Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

without comments

ROMEO & JULIET LOVE THEME

ευχαριστώ τον καλό αναγνώστη Αϊάσανθο ΄Ιων που μου θύμισε αυτή την καταπληκτική μελωδία.
Σας τη χαρίζω... με την καλημέρα μου

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Μουσική

Η μουσική είναι το όνειρο και η πραγματικότητα.
Είναι το φυσικό και το μεταφυσικό μαζί.
Συστατικό τόσο σημαντικό της ανθρώπινης ψυχής και του νου.
Σε ταξιδεύει, σε μαγεύει, σε κάνει να χαμογελάς ή να κλαις.
Πιστή συντροφιά που ανταλλάγματα δε ζητάει ποτέ.
Η μουσική υπάρχει παντού,  σε κάθε μόριο της φθαρτής μας ύπαρξης.
Μόνο που η μουσική δε φθείρεται ποτέ. Ξαναγεννιέται κάθε φορά που την ακούνε κάποια ευαίσθητα αυτιά, και μια τρυφερή ψυχή.
Ο μεταφυσικός της χαρακτήρας, την τοποθετεί πέρα και πάνω από τη φυσική ύπαρξη. Πάνω από την εποχή, την ιστορία και την πολιτική.
Πέρα απ' τον πλούτο και τη φτώχεια, απ΄τη ζωή και το θάνατο.
Η μουσική είναι ΑΙΩΝΙΑ...

Το Κοντραμπάσο


....................................................
Όχι, δεν υπάρχουν άνθρωποι γεννημένοι για το κοντραμπάσο. Δεν υπάρχουν άνθρωποι που να νιώθουν φυσική κλίση γι' αυτό. Ο δρομος προς τα κει, περνάει από παρακαμπτήριους, συμπτώσεις και απογοητεύσεις. Σας λέω υπεύθυνα ότι από τους οχτώ κοντραμπασίστες που είμαστε τώρα στην Κρατική Ορχήστρα δεν υπάρχει έστω ένας που να μη δέχτηκε τα χτυπήματα της μοίρας και που να μην κουβαλάει ακόμα τα σημάδια στο πρόσωπό του. Η δική μου μοίρα αποτελεί τυπικό παράδειγμα της ζωής ενός κοντραμπασίστα: κυριαρχικός πατέρας, υπάλληλος κι αυτός, εντελώς άμουσος. Αδύνατη μητέρα, παίζει φλάουτο, τρελή και παλαβή με τη μουσική, εγώ είχα θεοποιήσει τη μητέρα, η μαμά αγαπάει τον μπαμπά, ο μπαμπάς αγαπάει τη μικρή μου αδερφή. Εμένα δεν μ' αγαπάει κανείς - υποκειμενικά ολ' αυτά. Από μίσος για τον πατέρα αποφασίζω να μη γίνω υπάλληλος αλλά καλλιτέχνης, για να εκδικηθώ όμως τη μητέρα μου διαλέγω το πιο μεγάλο, το πιο άβολο όργανο που δεν σου δίνει καμία απολύτως δυνατότητα να γίνεις σολίστας. Και για να ολοκληρώσω την εκδίκησή μου και να δώσω κι ένα τελευταίο χτύπημα στο μακαρίτη πια πατέρα μου γίνομαι τελικά υπάλληλος. Κοντραμπασίστας στην Κρατική Ορχήστρα, τρίτο αναλόγιο. Απ' αυτή τη θέση βγάζω καθημερινά στη μορφή του κοντραμπάσου (του πιο μεγάλου από τα θηλυκά όργανα, σχηματικά εννοώ) την ίδια μου τη μητέρα, κι αυτή η αιώνια συμβολική αιμομιξία είναι μια επαναλαμβανόμενη ηθική καταρράκωση, που διακρίνεται καθαρά στο πρόσωπο του καθενός από μάς. Αυτά είχα να σας πω για την ψυχαναλυτική ερμηνεία του οργάνου.
.............
Από Το Κοντραμπάσο του Πατρίκ Ζισκίντ

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

Radiohead

Απόψε τι θα πεις

Απόψε τι θα πεις, φτωχή, μοναχική καρδιά,
Καρδιά μου τι θα πεις, καρδιά μου τότε μαραμένη,
Στην όμορφη πολύ, καλή πολύ, στην πολυαγαπημένη,
Που η θεία της ματιά ξανά σ' άνθισε αιφνίδια ?

- Θα βάλουμε τη δύναμή μας όλην, αίνους πια γι' αυτήν να
   ψάλλουμε:
Της αυθεντίας της η γλύκα, ταίρι ούτ' ένα.
Η σάρκα της, πνευματική, Αγγέλων άρωμα αποπνέει,
Και μ' ένδυμα φωτός μας ντύνει η ματιά της.

Είτε σε νύχτα είμαστε, είτε σε μοναξιά,
Είτε στο δρόμο είμαστε, είτε στο πλήθος μέσα,
Το φάσμα της στον άνεμο χορεύει ωσάν η δάδα,

Και κάποτε μιλά και λέει: "Όμορφη είμαι και προστάζω
Για την αγάπη τη δική μου το Ωραίο μόνο ν' αγαπάτε.
Εγώ είμαι ο Φύλαξ Άγγελος, κι η Μούσα, κι η Μαντόνα".

