Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Η ΑΠΕΙΛΗ


black bird by Silena


Ένα βασανιστήριο πλεγμένο από εφιάλτες ή ακόμα χειρότερα από μια διαρκή αυπνία που διέλυε αργά και σταθερά το στιλπνό κατά τα άλλα τέλειο οικοδόμημα μια τυπικής καθωσπρέπει μορφής. Κι όλα τούτα μόνο φαινομενικά! Όταν έμενε μόνος, το προσωπείο εξαφανιζόταν, μαγικά. Το κατακρεουργημένο συνοθύλευμα αναμνήσεων, χαμών, ερώτων κι ερωτήσεων αδιάκριτων συνήθως, κατακυρίευε το είναι του. Τότε κουλουριαζόταν στον καναπέ κι έμοιαζε με άδεια ψυχρή κουβέρτα που ψάχνει κάποιον να ζεστάνει και να ζεσταθεί. Πολλές φορές ο νους δεν ακολουθούσε το σώμα, δεν σεβόταν ούτε μια στιγμή την ανάγκη της σπατάλης και μάζευε όπως όπως τα κομμάτια για να τα πλάσει απ' την αρχή. Όπως όπως. Και το αποτέλεσμα, ήταν ένα ακόμη τερατούργημα, φοβισμένο, άσχημο, απεχθές. Εκείνο το βράδυ συνέβαινε ό,τι ακριβώς κάθε βράδυ. Ο ίδιος δημιουργός, ο πανούργος νους, έπλαθε ακόμη ένα τέρας, όταν ακούστηκε το κουδούνι να χτυπάει επίμονα. Το τρομαγμένο πλάσμα τρόμαξε ακόμη πιο πολύ, συρρικνώθηκε τόσο που έπαψε να φαίνεται. Έμεινε σιωπηλό στον καναπέ, ούτε ανάσα δεν έπαιρνε, για να μην προδώσει την παρουσία του. Ο ήχος όμως δεν έδειχνε κανένα έλεος. Συνέχιζε στην αρχή διακριτικά, στη συνέχεια επιτακτικά και τώρα με θυμό. Θαρρείς ήξερε, τα πάντα. Ο φόβος που κυρίευε την ψυχή του μετατράπηκε σε πανικό, έχανε τον έλεγχο και η φωνή που ακούστηκε δεν έμοιαζε με φωνή ανθρώπου. "Δεν υπάρχει κανείς εδώ" ένα ουρλιαχτό πετάχτηκε μέσα απ΄ την κουβέρτα που κινήθηκε και η κίνησή της αυτή, της έδωσε ενέργεια και θέρμη. Η πανικόβλητη κραυγή απέδωσε! Το κουδούνι έπαψε να χτυπάει. Το σώμα κουλουριάστηκε ξανά, η καρδιά βρήκε τον κανονικό της ρυθμό και η νύχτα σιγά σιγά έφευγε μαζί και η απειλή της.. Θα έψαχνε αύριο για τον ουρανό με τα θρυμματισμένα σύννεφα και τα ξεχασμένα πουλιά, σκέφτηκε, κι έκλεισε τα μάτια γαλήνια.

Silena 12/12/2011