψη του, την παλικαριά του και την αγνότητα και τις στάλες τα αίματα που περιράντιζαν το μέτωπό του, σαν να φορούσε και τούτος, ο Αντίχριστος, αγκάθινο στεφάνι.
Σιγά σιγά, χωρίς να το ‘χω διόλου συνειδητά στο νου μου, οι δυο μορφές, Χριστός κι Αντίχριστος, έσμιγαν. Δεν ήταν λοιπόν ετούτοι οι δυο, προαιώνιοι οχτροί, δεν είναι ο Εωσφόρος αντίμαχος του Θεού, μπορεί ποτέ το Κακό να μπει στην υπηρεσία του Καλού και να συνεργαστεί μαζί του; Με τον καιρό όσο μελετούσα το έργου του αντίθεου προφήτη, ανέβαινα από σκαλί σε σκαλί σε μια μυστική παράτολμη ενότητα. Το Καλό και το Κακό, έλεγα, είναι οχτροί, να το πρώτο σκαλοπάτι της μύησης. Το Καλό και το Κακό είναι συνεργάτες, αυτό είναι το δεύτερο, το πιο αψηλό σκαλοπάτι της μύησης. Το Καλό και το Κακό είναι ένα! Αυτό ‘ναι το πιο αψηλό, όπου ως τώρα μπόρεσα να φτάσω σκαλοπάτι. […]
Λιονταρίσια η τροφή που με τάισε ο Νίτσε στην πιο κρίσιμη, την πιο πεινασμένη στιγμή της νιότης. Θράσεψα, δεν μπορούσα πια να χωρέσω στο σημερινό άνθρωπο, όπως εκατάντησε, μήτε στο Χριστό, όπως τον κατάντησαν. Α! φώναζα αγαναχτισμένος, η παμπόνηρη θρησκεία που μετατοπίζει τις αμοιβές και τιμωρίες σε μελλούμενη ζωή, για να παρηγορήσει τους σκλάβους, τους κιότηδες, τους αδικημένους, και να μπορέσουν να βαστάξουν αγόγγυστα τη σίγουρη ετούτη επίγεια ζωή και να σκύβουν υπομονετικά το σβέρκο στους αφεντάδες! Τι οβραίικη Αγία Τράπεζα η θρησκεία ετούτη, που δίνεις μια πεντάρα στην επίγεια ζωή κι εισπράττεις αθάνατα εκατομμύρια στην άλλη! Τι απλοϊκότητα, τι πονηριά, τι τοκογλυφία! Όχι, δεν μπορεί να ‘ναι λεύτερος που ελπίζει Παράδεισο ή που φοβάται την Κόλαση. Ντροπή πια να μεθούμε στις ταβέρνες της ελπίδας! Ή κάτω στα υπόγεια του φόβου. Πόσα χρόνια και δεν το ‘χα καταλάβει, κι έπρεπε να ‘ρθει ο άγριος ετούτος προφήτης να μου ανοίξει τα μάτια! […]
Κι άξαφνα η Εκκλησία του Χριστού, όπως την κατάντησαν οι ρασοφόροι, μου φάνταξε μια μάντρα, όπου μερόνυχτα βελάζουν, ακουμπώντας το ένα στο άλλο, χιλιάδες πρόβατα κυριεμένα από πανικό κι απλώνουν το λαιμό κι αγλείφουν το χέρι και το μαχαίρι που τα σφάζει. Κι άλλα τρέμουν γιατί φοβούνται πως θα σουβλίζουνται αιώνια στις φλόγες, κι άλλα βιάζουνται να σφαχτούν για να βόσκουν στους αιώνες των αιώνων σε αθάνατο ανοιξιάτικο χορτάρι.[…]