από τα "Άνθη του Κακού" Charles Baudelaire
μετάφραση: Γιώργος Σπανός
εκδόσεις: Πλέθρον

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Les Choristes

ένα χάδι, μια μελωδία σαν αυτή, μια αχτίδα ελπίδας, ένα χαμόγελο...
είναι ευτυχία

Ρομπέρτο Μπολάνιο – Μακρινό αστέρι

Να πας να σκοτωθείς, είπε, σε μια τέτοια κοινωνικη στιγμή είναι περιττό.
Το καλύτερο είναι να μεταμορφωθείς σε ποιητή. (σ. 107)


Η λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία γονιμοποιείται πάνω στις ρίζες μιας πλούσιας παράδοσης. Αλλά όσο κι αν ο Χιλιανός Ρομπέρτο Μπολάνιο, τροφοδοτείται από το εύφορο έδαφός της, άλλο τόσο διαφοροποιείται, αποτελώντας μια ιδιάζουσα περίπτωση. Η σύντομη ζωή και το έργο του καθορίστηκαν δραματικά από τις πολιτικές συγκυρίες της χώρας του. Πώς μπορεί, άλλωστε, κανείς να λογοτεχνήσει σε μια χώρα ανεπηρέαστος από το πρόσφατο τραγικό πολιτικό παρελθόν της, σε μια ήπειρο τα αλλεπάλληλα φασιστικά καθεστώτα της οποίας την εκτροχίασαν από την ίδια την Ιστορία; Στο Μακρινό Αστέρι όμως δεν κυριαρχεί η σκληρή ή κωμικοτραγική μορφή του τυρράνου, όπως συνέβαινε στα τυπικά μυθιστορήματα του «δικτάτορα» (Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας – Ο κύριος Πρόεδρος, Αλέχο Καρπεντιέ – El Recurso Del Metodo, Αουγκούστο Ρόα Μπάστος – Hijo de Hombre, Yo el Supremo, Ο κατήγορος, Μάριο Βάργκας Λιόσα – Η γιορτή του τράγου), ούτε η προβολή του μέσω μαγικού ρεαλισμού, από τον οποίο ο Μπολάνιο απείχε παρασάγγας.
Το κεντρικό «εφιαλτικό» πρόσωπο εδώ αφενός αποτελεί απλό γρανάζι του καθεστώτος, αφετέρου ενεργεί στο περιθώριο της αφήγησης. Χρησιμοποιώντας την διπλή και τόσο αντιφατική ταυτότητα του ποιητή και του στρατιωτικού πιλότου, αποτελεί μια απόμακρη και αμφιλεγόμενη μορφή που προκαλεί ανάμικτα συναισθήματα στο περιβάλλον του. Στον ζοφερό του κόσμο οι ποιήτριες θανατώνονται, οι πολιτικοί αντίπαλοι εξαφανίζονται, ο βασανισμός και ο θάνατος αναγορεύονται σε ύψιστα καλλιτεχνικά ιδεώδη. Φορέας μιας απάνθρωπης ιδεολογίας, αναζητά την αισθητική του έκφραση μέσω ποιητικής αλλά και … εναέριας γραφής, γράφοντας με τον καπνό του αεροσκάφους στίχους στον ουρανό (όπου χωρία της Βίβλου εναλάσσονται με φράσεις θεοποίησης του θανάτου – φυσικά όχι του δικού του). Με τις επιδεικτικές αυτές ουρανογραφίες ηρωοποιείται αλλά και μυθοποιείται λόγω της εξαφάνισής του, αφού έχει νωρίτερα προσελκύσει γυναίκες ως μέλος λογοτεχνικών εργαστηρίων.

Αυτό το φευγαλέο πρόσωπο αναζητούν δυο πρόσωπα, προσπαθώντας να συγκεντρώσουν το διεσπαρμένο με ανατριχιαστική μεθοδικότητα και ποικίλα ετερώνυμα λογοτεχνικό του έργο. Ο ανώνυμος αφηγητής και ο εκλεκτός φίλος του έχουν βιώσει την αβάσταχτη θλίψη της πραγματικότητας επί Πινοσέτ, έχουν δει τους φίλους τους να εξαφανίζονται και νέους ενοικιαστές να μένουν στα διαμερίσματά τους. Στην πορεία των αναζητήσεών τους (γνώριμο μοτίβο του συγγραφέα) συναντιούνται κυριολεκτικά ή μεταφορικά με πρόσωπα, οι μικρές βιογραφίες των οποίων, εγκιβωτιζόμενες στη διήγηση, φωτίζουν αμυδρά την έρευνά τους, λειτουργώντας και ως ιδιότυπες λογοτεχνικές παραβολές για τα πολλαπλά πρόσωπα της χώρας.

Η αφήγηση υπονομεύεται συνεχώς από τον συγγραφέα, που ξεδιπλώνει την ιστορία του με υπαινιγμούς, βασιζόμενος σε φήμες και εικασίες. Σε αυτή την ιστορία όλα είναι δύσκολα να εξηγηθούν. Η υπόγεια, εύστοχη ειρωνία είναι διάχυτη παντού, το ίδιο και η λογοτεχνία, με πρόσωπα υπαρκτά, αναφορές στις αναγνώσεις των ηρώων και πλήθος βιβλιογραφικών στοιχείων, δημιουργώντας ένα παράλληλο λογοτεχνικό σύμπαν εκδοτικών οίκων, περιοδικών, φανζίν, εκδόσεων. Οι εκλεκτές συγγένειες με τους Κορτάσαρ, Ονέτι, Λίμα και, κυρίως, Μπόρχες είναι εμφανείς.
Αυτό το «τυπικά» αστυνομικό και βαθύτατα πολιτικό μυθιστόρημα, γεμάτο μελαγχολική ατμόσφαιρα, «αποστασιοποιημένη» στάση αλλά και παθιασμένη αναζήτηση της αλήθειας, αγγίζει ένα θέμα που σπάνια γνωρίζει την λογοτεχνική του διαπραγμάτευση. Αν η σχέση του ολοκληρωτισμού με την τέχνη έχει, ως ένα βαθμό, καταδειχτεί, εκείνη με την λογοτεχνία παραμένει ανεξερεύνητη. Οι φίλοι που τον αναζητούν ίσως διαπνέονται από την ασίγαστη επιθυμία να φτάσουν στον πυρήνα των δεινών, να ανακαλύψουν τους αρχικούς υπαίτιους και τον μηχανισμό της υποστήριξής τους, να εντοπίσουν την πηγή και το δρόμο του Κακού.

