Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

ΚΟΥΡΕΛΙΑ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΑ



Σαν ένα παλιό λασπωμένο κουρέλι που κανείς δεν ήθελε πια, έτσι έμοιαζε όπως ήταν κουλουριασμένος πάνω στο πεζοδρόμιο, γυμνός, ματωμένος, ένα κουβάρι όνειρα που μπλέχτηκαν πολύ κι έγιναν παρελθόν φθαρμένο και πεταμένο στο περιθώριο.

Πλησίασε το όνειρο μα δεν άγγιξε. Μια εκνευριστική συριστική φωνή ακούστηκε δυνατά πίσω μου, μα  η σκέψη ήταν μακριά σε σκοτεινές στοές αθανάτων, η ύλη εδώ να επιβεβαιώνει πως δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς κι εγώ, χαμένη στη μάζα που κάθε άλλο παρά ζωή κουβαλούσε μέσα της.

Στάθηκα για αρκετά λεπτά να κοιτάζω, ένιωσα έντονα την ανάγκη ν' αγγίξω, μα η ανατριχιαστική κραυγή όμοια με ουρλιαχτό θηρίου μ' έφερε ξανά στην πραγματικότητα.

Περπατούσα, υπνοβατούσα. Ακούμπησα απαλά τα κλειδιά στο τραπέζι και οδήγησα τα βήματά μου, αθόρυβα, στο εργαστήρι. Άπλωσα στο πάτωμα, με πολύ αργές κινήσεις, πολλά μέτρα καμβά δίχως τέλος γιατί δεν ήξερα ακόμη πού θα με οδηγούσε. Στα χέρια μου δυο μεγάλα μπουκάλια μπογιάς. Κόκκινο, μαύρο. Αυτά είν' αρκετά, ψιθύρισα κι άπλωσα την ψυχή μου στον καμβά να αναπνεύσει, φωτιά, θάνατο, ζωή, ελπίδα, απελπισία, ομορφιά, ασκήμια, όνειρο και ξανά ζωή... Κι έπειτα σκόρπισα το σώμα μου κομμάτι κομμάτι μέχρι να ματώσει, ένα κουρέλι πάνω στο πεζοδρόμιο δίχως συγκεκριμένο σχήμα και μορφή.

Νύχτωνε, με το σώμα γέμιζα το πανί κόκκινες μνήμες, μαύρες σιωπές, λευκά όνειρα.
Νύχτωνε, με τα χέρια ανέμιζα λαθραίες φαντασιώσεις, με τα χείλη κλείδωνα τις ντροπές
Νύχτωνε....
Απόμεινα εκεί για μήνες, χρόνια, αιώνες.

Silena 7/9/2011