Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

CARESSE SUR L' OCEAN



Άρχισε να της μιλάει για το όνειρο.
Όχι, όχι, πρώτα άρχισε να της μιλάει για το σκοτάδι και τα μάτια του είχαν εκείνη τη λάμψη του γυρισμού.
Έπειτα το σκοτάδι διαδέχτηκε το φως και τα μάτια μισόκλειστα μάντευαν τις προθέσεις των λαμπερών αχτίνων μα δεν άντεχαν τόσο φως.
Τελευταίο άφησε το όνειρο. Κι η μια λέξη απαλά διαδέχονταν την άλλη και κυλούσαν λες σαν ποταμός. Μα οι λέξεις σταμάτησαν να κυλάνε όταν συνάντησαν το βλέμμα της. Αδιάφορο προσπέρασε τα λόγια και στάθηκε για λίγο στο άδειο τραπέζι, άδειο κι αυτό!
Και το όνειρο έμεινε μετέωρο κι οι λέξεις κρεμάστηκαν από το χείλη περιμένοντας με αγωνία ένα νεύμα, μια στιγμή. Μα το νεύμα δεν ερχόταν και τ’ όνειρο δεν είχε πολύ χρόνο μέχρι το ξημέρωμα.
Βρήκε το θάρρος κι αποφασιστικά άρχισε να δραματοποιεί τον ίδιο του τον εαυτό, αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις που θα προκαλούσε.
Πέρασε από θάλασσες γαλήνιες πέρασε από φουρτούνες και κύματα θεόρατα, έγινε το ίδιο, κύμα. Χάθηκε σε μονοπάτια που κρύβονταν πίσω από πυκνά φυλλώματα άγνωστων δέντρων, συνάντησε ανθρώπους, πολλούς ανθρώπους που μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες, που είχαν άλλες συνήθειες, που είχαν άλλο χρώμα. Τους μιλούσε, τους τραγουδούσε, τους ψιθύριζε… μα ούτε μια λέξη δεν πήρε απ’ το στόμα τους.
Απογοητεύτηκε, σώπασε για καιρό. Μα μια μέρα περπατώντας αφηρημένο και λυπημένο συνάντησε ένα παιδί. Χείμαρρος οι λέξεις ξεχύθηκαν από το στόμα του μικρού παιδιού με τα μεγάλα μάτια. Χείμαρρος καθαρός, κρυστάλλινος κι έπειτα γέλια τρανταχτά, φωνές και …ζωή. Αναθάρρησε τ’ όνειρο φώναξε με τραγουδιστή φωνή κι άλλα παιδιά, πολλά παιδιά κι από τότε δεν έφυγε ποτέ από κοντά τους. Έγινε χάδι στον ωκεανό της αδιαφορίας, έγινε χάδι και λάμψη, γιατί κάποιος πίστεψε αληθινά σ’ αυτό!
Silena 19/7/2011