Αποτελεί, άραγε αυτός ο «ήρωας» την εικόνα της χώρας και ηπείρου του; Κατά πόσο δικαιούται να φέρει την ιδιότητα του ποιητή; Οι λογοτεχνικές αναζητήσεις καθαγιάζουν τα βρώμικα χέρια; Μπορεί ένας βασανιστής να αντιμετωπίζει το έργο του ως τέχνη; Οφείλει η λογοτεχνία να έχει κάποιο ηθικό ή πνευματικό ιδεώδες; Μήπως τα στρατιωτάκια των πραξικοπημάτων υπήρξαν απλώς παραμελημένοι ρομαντικοί ή ανίκανοι ποιητές; Μήπως απλώς αναζητούν την πνευματική και αισθητική ολοκλήρωση της ιδεολογίας τους ή την δική τους προσωπική αναγνώριση; Ενδέχεται ο σύγχρονος εκδοτικός κόσμος να έχει στοιχεία ολοκληρωτισμού;

Ο Μπολάνιο (1953 – 2003) υπήρξε καθολικά αποδεκτός από αναγνώστες, κριτικούς αλλά και τους ομότεχνούς του, που τον αναγόρευσαν ως τον σημαντικότερο συγγραφέα της γενιάς του. Αυτοεξορίστηκε για δεύτερη φορά από την Χιλή, καθώς η άφιξή του για συμμετοχή στο όραμα του Αλιέντε συνέπεσε με το πραξικόπημα του Πινοσέτ. Μετά το Μεξικό, το Ελ Σαλβαδόρ και την Γαλλία, βρήκε την συγγραφική του Ιθάκη στο παραθαλάσσιο Μπλάνες, κοντά στην Βαρκελώνη. Έγραψε ποιήματα, μυθιστορήματα, το μνημειώδες (πάνω από χίλιες σελίδες) 2666 αλλά και την Ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική (επέκταση του τελευταίου κεφαλαίου της οποίας αποτελεί το παρόν). Η ελληνική μετάφραση της Αγγελικής Αλεξοπούλου περιλαμβάνει σημειώσεις και εργοβιογραφία.



Ακούγοντας τους αγαπημένους του Μπολάνιο, Inti – Illimani, το Χιλιανό συγκρότημα που μετά το πραξικόπημα του απαγορεύτηκε δια παντός η είσοδος στη χώρα, συγκινούμαι. Σκέφτομαι πόσα ακόμα θα απολαμβάναμε από την πένα του αν δεν έφευγε τόσο νωρίς και πως, όσο κι αν οι κατά τα άλλα «ευαίσθητοι» δολοφόνοι των δικτατοριών κρύβονται με άλλο όνομα σε κάθε γωνιά του κόσμου, το φως της γραφής θα τυφλώνει το σκοτάδι τους.

Συντεταγμένες: Roberto Bolano, Estrella Distante, [Distant Star] 1996
Στα ελληνικά: εκδόσεις Καστανιώτη, 2007
Μετάφραση και εισαγωγή: Αγγελική Αλεξοπούλου
Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 14, (καλοκαίρι 2008)
Πηγή: http://pandoxeio.wordpress.com/2008/06/13/bolano/

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

RAINING PLEASURE

Σήμερα η διάθεσή μου είναι απολύτως μουσική, ακούστε έναν ξεχωριστό Κεμάλ, από τους Raining Pleasure, συνειρμός από τον Βασιλικό, τον συνθέτη, στιχουργό, και τραγουδιστής του συγκροτήματος που παρουσιάζει την πρώτη του προσωπική δουλειά με τίτλο "Vintage" στο Μικρό Παλλάς.


κι άλλο ένα γιατί τους έχω ιδιαίτερη αδυναμία...

CARMEN PARIS

Η προηγούμενη ανάρτηση μας έφερε πιο κοντά στην Ιβηρική χερσόνησο,  κι αφού η εξαιρετική τραγουδίστρια, περφόρμερ και μουσικός Carmen Paris καταφθάνει επίσης στη χώρα μας (στις 19/3, στο Gazarte), σας παραθέτω ένα δείγμα της υπέροχης παρουσίας και δουλειάς της.

FLAMENCO

Αλλάζω τελείως θέμα, είναι πρωί, αύριο είναι Παρασκευή κι έτσι σκέφτηκα να δώσω ένα άρωμα Σεβίλης στο blog!

Πρόκειται για την Alicia Marquez, μία από τις πιο αισθαντικές χορεύτριες της σημερινής παράδοσης του φλαμένκο, που καταφθάνει από τη Σεβίλη, στη σκηνή του Half Note, για 7 παραστάσεις. Από 19-25/3.
Καθαρόαιμο flamenco που ανεβάζει το θερμόμετρο στα ύψη.

DIE WELLE by Dennis Gansel

Χθες το βράδυ είδα μια (περσινή) ταινία που με συγκλόνισε. Ταινία που πιστεύω πρέπει όλοι να τη δούνε και ιδιαίτερα όσοι έχουν να κάνουν με παιδιά, είτε λέγονται γονείς, δάσκαλοι, παιδαγωγοί.
Η επιρροή, στην τόσο ενθουσιώδη και εύπλαστη παιδική ψυχή είναι τόσο "δυνατή" που γίνεται τρομακτική κι επικίνδυνη όταν ασκείται από λάθος ανθρώπους.
Θα σας πρότεινα να τη δείτε..
Die Welle (το κύμα) του Dennis Gansel, βασίζεται σε αληθινό γεγονός που συνέβη σε ένα σχολείο της Καλιφόρνια το 1967 και που παρουσιάζει τόσο ανατριχιαστικά τις ρίζες του φασισμού.

