Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

ΤΑ ΣΤΑΧΥΑ



Φυσούσε ένας παγωμένος αέρας, δυνατός, μανιασμένος, μα δε μ' ένοιαζε βγήκα έξω με τα πόδια γυμνά και στο κορμί μου ένα λεπτό φόρεμα, ναι τώρα το θυμάμαι πολύ καλά, ένα λευκό μακρύ φόρεμα χωρίς μανίκια. 

Δεν αισθανόμουν τίποτα, όλα περνούσαν πλάι μου όχι μέσα μου, βυθίζονταν μέσα σε μια παράλογη ανυπαρξία κι όλα αυτά, δίχως να κάνω τίποτα, ούτε μια κίνηση των χεριών μόνο τα μαλλιά μου, αφημένα στον άνεμο να τα παρασέρνει πότε από δω πότε από κει δήλωναν μέσα στην άγνοιά τους πόσο ατίθασα είναι!

Βγήκα απ' το δρόμο, βρέθηκα μέσα σ' ένα χρυσαφένιο χωράφι γεμάτο ψηλά πολύ ψηλά στάχυα μα δεν ένοιωσα ούτε μια στιγμή αγωνία ή φόβο συνέχισα σαν σαν...να μην είχα μάτια, σαν υπνωτισμένη από την ρυθμική κίνηση που έκαναν τα στάχυα, κίνηση που μου δημιουργούσε μια συγκεχυμένη κατάσταση, μια μέθη μα συνέχιζα να περπατάω και το περπάτημα δεν ήταν γρήγορο, δεν ήταν βήμα κυνηγημένου το βήμα μου, ήταν ο χρόνος μέσα σ' άλλο χρόνο. Είχα χαθεί από το τώρα, βρισκόμουν στο τότε όχι, όχι στο τότε, στο εκεί ανάμεσα σε χρυσαφένια στάχυα να με περιτριγυρίζουν, να με χαϊδεύουν να με χτυπάνε όταν ο αέρας δυνάμωνε και όσο προχωρούσα τόσο πιο πολύ χανόμουν σ' αυτή τη δίνη του τριγώνου, άνεμος-στάχυα-ερημιά στο βάθος του ορίζοντα ένα τσαμπί σύννεφα, έτσι μου φάνηκαν, σαν μαύρο σταφύλι, τεράστιο και απειλητικό έφερνε την καταιγίδα κοντά, όλο και πιο κοντά τα γυμνά μου πόδια είχαν αρχίσει να πονάνε μα δεν ένιωθα κοίταζα τα σύννεφα με την επιμονή μιας κάμπιας που θέλει να γίνει πεταλούδα και τότε κατάλαβα, ελάφρυνα ξαφνικά, έγινα σύννεφο κι εγώ και πιάστηκα από το πελώριο τσαμπί άρχισα να πετάω ψηλά και το μόνο ίχνος που άφησα πίσω μου, ήταν λίγα αποτυπώματα από τα κουρασμένα μου πόδια....

Silena 24/3/2011