Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

ΜΙΚΡΗ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΑ

Μικρή ονειροπόλα. Έτσι τη φώναζε η μητέρα της μα ποτέ δεν είχε ρωτήσει για τα όνειρα της μικρής της κόρης. Ούτε μια φορά. Ο αδερφός της, είχε «δει» τα όνειρα της μικρής του αδερφής μα δεν προσπαθούσε καν να τα δυναμώσει. Ως μεγάλο πειραχτήρι, το μόνο που έκανε ήταν να την κοροϊδεύει πάντα με «χιούμορ» και να προσπαθεί να μιμηθεί τις πιρουέτες της γελώντας δυνατά! Τότε η μικρή κλεινόταν στο δωμάτιό της και έκλαιγε για πολύ ώρα. Έκλαιγε μέχρι η θλίψη της να γίνει πείσμα και το πείσμα καινούργια όνειρα και πλάνα. Τα σχέδιά της πλήθαιναν και πλήθαιναν, γέμιζαν το μικρό της κεφαλάκι. Μα ακόμη κι όταν κανένα απ’ τα όνειρά της δεν έδειχνε τη διάθεση να γίνει πραγματικό, η μικρή ονειροπόλα δεν απογοητευόταν. Ήξερε πως τα σχέδιά της κάποια στιγμή θα πραγματοποιούνταν γιατί έλεγε στον εαυτό της πως δε μπορεί όταν θέλεις κάτι τόοοοσο πολύ να μην βρεις τον τρόπο να το πραγματοποιήσεις!


Η μικρή ονειροπόλα μεγάλωνε και μαζί μεγάλωναν τα όνειρά της. Δεν εγκατέλειπε κανένα απ’ αυτά μα προσπαθούσε να βρει τον τρόπο, τη στιγμή και το μαγικό άγγιγμα που ήταν απαραίτητο για να ξυπνήσει τα όνειρα αυτά.

Εκείνη τη μέρα γύρισε στο σπίτι με ένα πρωτόγνωρο ενθουσιασμό. Φώναζε, γελούσε, χόρευε, σχεδόν δεν πατούσε στη γη! Η μητέρα της απορημένη κοίταζε την κόρη της σα να την έβλεπε για πρώτη φορά. - Τι σου συμβαίνει παιδί μου? ρώτησε, μα δεν πήρε απάντησε μόνο έναν αναστεναγμό χαράς.

Σε λίγο η μικρή ονειροπόλα κλείστηκε στο δωμάτιό της και άρχισε να ψαχουλεύει το μικρό κουτί που βρισκόταν στο τελευταίο συρτάρι της ντουλάπας. Το άνοιξε αργά, τελετουργικά και έβγαλε με σεβασμό τα μικρά ροζ παπουτσάκια χορού και μια υπέροχη μικρή φούστα φτιαγμένη από κατάλευκο τούλι. Τα φόρεσε κι άρχισε να στροβιλίζεται στο κέντρο του δωματίου σαν έμπειρη μπαλαρίνα. Είχε τόσο απορροφηθεί που δεν άκουσε το χτύπημα της πόρτας. Ήταν η μητέρα της. Την κοίταξε μερικά δευτερόλεπτα κι έπειτα είπε με ένα τόνο απογοήτευσης.


-πάλι ονειρεύεσαι? Η απάντηση τούτη τη φορά ήρθε αμέσως

-δεν ονειρεύομαι, απλώς χορεύω! Ένα από τα πράγματα που αγαπώ πολύ να κάνω, συνέχισε και απαλά έκλεισε την πόρτα αφήνοντας τη μητέρα της άναυδη.

Κοίταξε το ρολόι της, έβγαλε τη φούστα και τα παπούτσια το χορού κι αφού τα έβαλε ξανά στο μικρό κουτί, ντύθηκε βιαστικά. Τη στιγμή που άνοιγε την εξώπορτα πετάχτηκε η μητέρα της και με την απορία στο βλέμμα τη ρώτησε πού πηγαίνει.

-Πάω στο σχολείο, απάντησε η μικρή, σήμερα είναι η πρώτη συνάντηση με το δάσκαλο του θεάτρου για το έργο που θα ανεβάσουμε εμείς οι μαθητές και πρέπει να σου πω πως είμαι αποφασισμένη να πάρω τον πρώτο ρόλο. Αυτά είπε και χάθηκε πίσω από την πόρτα.

Έπειτα από δύο ώρες η μικρή γύρισε στο σπίτι.

-Τι έγινε? Πήρες τον πρώτο ρόλο? Ήταν η μητέρα της ξανά με τις ατελείωτες ερωτήσεις της.

-Ναι, τα κατάφερα! Ακούστηκε η ενθουσιασμένη φωνή της μικρής. Θα είμαι ο Γκιούλιβερ!!!

-Ο Γκιούλιβερ!!! Αυτό το έργο θα ανεβάσετε στο σχολείο ? μια διάχυτη απογοήτευση γέμισε τον αέρα.

-Ναι, ένα έργο μαγικό, είπε η μικρή ονειροπόλα, τόσο τεράστιο όσο και τα όνειρά μου. Γι’ αυτό ήθελα να πάρω το ρόλο. Μπορεί να είμαι μικρούλα μα εδώ μέσα, στο μυαλό μου, χωράνε τόσα πολλά που δεν μπορείς ούτε να τα φανταστείς. Τώρα θα κοιμηθώ, συμπλήρωσε, νιώθω τόσο κουρασμένη!

Αυτά είπε και σώπασε.

Η μικρή ονειροπόλα μεγάλωσε. Και συνέχισε να ονειροπολεί. Πολλές φορές η τύχη δεν ήταν με το μέρος της. Τότε έκανε όπως όταν ήταν μικρή. Κλεινόταν στο δωμάτιό της και έκλαιγε μέχρι η θλίψη να γίνει πείσμα. Άλλες φορές χόρευε και ξεχνιόταν. Και τις φορές που η τύχη ήταν με το μέρος της, τότε η μεγάλη πια ονειροπόλα ένιωθε πως κρατούσε στα χέρια της το μαγικό ραβδί και το χαμόγελο γέμιζε όλο της το πρόσωπο. Τότε ακτινοβολούσε σαν ήλιος!


 
«Έτσι είναι, έγραφε στην καλύτερή της φίλη, πότε με τα πάνω, πότε με τα κάτω της, η ζωή, είναι όμορφη κι εκπληκτική κι εμείς έχουμε την τύχη να είμαστε εδώ και να παίζουμε στο έργο που ανεβάζει κάθε φορά…..»


Silena 5/3/2011