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

Leonard Cohen

ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ "το μέτρο της κραυγής μας"

Ω εσείς φτωχοί θαμώνες αιθουσών κονσέρτων, σας παρατηρώ
Την ώρα που αφουγκράζεστε μια σύνθεση στο πιάνο
Απάνω στους βραχίονες του καθίσματος να ψευτοπαίζετε
Με πονεμένα δάχτυλα σκεβρά κι αρθριτικά
Μιμούμενοι, ω δυστυχισμένοι, τον σπουδαίο σολίστα στη σκηνή
΄Η πίσω απ’ τον σολίστα τον διάσημο συνθέτη
Να ψευτοπαίζετε τη μελωδία ή να κρατάτε τον ρυθμό
Με το κεφάλι ή με το πόδι, σάμπως να διευθύνετε.
Τι ματαιωμένοι αλήθεια σολίστες ή συνθέτες είμαστε όλοι μας
Τι ματαιωμένοι στην πραγματικότητα εραστές
- Παρά τους τόσους έρωτες που πιθανό να ΄χουμε ζήσει-
Ματαιωμένοι, αλλ’ όχι και παραιτημένοι, παίζοντας
Ως τα βαθιά μας γηρατειά στα μπράτσα του καθίσματος
΄Η και το ξύλο ακόμα του τελευταίου μας κρεβατιού την ίδια μελωδία
Σαν ανταπόκριση σ’ ένα ανεκπλήρωτο όνειρο
Απάνω σε μιαν ύλη που δεν απαντάει στα δάχτυλά μας

Νίκος Φωκάς, από «Το μέτρο της κραυγής μας», Ύψιλον/Βιβλία – 2001

A SUPERMARKET IN CALIFORNIA

By Allen Ginsberg
What thoughts I have of you tonight Walt Whitman, for I walked down the sidestreets under the trees with a headache self-conscious looking at the full moon.

In my hungry fatigue, and shopping for images, I went into the neon fruit supermarket, dreaming of your enumerations!

What peaches and what penumbras! Whole families shopping at night! Aisles full of husbands! Wives in the avocados, babies in the tomatoes!—and you, Garcia Lorca, what were you doing down by the watermelons?

I saw you, Walt Whitman, childless, lonely old grubber, poking among the meats in the refrigerator and eyeing the grocery boys.

I heard you asking questions of each: Who killed the pork chops? What price bananas? Are you my Angel?

I wandered in and out of the brilliant stacks of cans following you, and followed in my imagination by the store detective.

We strode down the open corridors together in our solitary fancy tasting artichokes, possessing every frozen delicacy, and never passing the cashier.

Where are we going, Walt Whitman? The doors close in an hour. Which way does your beard point tonight?

(I touch your book and dream of our odyssey in the supermarket and feel absurd.)

Will we walk all night through solitary streets? The trees add shade to shade, lights out in the houses, we'll both be lonely.

Will we stroll dreaming of the lost America of love past blue automobiles in driveways, home to our silent cottage?

Ah, dear father, graybeard, lonely old courage-teacher, what America did you have when Charon quit poling his ferry and you got out on a smoking bank and stood watching the boat disappear on the black waters of Lethe?

Berkeley, 1955

Τρίτη, 16 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ


Ένα κοριτσάκι γύρευε μια φορά από τη μάνα της το φεγγάρι. Αλλά η μάνα της που ήτανε πονηρή και δεν ήξερε τι να κάνει πήγε σ’ ένα μαγαζί και ρώτησε πόσο κάνει το φεγγάρι. Ο υπάλληλος του μαγαζιού την κοίταξε με ύφος παράξενο και της είπε: «Δεν πάτε αλλού να κοροϊδέψετε κυρία μου» - αλλά η κυρία επέμενε λέγοντας: «Πήγαινέ με στο Διευθυντή αλλιώς το κοριτσάκι μου θα πεθάνει». Και την πήγανε τέλος πάντων στο Διευθυντή. «Κυρία μου εμείς δυστυχώς δεν πουλάμε το φεγγάρι. Γιατί δεν πηγαίνετε στο φαναρτζίδικο κι ίσως εκείνοι θα σας πούνε πού να πάτε».

Και πήγε η δυστυχισμένη στο φαναρτζίδικο και ζήτησε το φεγγάρι. Και της είπανε: «Τώρα ήρθες ευλογημένη – αν ερχόσουνα πέντε λεπτά πριν κάτι θα γινότανε – αλλά τώρα έφυγε ο πρώτος φαναρτζής που ανάβει κάθε νύχτα το φεγγάρι».
Τότε πήγε γυρεύοντας τον φαναρτζή σπίτι του.
Κι άνοιξε η γυναίκα του φαναρτζή – και της είπε γιατί ήταν ανάγκη – και τον ξύπνησαν- κι αγουροξυπνημένος καθώς ήτανε της λέει:
«Τρελαθήκατε κυρία μου, το φεγγάρι έχει ώρες που έφυγε. Πώς θέλετε να το φέρουμε πίσω; Πηγαίνετε στο βασιλιά κι ίσως εκείνος να σας κάνει αυτή τη χάρη».

