Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

Μάσενκα, τριάντα



Από ένα τίποτα κρατάς μα του ανυπόκριτου
τις επιθυμίες σου τις αναλαμβάνουνε τα άνθη
ώσπου στο τέλος φτάνουν σε μένα σαν οσμές
Σ' αγαπάει το γυαλί κι όλα του κόσμου τα εύθραυστα
κι η τσακισμένη ακόμα σελίδα του βιβλίου
που ένας αέρας ξεφυλλίζει στον ύπνο μου.
Θέλω να βάλω μες στο ποίημα τους αγρότες
που οι φωνές τους κάνουν τις νύχτες κατοικήσιμες
τα δροσερά τους γέλια, τη φωνή στο ζώο, την έγνοια
να μαζέψουν τον κόσμο τους καθώς φεύγει η μέρα,
τη χροιά της φωνής τους που λέει πως ξέρουν
και φτιάχνουν μια σιωπή που μου χωράει το σ' αγαπώ.
Άλογα τρυφερά ανασαίνουν στους σταύλους
καθώς μπαίνω μέσα σου κι ένα ρολόι στο διάδρομο
με ξαναφέρνει πάλι από τη λησμονιά του χρόνου
σ' αυτό το τίποτα που με κρατάς μα του ανυπόκριτου.

η πηγή του βρίσκεται < ... εδώ ... >