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

Η ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

από τα βλέφαρα πιάστηκε ο χρόνος
να μην πέσει, και σπάσει και χαθεί
και μαζί του χαθεί και η λάμψη
από τα μάτια ελπιδοφόρων νέων
που ακόμα ονειρεύονται
πράσινα λιβάδια
ανέφελους ουρανούς
γαλήνιες θάλασσες

δάκρυσαν τα μάτια προσμένοντας
γλύστρισε ο χρόνος
πάει πια
κι η ελπίδα?
κατακρημνίστηκε στο σκοτάδι της λήθης
ίσως έτσι έπρεπε
ίσως είναι η νομοτέλεια του χρόνου αυτή
να δίνει τη θέση του
στη λάμψη άλλων ματιών
ίσως...

Silena 11/1/2011

10 MINUTES



κι έτσι εγκατέλειψα τη γη
τα πόδια μου δεν αγγίζουν πια στο έδαφος
σαν αστερόσκονη εξανεμίζομαι
σκορπίζομαι
πετάω
συναντώ το σκοτάδι
η καταπίεση της βαρύτητας δεν υπάρχει πια
πέταγμα το είπες
αστρική διάσταση το είπα
δέκα λεπτά μου αρκούν
δέκα λεπτά...

Silena 11/1/2011

WAVE THOUGHTS



έτσι έρχεται η καλημέρα μου σήμερα
σα κύμα
παρασέρνει σε ρυθμούς αισθαντικούς
κι αφήνει τις σκέψεις ελεύθερες να ταξιδέψουν
καταργεί τα όρια
κι ατενίζει το απέραντο της θάλασσας και τ' ουρανού!

Silena 11/1/2011

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

BLACK FOREST

ησύχασε
νύχτωσε πια
τα δέντρα σκοτείνιασαν κι αυτά
πίστεψαν τα παραμύθια της νύχτας
και παραδόθηκαν στον ατέλειωτο ύπνο

αφέσου
απαλά είναι τα χέρια μου
ζεστή η αγκαλιά μου
περιμένει τους αναστεναγμούς
που προδίδει το όνειρό σου
χωρίς να το θέλει

πάμε μαζί
να πυρπολήσουμε τις ψεύτικες αγάπες
πάμε μαζί
να αναστήσουμε τις αλήθειες που περιμένουν να γεννηθούν
πάμε!
στου απείρου τους δρόμους τ' ουρανού

Silena 10/1/2011

SURRENDER TO SILENCE

ανάγνωση σημείων αδιέξοδων
να κάνω πως κοιτώ τα σύννεφα!
να κάνω πως ο ήχος των κυμάτων το νου μου απορροφά!

αιώρηση δίχως δίχτυ ασφαλείας
να κάνω πως κρατιέμαι από το σύννεφο
να κάνω πως μεγαλώνω και μεγαλώνω
μια ατέλειωτη διαστολή των ονείρων μου

υγρή φύση, κολυμπάω στα δάκρυα
να κάνω πως χαμογελώ!
να κάνω πως ποτίζω τα φυτά!
μια σπατάλη υγρού στοιχείου που ξεχάστηκε και μίλησε πολύ

σιωπή, σιωπή, σιωπή, σιωπή, ..., σιωπή

the end of story? the director's voice screaming !!!

θα παραδοθώ στη σιωπή..

Silena 10/1/2011

COLDPLAY

σκορπίζομαι σα τις νότες της μουσικής
στον αέρα
και φτάνω ανυπόμονα
στων ανθρώπων τις ψυχές
κι όταν αυτές με αισθανθούν
εγώ
χαμογελώ!

silena 10/1/2011

TROUBLEMAKERS

για την τρικυμία που νιώθω μέσα μου, κάθε φορά που το ακούω!!!