Και έτρεξε στο βασιλιά και τον παρακάλεσε να ξαναφέρει το φεγγάρι, γιατί ήθελε να το ’χει η κόρη της να παίξει. Κι ο βασιλιάς κατσούφιασε και φώναξε τον αστρολόγο, κι ο αστρολόγος ξύνοντας το κεφάλι του είπε:

«Μεγαλειότατε ένας μόνο μπορεί να φέρει πίσω το φεγγάρι που έφυγε από τη γη. Ο μέγας μάγος».
«Και πού μένει αυτός», ρώτησε ο βασιλιάς.
«Μένει σε μια σπηλιά σ’ ένα βουνό»
«Φωνάξτε τον», είπε ο βασιλιάς και τον φέρανε. Κι ο Μέγας Μάγος ρώτησε αν το κοριτσάκι ήταν φρόνιμο, αν έτρωγε το φαγητό του και αν είχε καλούς τρόπους.
Και του είπανε πως ήταν φρόνιμο, πως έτρωγε το φαγητό του και πως είχε καλούς τρόπους.
Και τότες ο Μέγας Μάγος κουνώντας τα δάχτυλά του άρχισε να τραβάει το φεγγάρι πίσω στη γη. Και το φεγγάρι άρχισε νάρχεται και να πλησιάζει, κι όλοι τρομάξανε πολύ κι είπανε να σταματήσει.

Αλλά ο Μέγας Μάγος είπε: «Τώρα πια είναι αργά. Μόνο αν θέλει το κοριτσάκι να σταματήσει, θα σταματήσει το φεγγάρι νάρχεται».
Κι έγινε πανικός στον κόσμο: γιατί μεγάλωνε τόσο πολύ το φεγγάρι όσο πλησίαζε και σε λίγο θάτρωγε τη γη ολόκληρη. Τρέξανε λοιπόν να βρουν το κοριτσάκι – να την πείσουνε ν ’αφήσει το φεγγάρι να φύγει.
Αλλά εκείνη έλεγε: «Θέλω το φεγγάρι». Και το φεγγάρι ερχότανε. Τότε της τάξανε – ο ίδιος ο βασιλιάς – να γίνει βασίλισσα της γης, αλλά ν’ αφήσει το φεγγάρι.
Μα το κοριτσάκι αρνήθηκε κι έλεγε: «Θέλω το φεγγάρι – δεν θέλω τίποτα άλλο».

Κι έγινε απελπισία μεγάλη – και το ρολόι της σκέψης στο μυαλό ολονών σταμάτησε – αλλά κάποιος βρέθηκε – ένας γελωτοποιός – που είπε: «Και γιατί να μη φτιάξουμε ένα φεγγάρι ψεύτικο και να της το πάμε και να νομίζει πως ήρθε», και τρέξανε στα μαγαζιά και παραγγείλανε στους φαναρτζήδες ένα φεγγάρι ολομέταξο μ’ ένα φανάρι μέσα για να φέγγει και το πήρανε οι σαλτιμπάγκοι που ντύθηκαν άνθρωποι του φεγγαριού και το πήρανε στο σπίτι του κοριτσιού και το κοριτσάκι ευχαριστήθηκε πολύ – και γέλασε, και είπε:
«Ευχαριστώ φεγγάρι που ήρθες – τώρα μπορείς να φύγεις».

Κι άρχισε πάλι να φεύγει το φεγγάρι τ’ αληθινό κι όλα γινότανε πάλι όπως πριν, κι από τότες κάθε χρόνο περιδιαβάζουνε ένα φεγγάρι ψεύτικο τις απόκριες στους δρόμους για να γιορτάσουνε την απολύτρωσή τους από το φεγγάρι που ερχόταν, και ντύνονται για να γελάσουν οι άνθρωποι της γης – άνθρωποι του φεγγαριού».

ΝΑΝΟΥ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ από το βιβλίο του
Ο ΟΜΙΛΩΝ ΠΙΘΗΚΟΣ ή ΠΑΡΑΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
(Εκδόσεις Αιγόκερως 1986)

Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2010

ROBERTO ARLT οι 7 τρελοί

Θέλω να γίνω μάνατζερ των τρελών, των αμέτρητων παραγνωρισμένων ιδιοφυϊών, των ανισόρροπων που δεν έχουν πρόσβαση στα πνευματιστικά και μπολσεβικικά κέντρα… Αν τους ξεγελάσεις για τα καλά, αν τους ενθαρρύνεις αρκετά, είναι ικανοί για πράξεις που θα σας έκαναν να ανατριχιάσετε. Γραμματιζούμενοι της μπάρας, εφευρέτες της γειτονιάς, προφήτες της ενορίας, πολιτικοί του καφενείου, φιλόσοφοι των κέντρων διασκέδασης: αυτοί θα αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη της οργάνωσής μας.
[σ. 191]

