Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

ΚΙ ΕΠΕΙΤΑ ΓΑΛΗΝΗ



Φόρτωσε η νύχτα παλιά υφάσματα, ρημαγμένα από το χρόνο, νήματα ξεβαμμένα και θαμμένες μνήμες κι έφτασε στο κατώφλι ασθμαίνουσα.
Τι είχε πάλι στο νου της, σκέφτηκα, αναταραχές θα 'χουμε είπα φωναχτά κι έσφιξα πάνω μου το μπουφάν μου, που έμπαζε αέρα και πάγωνε την ψυχή.
Και βγήκα αληθινή. Η ξύλινη πόρτα χτύπησε με θυμωμένη γροθιά κι εγώ απόμεινα μαρμαρωμένη να την κοιτάζω. Ούτε που κουνήθηκα απ' τη θέση μου. Κρατούσα ακόμη και την αναπνοή μου μα η καρδιά μου κόντευε να σπάσει απ' την τρομάρα. Δονούσε όλο μου το κορμί και πρόδινε έτσι τον βουβό φόβο.
Τα δυνατά χτυπήματα σταμάτησαν, μαζί κι ο ήχος τους που λοξοδρόμησε στη διπλανή πόρτα. Ήταν το επόμενο σημείο εκτόνωσης.
Έκανα να σηκωθώ, μα ο βάρβαρος ήχος, αυτή τη φορά ακόμη πιο δυνατός, με άφησε στη θέση μου με πόδια τρεμάμενα. Πάνω στην κίνηση του κεφαλιού, ούτε ένα τέταρτο του κύκλου, έσπαγε με πάταγο η πόρτα κι έπεφτε θριαμβευτικά στο πάτωμα.
Έτσι όπως ήμουν καθισμένη στο πάτωμα με τα χέρια γύρω απ' τα γόνατα, βύθισα τα μάτια στο πάτωμα κι έκανα μια κίνηση πνιγμού ή μαγείας, όπως θέλεις πες την, κάτι ασυνάρτητο για να εξαφανιστώ, να εξαυλωθώ.
Και το θαύμα έγινε! Δεν βρισκόμουν στο δωμάτιο πια. Ήμουν άυλος θεατής μιας σκηνής που δεν ζούσα.
Με έβλεπα μονάχα, δίχως να νιώθω. Με έβλεπα να ορμάω σαν αγριεμένη γάτα, με τα νύχια έτοιμα για επίθεση και ν' αναχαιτίζομαι εύκολα κι αυτή η σκηνή επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά σαν να είχε κολήσει το καρέ και δεν προχωρούσε παρακάτω.
Άγγιξα, έτσι αόρατη που ήμουν, την πλάτη της αλήθειας κι αυτή απορημένη με πλησίασε κι έπειτα μου 'δωσε ένα παγωμένο φιλί στο μέτωπο. Σαν τον ύστατο αποχαιρετισμό.
Κι έπειτα, σκοτάδι και σιωπή.
Κι έπειτα, γαλήνη.

Silena 24/11/2011