Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

ΕΝΑ ΤΡΙΞΙΜΟ



Σαν τράνταγμα από κάποια δυσάρεστη έκπληξη ή σαν ξύπνημα από κακό όνειρο έμοιαζε εκείνη η κίνηση, το πέταγμα καλύτερα, μαζί με το τρέμισμα στο βλέμμα. Δεν θυμόταν να είχε δει κάποιον εφιάλτη αλλά οι παλμοί της καρδιάς, γρήγοροι καθώς ήταν διέψευδαν την φαινομενική ανυπαρξία τρομακτικού ερεθίσματος.
Δίπλωσε προσεκτικά το μικρό κομμάτι ύφασμα που κρατούσε αφηρημένη στα χέρια κι ανακάθισε κοιτάζοντας τον τοίχο με απλανές βλέμμα. Ο ήλιος τρεμόπαιζε ανάμεσα στις γρίλιες δείχνοντας μια αναποφασιστικότητα πρωτοφανή. Να φωτίσει το σκοτεινό δωμάτιο ή να το αφήσει παγωμένο και βυθισμένο στη νύχτα;
Ξαφνικά σαν όλα τούτα να σβήστηκαν μ' ένα αόρατο σφουγγάρι, σηκώθηκε κι άρχισε σε ζωηρό ρυθμό να συμμαζεύει το δωμάτιο. Σαν έφτασε κοντά στην μπαλκονόπορτα δίστασε προς στιγμήν αλλά μετά από λίγο άνοιξε αποφασιστικά τις γρίλιες. Το δωμάτιο πλημμύρισε φως και ζεστασιά.
Χαμογέλασε. Η θέρμη του ήλιου γέμισε με αισιοδοξία την καρδιά της.

Όταν άκουσε το άγνωστο τρίξιμο πίσω της γύρισε αργά το κεφάλι.
Δεν έδειξε ταραχή στη θέα του άγνωστου μεγαλόσωμου άντρα με τα μαύρα ρούχα. Μόνο τον κοίταξε κατάματα περιμένοντας από κείνον να μιλήσει πρώτος. Ο άντρας δεν οπλοφορούσε. Στα χέρια του κρατούσε έναν άδειο σάκο και φαινόταν σαστισμένος. Η φωνή του ακούστηκε δυνατή και επιτακτική. "Αν δεν φωνάξεις δεν θα σε πειράξω. Βάλε στο σάκο ό,τι πολύτιμο έχεις και θα φύγω." Και μετά από λίγο συμπλήρωσε, "κοίταξε μην κάνεις καμιά ανοησία γιατί θα το μετανιώσεις".

Σαν υπνωτισμένη έκανε ό,τι ακριβώς της ζήτησε. Πήρε τον άδειο σάκο από τον άγνωστο και τον γέμισε με τα λίγα κοσμήματα που είχε και με ό,τι άλλο μπορεί να άξιζε. Έπειτα άφησε κάτω τον σάκο και κάθισε σιωπηλή στην καρέκλα που ήταν δίπλα στο τζάμι. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά μα τα μάτια της παρέμεναν βουβά κι ανεξερεύνητα
Ο άγνωστος άρπαξε τον σάκο κι εξαφανίστηκε.

Η ψυχή της γέμισε θλίψη. Ένιωθε να αλλάζει μορφή. Να γίνεται ρευστή και να χάνεται μέσα στις χαραμάδες που είχε το πάτωμα. Δεν είχε δύναμη ούτε να σηκωθεί από την καρέκλα.
Έμεινε εκεί μέχρι που βράδιασε. Στα χέρια της ακόμη το μικρό κομμάτι ύφασμα μόνο που τώρα ήταν υγρό και τσαλακωμένο. Απομεινάρι του φόβου που δεν έχει ούτε πρόσωπο, ούτε σχήμα, ούτε φωνή. "Ένα τρίξιμο είναι όλο κι όλο" είπε φωναχτά και χαμογέλασε πικρά.

Silena 20/10/2011