Να κι ένα πεδίο όπου ο Μπόρχες έπεσε έξω: η περιφρόνησή του για την γραφή του Ρομπέρτο Αρλτ μοιάζει πια αδικαιολόγητη και αναρωτιόμαστε σήμερα τι μπορεί να μην άρεσε στον καθολικό εκείνο αναγνώστη, καθώς ο Αρλτ (1900-1942) υπήρξε μια πραγματικά ιδιαίτερη περίπτωση. Μιλάμε για έναν πυρετοκίνητο γραφέα, με εμμονές στο κακό και το ανήθικο, έναν πλάστη αρνητικών ηρώων που όμως ξεσπούσαν στις ακρότητές τους μέσα σε απόλυτα αληθινά κοινωνικά δεδομένα. Γιατί ήταν η ίδια η εποχή που ωθούσε όλους αυτούς τους παραπεταμένους στα άκρα, ήταν η ίδια η ζοφερή πραγματικότητα που δικαιολογούσε τις αναίσχυντες πράξεις τους.
Ήδη από την πρώτη σελίδα ο Ρέμο Ερδοσάιν βρίσκεται ενώπιον τριών ανωτέρων της Σακχαροποιίας όπου εργάζεται, ακούγοντας: Υπάρχει μια καταγγελία ότι μας έχετε κλέψει εξακόσια πέσος. Αισθάνεται άδειος, ένα κέλυφος ανθρώπου, κινούμενο από τον αυτοματισμό της συνήθειας. Βρίσκεται ξανά «στη ζώνη της αγωνίας» και της ονειροπόλησης μιας ζωής όπου το αύριο δεν θα αποτελεί συνέχεια του σήμερα, αλλά θα είναι πάντα διαφορετικό και εσαεί απροσδόκητο. Η ένταξή του στην επαναστατική οργάνωση του Αστρολόγου (και Αρλτικής αλτ-περσόνας) είναι θέμα χρόνου. Αυτή η οργάνωση που μοιάζει με αίρεση, τσίρκο και τρομοκρατική ομάδα μαζί σκοπεύει να τιμωρήσει κάθε έμπορο, πλούσιο ή αστό και να μοιράσει κοινωνικά δίκαια και ευτυχίες χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα κι όλες τις εκδηλώσεις σκοτεινών ενστίκτων. Αναπόφευκτα θα ποδοπατήσει και κάθε ηθική διάκριση. Τα φλογοβόλα (για να κλέψω τον τίτλο ενός άλλου βιβλίου του Αρλτ) κίνητρά τους αναβλύζουν από την ταξική ταπείνωση που βιώνουν καθημερινά, εγείροντας εκδικητικές τάσεις και νικηφόρα οράματα. Ο βασικός κινητήρας της επανάστασης θα είναι ένα οργανωμένο πλέγμα πορνείων. Ο Νιτσεϊσμός ας επικρατήσει κάθε Μανιχαϊσμού. Οι Άγγελοι Εξολοθρευτές δεν εγγυώνται κανένα παράδεισο. Ας γίνει κόλαση, λένε, καλύτερη θα είναι από το παρόν.
Μια ομήγυρη σκληρών, αυτοκαταστροφικών και παραβατικών τύπων, ο Μελαγχολικός Μαστροπός, ο Ταγματάρχης, ο Χρυσοθήρας, ο Άντρας Που Είδε Την Μαία, η αγέρωχη Χωλή Ιπόλιτα, κι άλλες εξπρεσιονιστικές καρικατούρες και «υιοί της απώλειας» θα εξεγερθούν όχι μόνο για να ζήσουν αλλά και για να μπουν βαθύτερα στο νόημα της ζωής, να θρέψουν τις υπαρξιακές τους πείνες. Ιδού ένα επικίνδυνο μίγμα: πλήξη και απόγνωση μαζί. Είναι εμφανής η αιμομιξία του Αρλτ με τις λογοτεχνίες του Κακού και τους Λωτρεαμόν, Ντοστογέφσκι, Κάφκα, Γκομπρόβιτς, Κόχουτ, Βίτκιεβιτς αλλά και μια ανεστραμμένη Ζωή των Μποέμ. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες οι συνδέσεις με το παρόν: τα σχέδια των χημικών επιθέσεων, ο τρόπος προσηλυτισμού που μοιάζει με των αιρέσεων, η δυστοπία των μηχανών που θυμίζει εξίσου Φριτς Λανγκ και Σοσιαλιστικό Ρεαλισμού, η θεωρητική σκευή του Ολοκληρωτισμού. Εκείνος που θ’ ανακαλύψει το ψέμα που χρειάζεται η μάζα θα γίνει ο Βασιλιάς του Κόσμου. [σ. 195]

Ο Μπόρχες θαύμαζε τους λούμπεν ανθρώπους των κακόφημων πλευρών του Μπουένος Άιρες, ίσως επειδή δεν μπορούσε ποτέ να τους μοιάσει. Ο Άρλτ δεν είχε πρόβλημα: αυτές ήταν οι παρέες του και συχνά ζούσε σαν κι αυτούς. Οι 7 τρελοί συνεχίζουν στα Φλογοβόλα, που μαζί με το Λυσσαλέο παιχνίδι και τον Μάγο Έρωτα (1926 – 1932 αντ.) είναι τα μοναδικά μυθιστορήματα του Αρλτ, προτού ανακοπεί η ταχύπαλμη (σαν τη γραφή) καρδιά του. Από διηγήματα και θεατρικά, ξεχείλιζε, όμως αυτός ο ασπούδαχτος – εργάτης – δημοσιογράφος διαβάστηκε περισσότερο ως οξυγράφος χρονικογράφος (τιτλοφορούσε τα χρονογραφήματά του ως οξυγραφίες) εφόσον η αδιαφορία του για γραμματικές και ορθογραφίες και η άτακτη και συχνά ασύνδετη γραφή του τού στέρησαν την αποδοχή ως συγγραφέα. Σήμερα η επίδρασή του στην αργεντινή λογοτεχνική μοντερνικότητα θεωρείται δεδομένη, ο Πίγλια (βλ. πιο κάτω) τον αναφέρει δεόντως και με δέος, ενώ παραμένει άγνωστος στους ευρωπαϊκούς κανόνες. Αυτοί χάνουν.
Στην πραγματικότητα ποσώς μ’ ενδιαφέρει αν με θεωρούν ιδιοφυΐα ή όχι. Τα λόγια δεν έχουν μεγάλη σημασία για όσους είναι προορισμένοι για έργα. Εκείνοι τρέφονται με άσκοπα λόγια είναι οι περιθωριακοί του πνεύματος. Εγώ θέτω στον εαυτό μου το εξής ερώτημα, η απάντηση του οποίου δεν εξαρτάται από τις πνευματικές μου ικανότητες: Μπορώ να κάνω ευτυχισμένους τους ανθρώπους; Και πλησιάζω πρώτα πρώτα τους αθλίους, προσφέροντάς τους ένα ψέμα για ν’ ασχολούνται, ένα ψέμα το οποίο να τους κάνει ευτυχισμένους ικανοποιώντας την ματαιοδοξία τους…Και οι φτωχοδιάβολοι αυτοί, που εγκαταλειμμένοι στον εαυτό τους δε θα ήταν τίποτε άλλο από παρεξηγημένοι τύπο, γίνονται το πολύτιμο υλικό με το οποίο θα παράγουμε τη δύναμη…τον ατμό… [σ. 192-193]