ΤΟΣΟ ΓΕΜΑΤΟς Ο ΝΟΥς



τόσο γεμάτος ο νους
να βασανίζει το κορμί
να βασανίζει την καρδιά
και πάντα ατιμώρητος να μένει
καθισμένος μόνος
στο παγκάκι απέναντι
να κοιτάζει τη θάλασσα
και να γεμίζει κύματα
και να γεμίζει όνειρα
και να γεμίζει τρικυμίες

τόσο γεμάτος ο νους
και τόσο βλοσυρός
να μην επιτρέπει
ούτε μια τόσο δα μικρή παραζάλη
ούτε μια τόσο δα νωχελική βόλτα
ούτε μια τόσο δα ελαφράδα

Silena 10/1/2011

ONLY TRUST YOUR HEART



εξακολουθώ να εμπιστεύομαι
τ' αστέρια
το φεγγάρι
τα όνειρά μου
και φυσικά την καρδιά μου!
κι ακολουθώ ένα δρόμο
φωτεινό, όμοιο με το ποτάμι του γαλαξία...

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

KHALIL GIBRAN - THE PROPHET


Tότε η Αλμήτρα είπε: Μίλησε μας για την Αγάπη. Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε το λαό κι απλώθηκε βαθιά ησυχία. Και με φωνή μεγάλη είπε: Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει. Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ' όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο. Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου. Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο, έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα. Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της. Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχιάσει. Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου. Σε αλέθει για να σε λευκάνει. Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός. Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο. Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής. Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης, τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου. Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη. Όταν αγαπάς, δε θα 'πρεπε να λες: "Ο Θεός είναι στην καρδιά μου", αλλά μάλλον "Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού". Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία. Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα. Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας. Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα. Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης. Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιάΚαι ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ' έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου.

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

CHICK COREA & HIS ELECTRIC BAND



σα χείμαρρος αυτή η μουσική
παρασέρνει
σε νερά ορμητικά
τη σκέψη
κι όταν η νύχτα φτάσει
ακόμα θα κολυμπάς εκεί
προσπαθώντας να σώσεις
ή να σωθείς
τις νότες
που ξέφυγαν
κι ήρθαν να νιώσουν
τους κλυδωνισμούς
που δημιουργούν στην καρδιά σου

Silena 8/1/2011

CRAZY - NORAH JONES



Crazy, crazy for feeling so lonely
I'm crazy, crazy for feeling so blue
I know, that love me as long as you want it
and inside I know you would leave me for somebody new
Worry, why do I let myself worry
Wondering, what in the world did I do?

Crazy, of thinking that my love could hold you
Oh I'm crazy for trying
and crazy for crying
and I'm crazy for loving you

Worry, why do I let myself worry
Wondering, what in the world did I do?
Crazy, of thinking that my love could hold you
Ohoh I'm crazy for trying,
and I'm crazy for crying
and I'm crazy for loving you

ΜΑΤΙΩΝ ΕΚΜΥΣΤΗΡΕΥΣΕΙς



πόσο όμορφα είναι τα μάτια σου
όταν χαμογελούν
όμοια ο ήλιος

πόσο όμορφα είναι τα μάτια σου
όταν δακρύζουν
όμοια η βροχή

μα τώρα
τόσο λυπημένα
την καρδιά μου κάνουν
να ματώνει

τι να κάνω
το χαμόγελο
να ξαναφέρω στα μάτια σου?

Silena 8/1/2011

Jan Garbarek - Where the Rivers Meet!



εκεί θα συναντηθούμε
κάποτε
το ξέρω
θα συναντηθούμε εκεί,
εκεί
που συναντιούνται τα ποτάμια

Silena 8/1/2011

Jan Garbarek - Arietta



στο μαγικό τηλεσκόπιο
το βλέμμα μου θ' αφήσω
να πλανηθεί
με της ψυχής
τα μάτια
κι αρχίζω χρώματα πρωτόγνωρα να βλέπω
κι αρχίζω ν' ακούω μουσικές ονειρικές
ευχές στ' αστέρια ακουμπάω
για να γνωρίσω τους πλανήτες
σ' άλλες τους μορφές
αφήνομαι...

Silena 8/1/2011