Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

ΓΙΩΡΓΟς ΜΑΝΙΑΤΗς

Φραγμέντα


Λέω:
"Σε ΑΓΑΠΩ" θα πει σ'αγαπώ με τον κοινό (θηλαστικό)
τρόπο, σ ε μ΄α γ α π ώ. Δεν μπορώ να σε αντικαταστήσω
και σε τούτο ούτε που χρειάζεται να ξέρω ποιός είσαι. Είσαι είμαι.
"ΣΕ αγαπώ" αντιθέτως σημαίνει: ομολογώ ότι είσαι άλλος.
Δεν μπορώ να σε αντικαταστήσω και σε τούτο χ ρ ε ι ά-
ζ ε τ α ι να μην ξέρω ποιός είσαι.
"Σε ΑΓΑΠΩ" θα πει: είσαι το σχήμα της αγκαλιάς μου, μέλος μου
Κάτι σαν το πόδι μου, το χέρι μου, το αυτί μου.
"ΣΕ αγαπώ" σημαίνει εκτείνομαι χωρίς σχήμα και είμαι απλώς:
είμαι ο όχι-εσύ: το άπειρο που αφήνει η απουσία σου.
"Σε ΑΓΑΠΩ" θέλει να πει: Μακριά σου πεθαίνω,
κοντά μου πεθαίνεις εσύ.
"ΣΕ αγαπώ" θα πει: Σ' αγαπώ, αν δε φύγεις εσύ θα φύγω μόνος μου.

***
Όποιος δεν κατανεύει να χαθεί μονάχος κινδυνεύει να σωθεί με συνοδεία.

***
Αγαπητέ πλησίον κάνε πιο κει.

***

Λοιπόν εισηγούμαι βαθιές εκπνοές.

***

Ανταλλάσσω ιστορία με ολίγη ευρυχωρία.

***

Ειλικρινής παράκληση: να παρεξηγηθώ.

***

Γελάει τελευταίος όποιος γελάει τώρα αμέσως.

***

Κάτι πρέπει να μην κάνουμε.

***

Όποιος μπορεί ακόμη να μιλήσει δεν μπορεί ακόμη να γράψει.
Γραφει κανείς όταν απώλεσε τη φωνή του.
Συγγραφή, λοιπόν, είναι η τήρηση της σιωπής (με άλλα μέσα).
Οι δύο λόγοι για τους οποίους ο συγγραφέας γράφει είναι κάθε φορά ένας.
Ο άλλος ζητείται.

***

Το έργο, ιδίως το ποίημα, αγωνίζεται να ΞΑΝαρχίσει την ποίηση-δηλαδή τη γλώσσα. Η ποίηση, ποίηση δεύτερη, κινείται υπό την πίεση της ανάμνησης μιας ποίησης πρώτης.

***

Οι λέξεις έλκονται ή απωθούνται ή αδιαφορούν, το ίδιο όπως οι άνθρωποι. Εξαρτάται από την ποιότητα της συναντήσεως. Υπάρχουν λέξεις που όταν συναντώνται πέφτουν σε λήθαργο: "Τα σέβη μου κύριε διευθυντά". Που μισούνται: "Ο ελληνικός κινηματογράφος". Που θωπεύονται: "Σέλινα τα μαλλιά σου..." Ένα κείμενο σπινθηροβολεί από τον ηλεκτρισμό που παράγουν οι λέξεις στις "περιπέτειές" τους ( ερωτικού χαρακτήρα). Δύο γηραιές ακόμη και τετριμμένες λέξεις που συναντώνται για πρώτη φορά, παρθενοποιούνται και μπορούν να δώσουν σφριγηλό αποτέλεσμα. Όποιος δεν ξέρει να επινοεί τέτοιες συναντήσεις, να εκμεταλλεύεται δηλαδή ( και μάλιστα να αποκαλύπτει) τον ερωτισμό των λέξεων, δεν ξέρει να γράφει. Γράφει, όποιος ξέρει να κάνει τις λέξεις αγνώριστες.

Τα κείμενα από τα Έξεργα 1976, και το Μίδα, 1972
τα παραπάνω τα διάβασα <... εδώ...>