Εκδ. Ροές, 2008, μτφ. Δήμητρα Παπαβασιλείου, σελ. 345, με προλογικό σημείωμα και σημειώσεις της μεταφράστριας (Roberto Arlt, Los siete locos, 1929)
Πρώτη δημοσίευση: mic.gr
http://pandoxeio.wordpress.com/2010/01/04/arlt/

Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

STARDUST

Τινάζω από πάνω μου, την αστερόσκονη και χαμογελώ στον ήλιο που ανέτειλλε πιο φωτεινός σήμερα!

Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

TANGO FIRE



a firefull goodnight!

FERNANDO PESSOA - Δύο ποιήματα

Θεωρώ τη ζωή ένα πανδοχείο όπου πρέπει να μείνω μέχρι να έρθει η άμαξα της αβύσσου.
FERNANDO PESSOA

Ασύνδετα Ποιήματα
Alberto Caeiro
Όταν θα ξαναδώ την άνοιξη
Μπορεί πια να μη βρίσκομαι σ’ αυτό τον κόσμο.
Και τι δεν θα’ δινα για να’ ναι η άνοιξη άνθρωπος
Και να μπορώ να σκέφτομαι πως θα ’κλαιγε
Γιατί έχασε το μοναδικό της φίλο.
Αλλά η άνοιξη δεν είναι κάποιο πράγμα:
Είναι ένας τρόπος του λέγειν.
Μήτε τα άνθη ξανάρχονται, μήτε τα πράσινα φύλλα.
Καινούργια είναι τα άνθη, καινούργια τα πράσινα φύλλα
Άλλες οι γλυκές μέρες.
Τίποτα δεν επιστρέφει, τίποτα δεν επαναλαμβάνεται, γιατί όλα είναι πραγματικά.
*
Αν σαν έρθει η άνοιξη,
Έχω ήδη πεθάνει
Τα λουλούδια το ίδιο θα ανθίσουν
Και τα δέντρα το ίδιο πράσινα θα’ ναι με την περασμένη άνοιξη.
Η πραγματικότητα δεν με χρειάζεται.

Αισθάνομαι χαρά απέραντη
Σαν σκέφτομαι πως ο θάνατός μου δεν έχει σημασία καμιά.

Αν ήξερα πως αύριο θα πεθάνω
Και η άνοιξη θα’ ρχόταν μεθαύριο
Θα πέθαινα ευτυχής, γιατί θα’ ρχόταν μεθαύριο.
Αν τότε είναι η ώρα της, στην ώρα της δεν πρέπει να’ ρθει;
Χαίρομαι που όλα είναι πραγματικά και καθώς πρέπει
Και χαίρομαι γιατί έτσι θα ήταν, ακόμη κι αν δεν χαιρόμουν.
Γι αυτό αν πεθάνω τώρα, θα πεθάνω ευχαριστημένος,
Γιατί όλα είναι πραγματικά και καθώς πρέπει.
Μπορούν στα λατινικά να προσεύχονται πάνω απ’ το φέρετρό μου, αν τους αρέσει.
Κι αν τους αρέσει, ας χορεύουν κι ας τραγουδούν ολόγυρά του.
Δεν έχω προτιμήσεις για όταν πια δεν θα μπορώ να έχω προτιμήσεις.
Ότι γίνει, όταν θα γίνει, θα είναι αυτό που είναι.
*
Αν σαν πεθάνω, θελήσουν να γράψουν τη βιογραφία μου,
Τίποτα πιο απλό.
Έχει μόνο δυο ημερομηνίες –της γέννησης και του θανάτου μου.
Ανάμεσα στη μια και την άλλη όλες οι μέρες είναι δικές μου.

Είμαι εύκολος στον ορισμό μου.
Έζησα σαν καταραμένος.
Αγάπησα τα πράγματα χωρίς καμία συναισθηματικότητα.
Ποτέ δεν είχα επιθυμία που δεν μπόρεσα να πραγματοποιήσω, γιατί δεν τυφλώθηκα ποτέ.
Ακόμη και το ακούω ήταν πάντα για μένα συνοδευτικό του βλέπω.
Κατάλαβα ότι τα πράγματα είναι πραγματικά και διαφορετικά όλα μεταξύ τους.
Το κατάλαβα με τα μάτια, ποτέ με τη σκέψη.
Αν το καταλάβαινα με τη σκέψη θα ήταν σαν να τα ’βρισκα όλα ίδια.
Μια μέρα με τύλιξε ο ύπνος σαν οποιοδήποτε παιδί.
Έκλεισα τα μάτια και κοιμήθηκα.
Πέραν αυτού, είμαι ο μοναδικός ποιητής της Φύσης.
........................................
Παραίτηση
Fernando Pessoa

Πάρε με, ω νύχτα αιώνια, στην αγκαλιά σου
Και γιο σου ονόμασέ με.
Είμαι ένας βασιλιάς
Που με τη θέλησή μου εγκατέλειψα
Το θρόνο μου, από όνειρα και κούραση φτιαγμένο.

