Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

A STORY


…………
Κάθε μεταβολή που γινόταν μέσα μου, κάθε στενοχώρια μου την καταλάβαινε αμέσως. Μου φαινόταν πως τα όνειρα που έβλεπα εμπνέονταν από κείνη. Συχνά τα διηγόμουν, τα έβρισκε φυσικά και τα καταλάβαινε. Δεν υπήρχε κανένα μυστήριο που η διαίσθησή της να μην μπορεί να εξηγήσει. Ένα διάστημα, τα όνειρά μου καθρέφτιζαν τις συζητήσεις μας της μέρας. Ονειρευόμουν πως ολόκληρος ο κόσμος βρισκόταν σε μεγάλη αναστάτωση και μόνος ή μαζί με τον Ντέμιαν περίμενα με αγωνία τη «μεγάλη μοίρα». Η μορφή της μοίρας ήταν σκεπασμένη με πέπλο μα είχε τα χαρακτηριστικά της φράου Εύας. Να με διαλέξει ή να με απορρίψει εκείνη: αυτή ήταν η μοίρα μου.

Συχνά μου έλεγε χαμογελαστή: «Το όνειρό σας δεν είναι ολοκληρωμένο, Σινκλέρ. Λησμονήσατε ό,τι καλύτερο υπήρχε σ’ αυτό». Αμέσως τότε κατάφερνα να το θυμηθώ και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς το είχα ξεχάσει. Άλλοτε πάλι ήμουν ανήσυχος και με τυραννούσαν επιθυμίες. Ένιωθα πως δε βαστούσα άλλο να την έχω πλάι μου και να μην μπορώ να τη σφίξω στην αγκαλιά μου. Γρήγορα το κατάλαβε. Όταν κάποια φορά έλειψα κάμποσες μέρες και ξαναγύρισα στενοχωρημένος, με πήρε παράμερα και είπε:

«Δεν πρέπει να παραδίδεστε σε επιθυμίες που δεν πιστεύετε. Ξέρω τι επιθυμείτε. Θα πρέπει, ωστόσο, είτε να μπορέσετε να παραιτηθείτε από αυτές τις επιθυμίες ή να ποθήσετε πραγματικά. Αν ποτέ μπορέσετε να πιστέψετε στην εκπλήρωση κάποιας επιθυμίας σας, τότε αργά ή γρήγορα θα πραγματοποιηθεί. Τώρα όμως επιθυμείτε στην αρχή, ύστερα μετανιώνετε και αγωνιάτε. Πρέπει να τα ξεπεράσετε αυτά. Ελάτε, θα σας διηγηθώ μια ιστορία».

Και μου διηγήθηκε για κάποιο νέο που είχε ερωτευτεί ένα αστέρι. Στεκόταν κοντά στη θάλασσα, άπλωνε τα χέρια και παρακαλούσε το αστέρι, το ονειρευόταν, το συλλογιζόταν ολοένα. Αλλά ήξερε, ή νόμιζε πως ήξερε, ότι ένας θνητός δεν μπορεί ν’ αγκαλιάσει ένα άστρο. Πίστεψε πως ήταν γραφτό του ν’ αγαπά ένα αστέρι δίχως ελπίδα να πραγματοποιηθεί η επιθυμία του και με τη σκέψη αυτή έφτιαξε ένα ποίημα για να εκφράσει την παραίτησή του, το μαρτύριο και το βουβό του πόνο που θα τον έκανε καλύτερο και θα τον εξάγνιζε. Όλα τα όνειρά του, όμως, τα γέμιζε το αστέρι. Μια νύχτα, στάθηκε σ’ ένα βράχο κοντά στη θάλασσα και το συλλογίστηκε και η καρδιά του φλογιζόταν από αγάπη. Σε μια στιγμή δε βάσταξε άλλο και από τη λαχτάρα του ρίχτηκε στο κενό για να ανταμώσει το αστέρι. Μα την ώρα ακριβώς που πηδούσε, σαν αστραπή πέρασε από το νου του η σκέψη «δεν μπορεί, είναι αδύνατο!». Κι έπεσε και τσακίστηκε στην ακρογιαλιά. Δεν είχε μάθει ν’ αγαπά. Αν τη στιγμή που πηδούσε είχε πιστέψει σταθερά στην πραγματοποίηση της επιθυμίας του, θα είχε πετάξει στο κενό και θα έσμιγε με το αστέρι…

«Η αγάπη δεν πρέπει να εκλιπαρεί», πρόσθεσε, «μήτε να απαιτεί. Η αγάπη πρέπει να έχει τη δύναμη να γίνει βεβαιότητα. Τότε παύει να ελκύεται και αρχίζει να ελκύει. Η αγάπη σας, Σινκλέρ, ελκύεται από εμένα. Σαν αρχίσει να με ελκύει, θα έρθω. Δε θέλω να δώσω δώρα. Θέλω να με κερδίσουν».

"Demian"
Hermann Hesse