Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ



Πίσω απ' την κουρτίνα κρύβονταν επιμελώς δυο δάχτυλα, έκαναν μικρά προσεκτικά βήματα, ψιθύριζαν μεταξύ τους όμοια θαρρείς με άνθρωπο που μιλάει στον εαυτό του, κι όταν πλησίαζε κανείς ή θρόιζε την κουρτίνα κάποιος τυχαίος άνεμος, τα δάχτυλα ακινητοποιούνταν μην κινήσουν υποψίες. Οι μέρες κυλούσαν κάπως έτσι, το φως διαδέχονταν το σκοτάδι κι όταν το έξω σκοτάδι ήταν βαθύ μέσα στο σπίτι υπήρχε φως, άπλετο φως από έναν μεγάλο πολυέλαιο με πέντε λάμπες. Δεν άντεχαν τα δάχτυλα τόσο φως, αισθάνονταν σα δυο δραπέτες που έπρεπε να περνάνε αόρατοι το κάθε δευτερόλεπτο της ελευθερίας τους. Έτσι κρύβονταν πίσω απ' την κουρτίνα και συνέχιζαν τους διαλόγους, τις σιωπές, τα αστεία ή τα σοβαρά τους. Κι οι λέξεις τους γίνονταν σχέδια χαρούμενα ή λυπημένα, ζωντανά ή πεθαμένα, αστεία ή σοβαρά, γίνονταν σχέδια πάνω στης κουρτίνας το ύφασμα, σχέδια που διηγούνταν τη ζωή που ζούσαν τα δυο δάχτυλα κρυμμένα εκεί, πίσω απ'την κουρτίνα.

"Περίεργη η αίσθηση να σ' ακουμπούν" είπαν και τα δυο δάχτυλα μαζί, όταν ένα χέρι ανθρώπινο τα άγγιξε. Δεν τα άγγιξε ηθελημένα μα κατά λάθος καθώς πήγε να τραβήξει την κουρτίνα. Είχε αρχίσει να ξημερώνει μια θολή συννεφιασμένη μέρα και το χέρι θέλησε να δει έξω ή μάλλον ο άνθρωπος στον οποίο ανήκε το χέρι θέλησε να δει! Το απρόσμενο άγγιγμα έκανε τα δυο δάχτυλα να πεταχτούν ξαφνιασμένα και τότε το χέρι, τα είδε και τα κράτησε για λίγα δευτερόλεπτα μέσα του. Τα άφησε απρόσμενα όπως τα είχε αγγίξει. Τα δάχτυλα δεν ξαναμίλησαν μεταξύ τους από κείνη τη στιγμή. Παρά ζούσαν για να νιώσουν ξανά τη ζεστασιά.
Τα χρόνια περνούσαν και οι άνθρωποι που ζούσαν σε κείνο το σπίτι κάποια στιγμή έφυγαν, το σπίτι ερήμωσε, τα δάχτυλα πάλιωσαν, έγιναν δύσκαμπτα και δύστροπα. Δεν περίμεναν πια τίποτα. Ακόμη και τα σχέδια στην κουρτίνα είχαν πια ξεθωριάσει. Τότε ήρθε μια μέρα  ή μάλλον ένα χέρι, ένα ανθρώπινο χέρι ξανά, ύστερα από τόσα χρόνια απουσίας. Ακριβώς όπως και την πρώτη φορά πήγε να τραβήξει την κουρτίνα και τα είδε. Έτσι χλωμά, ξερά από την πολύ σιωπή και τη μοναξιά. Τα κράτησε για λίγο σα να ήθελε να τα ξαναζωντανέψει κι έπειτα τα έβαλε μαζί, το ένα στην αγκαλιά του άλλου και τα δάχτυλα άνθισαν απόκτησαν ένα χρώμα ρόδινο, απάλυναν, χαμογέλασαν. Έτσι έμειναν για πάντα από κείνη τη μέρα, αγκαλιά.

Silena 12/6/2011