Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

SWAN LAKE



Όταν σκέφτεται ύστερα από τόσο καιρό τη μέρα εκείνη που τη γνώρισε, δάκρυα γεμίζουν τα μάτια του. Πόσο δύσκολος είν' ο αγώνας να απαλλαγείς από την καταπίεση τόσων χρόνων, δίχως να ματώσεις! Πόσο δύσκολο είναι να βρεις τη δύναμη που θα σε κάνει ξανά να σηκωθείς και να παλέψεις!
Θυμάται να περπατάει βιαστικός, φορτωμένος βιβλία που είχε δανειστεί από τη βιβλιοθήκη. Έπρεπε μέχρι το τέλος της βδομάδας να παραδώσει την εργασία του για το Ντανταισμό.
Το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς για το πώς και για το τι θα γράψει. Η εργασία έπρεπε να είναι λεπτομερής μα περιεκτική! Πολλές πληροφορίες, συναισθηματικές εξάρσεις και εντάσεις.
Προχωρούσε κι η σκέψη του είχε καταληφθεί απ' όλα αυτά κι έτσι δεν πρόσεξε το κορίτσι που καθόταν στο πεζοδρόμιο, με τα πόδια απλωμένα και τα μάτια κλειστά!
Σκόνταψε στα πόδια της και βρέθηκε να πέφτει με ορμή στο πεζοδρόμιο. Τα βιβλία, είχαν φύγει απ' τα χέρια του, όπως και η τσάντα του, κι έκαναν ελεύθερη πτώση στο δρόμο.
Πρόλαβε κι έβαλε τα χέρια μου κι έτσι δε χτύπησε πολύ. Μόλις συνήρθε λιγάκι κούνησε τα μέλη μου να σιγουρευτεί πως δεν έσπασε κάτι και σηκώθηκε. Οι παλάμες του είχαν ματώσει, η τσάντα του βρισκόταν πεταμένη λίγο πιο πέρα δίπλα στην κοπέλα η οποία δεν αντέδρασε καθόλου. Ούτε καν ένα βλέμμμα. Πλησίασε, πήρε την τσάντα του και είπε με σιγανή φωνή:
- Θα' πρεπε να μαζέψεις τα πόδια σου, μπορεί να πέσει κι άλλος άνθρωπος!
Γύρισε, τον κοίταξε, μα ούτε μια λέξη δε βγήκε απ' το στόμα της. Έκλεισε τα μάτια.
Ήταν ακριβώς δίπλα της και μπορούσε να την παρατηρήσει με άνεση. Φορούσε ρούχα μπαλαρίνας και τα παπούτσια χορού ήταν τακτικά τοποθετημένα ακριβώς δίπλα της. Τα πόδια της ήταν γυμνά και οι πληγές που είχαν μαρτυρούσαν τις επίπονες προσπάθειες που έκανε τώρα ή παλιότερα να εξασκηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο. Ενώ συνέχιζε να την παρατηρεί, η κοπέλα άνοιξε απότομα τα μάτια της και τον κοίταξε. Έπειτα πήρε τα παπούτσια χορού, τα φόρεσε και σηκώθηκε όρθια. Έκανε κάποιες κινήσεις κι άρχισε να χορεύει. Έτσι, χωρίς μουσική. Μα η κίνησή της ήταν μουσική!
Η αρμονία με την οποία κινούσε το σώμα της τον άφησε άφωνο, μα το πιο συγκλονιστικό ήταν ο σπαραγμός που ξεχείλιζε από τις άκρες των δακτύλων της κι έφτανε κατευθείαν στην καρδιά του.
Είχα μαγευτεί από αυτή τη σιωπηλή ενσάρκωση της χάρης και του πόνου συγχρόνως!
Δυνατά συναισθήματα γέμισαν το στήθος του, τρυφερότητα, χάρη, αγάπη, δύναμη, πόθος, ζωή, πόνος, μίσος, τέλος, θάνατος, τόσα πολλά μέσα σε λίγες μόνο κινήσεις και σε ένα μόνο βλέμμα!
Όταν συνήρθε, μάζεψε με γρήγορες κινήσεις τα βιβλία κι έκανε να φύγει όταν άκουσε τη φωνή της κοπέλας να λέει:
- Καταλαβαίνεις, οσμίζεσαι την ψυχή! έτσι δεν είναι?
- Τι σημαίνουν όλα αυτά που λες? είπε σιγά
- Όλα είναι ΕΝΑ και απ' αυτό το ένα μεθάω και μεθάς κι εσύ μαζί μου και ζούμε μαζί την αθανασία!



Δε μίλησε αμέσως. Μα όταν άνοιξε το στόμα του οι λέξεις ξεχύθηκαν άναρχα, δίχως να ρωτήσουν, δίχως να σκεφτούν! παρορμητικά, κι ακούει τον εαυτό του να λέει φωναχτά:
- Έλα μαζί μου!
Βλέπει τη μπαλαρίνα να σηκώνεται, να μαζεύει τα λίγα πράγματά της και να τον ακολουθεί!
Σε λίγο απλώνει το χέρι της και αγγίζει το δικό του. Περπατήσανε προς το σπίτι σιωπηλοί. Ένιωθε στιγμές στιγμές το χέρι της να σφίγγει το δικό του. Σαν επιβεβαίωση οτι ζούνε τη στιγμή, οτι αυτό συμβαίνει στ' αλήθεια! Σε λίγο φτάσανε έξω από το σπίτι του.
- Φτάσαμε, είπε και ξεκλείδωσε την πόρτα.
Είναι πια στο σπίτι. Τη βλέπει να εξερευνάει το χώρο με βλέμμα ιδιαίτερα διεισδυτικό κι έπειτα να κάθεται στον καναπέ με μια έκφραση απίστευτης κούρασης!
- Θα φτιάξω τσάι, ακούγεται η φωνή του και το σώμα του, ανεξάρτητο λες, αρχίζει μηχανικά να μαζεύει τις σημειώσεις, τα βιβλία και ό,τι είναι σκορπισμένο τριγύρω.
- Έτοιμο το τσάι, λέει σιγανά και ακουμπάει το δίσκο με τα αχνιστά φλυτζάνια πάνω στο τραπεζάκι.
Η μπαλαρίνα πίνει μια γουλιά. Η ευχαρίστηση κι η γαλήνη απλώνεται στο πρόσωπό της, τα όμορφα χαρακτηριστικά της που μέχρι πριν λίγο ήταν σφιγμένα, γλυκαίνουν.
- Σ' ευχαριστώ, λέει με μια ξέπνοη φωνή.
Δεν απαντά, δε νιώθει να θέλει να πει κάτι, δε νιώθει να θέλει να ρωτήσει κάτι, μια περίεργη ηρεμία τον έχει κυριεύσει και κάθεται εκεί σιωπηλός, πίνει το τσάι του και δεν σκέφτεται τίποτα. Σηκώνεται και πλησιάζει τα ράφια με τις μουσικές του, διαλέγει ένα cd και το βάζει να παίζει.
Η μπαλαρίνα τον κοιτάζει ερωτηματικά και σηκώνεται. Με μοναδικό κοινό τον άγνωστο που της κράτησε το χέρι, αρχίζει να χορεύει στο ρυθμό της μουσικής, όλος ο χώρος γεμίζει από τις κινήσεις της. Χορεύει ένα χορό που συγκινεί, ένα χορό που ξυπνάει τα πιο βαθιά  συναισθήματά και τα σκορπάει στον ουρανό.
Η μουσική τελειώνει, η μπαλαρίνα πέφτει στο πάτωμα.
Τρέχει κοντά της, προσπαθεί να τη σηκώσει. Έχει λιποθυμήσει. Καλεί σε βοήθεια. Το ασθενοφόρο είναι έξω απ' την πόρτα του, παίρνουν την κοπέλα και φεύγουν. Ακολουθεί με το αυτοκίνητό του. Είναι πολύ ταραγμένος, δε μπορεί να σκεφτεί τίποτα και τότε...δε βλέπει το κόκκινο φανάρι.
Πέρασε καιρός από τότε, δεν ξέρει αν αυτό που έζησε ήταν όνειρο ή πραγματικότητα. Ίσως να είναι μόνο ένα παιχνίδι του νου, μια φαντασίωση! Αυτά σκεφτόταν όταν άκουσε το κουδούνι να χτυπάει επίμονα. Ήταν ο ταχυδρόμος που κρατούσε στα χέρια του ένα φάκελο.
Παίρνει το φάκελο στα χέρια του και τον ανοίγει. Μια πρόσκληση για τη "Λίμνη των κύκνων". Δίπλα στο όνομα της βασίλισσας των κύκνων γραμμένη χειρόγραφα η φράση: "από τη μπαλαρίνα που κάποτε έσωσες!"

Silena 2/1/2011