Το σπαθί μου, βαρύ για τα κουρασμένα μπράτσα μου,
Σ’ αρρενωπά κι ήρεμα χέρια παρέδωσα.
Σκήπτρο και στέμμα –τα ’φησα
Στον προθάλαμο, στο δάπεδο κομμάτια.

Την πανοπλία μου, τόσο ανώφελη,
Τα σπιρούνια μου, με το μάταιο κουδούνισμά τους
Τ’ άφησα πάνω στα κρύα σκαλοπάτια.

Αποδύθηκα την πραγματικότητα, ψυχή τε και σώματι,
Κι επέστρεψα στην κρύα και ήρεμη νύχτα
Σαν το τοπίο όταν αργοπεθαίνει η μέρα.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΑ

Cesaria Evora - Goran Bregovic


αφού είμαι σ' αυτό το mood σήμερα θα σας καλημερίσω με το παραπάνω τραγούδι!

FIGLI DI MADRE IGNOTA



Tα «Παιδιά Αγνώστου Μητρός» από την Ιταλία ηλεκτρίζουν την ατμόσφαιρα με ξεχασμένες χορευτικές μουσικές από τα '60s, πόλκες, ska, klezmer, swing, ταραντέλες και πολύ χιούμορ.

Σήμερα στις 22.30 στο Half Note Jazz Club Τριβωνιανού 17, Μετς

Με βασικό "όπλο" το χιούμορ και τη βαθιά γνώση λαϊκών μουσικών μορφωμάτων, τα οποία αρχίζουν από την Ιταλία, απλώνονται στα Βαλκάνια και φτάνουν μέχρι τη Μικρά Ασία, οι Μιλανέζοι Figli di Madre Ignota φτιάχνουν μερικά hot κι εκρηκτικά μείγματα από μουσικές που ζουν και αναπνέουν μέσα και δίπλα μας επί αιώνες.
http://www.athinorama.gr/music/data/events/default.aspx?id=FIGLI+DI+MADRE+IGNOTA

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

MARY POPPINS II

Και μιας και ανέσυρα από τα παλιά τη Mary Poppins ακούστε κι αυτό το πανέμορφο, τρυφερό και λίγο θλιμμένο, τραγούδι...το αγαπώ πάρα πολύ.

MARY POPPINS I

Δεν είναι πως ξύπνησα το πρωί με μια διάθεση βαριά και απαισιόδοξη. Είναι πως ο καιρός είναι περίεργος! Είναι που έμεινα για πάνω από δύο ώρες έξω (γιατί ξέχασα τα κλειδιά μου), είναι γιατί ακόμη δεν έχω πιει ένα καφέ!
Τώρα χρειάζομαι τα μαγικά μου κόλπα για να αφήσω πίσω αυτή τη μουντή κατάσταση και να χαμογελάσω.
Εμπρός λοιπόν καλό μου ραβδάκι κάνε το θαύμα σου!
Καλημέρα!

MICHEL SCHNEIDER

«Είναι η στιγμή όπου η ψυχή που καταρρέει διστάζει, καθώς ζαλίζεται, ανάμεσα στην παλιά και την καινούργια μέρα, μην τολμώντας ούτε να αντιμετωπίσει τη μία ούτε να θυμηθεί την άλλη. Είναι η ώρα που οτιδήποτε γνωρίζουμε, όπως και ό,τι δεν γνωρίζουμε, συνθλίβει το πνεύμα σαν σιδερένιος μανδύας, όπου όλοι οι δρόμοι, πολυσύχναστοι ή απάτητοι, υποχωρούν κάτω από τα πόδια που τρεκλίζουν, όπου τα πάντα είναι μαύρα μπροστά στα μάτια που προσπαθούν να δουν. Το σκοτάδι είναι εδώ, το σκοτάδι είναι παντού. Είναι η ώρα της φρίκης, η τρομακτική ώρα του νικηφόρου σκότους»

από το: Φανταστικοί θάνατοι του Μισέλ Σνεντέρ,
«Συγχωρήστε με για τη σκόνη. Ντόροθυ Πάρκερ, 7 Ιουνίου 1967»
εκδ. Καστανιώτη, 2005, μτφ. Γιάννης Στρίγκος
Michel Schneider, Morts imaginaires, 2003

Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010

APOLLINAIRE

                                             
Guillaume Apollinaire
(26 Αυγούστου 1880 – 9 Νοεμβρίου 1918)
Γάλλος (πολωνικής καταγωγής) ποιητής , δραματουργός και κριτικός, μία από τις πιο ακτινοβόλες προσωπικότητες της διανόησης των αρχών του περασμένου αιώνα.
Ο Απολινέρ άνοιξε νέους δρόμους στη γαλλική ποίηση. Το όνομά του συνδέεται στενά με την πρώιμη εμφάνιση του υπερρεαλισμού, του οποίου διεκδικεί την πατρότητα. Διάσημο είναι το δίπρακτο δράμα του με τον προκλητικό
τίτλο " Οι μαστοί του Τειρεσία". Ο Απολινέρ είναι ενα από τα πολλά επώνυμα θύματα της φοβερής Ισπανικής γρίπης, που στοίχισε τη ζωή σε εκατομμύρια ανθρώπους, στα τέλη της δεκαετίας του 1910.
LE PONT MIRABEAU
Η ΓΕΦΥΡΑ ΜΙΡΑΜΠΟ
Ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα του Απολινέρ από τη συλλογή του 1913, "Αλκοόλ". Ο ποιητής σκύβει πάνω από το Σηκουάνα και αναπολεί τις στιγμές μιας ερωτικής του ιστορίας. Η εξιστόρηση του άτυχου έρωτα γίνεται απνευστί, χωρίς δηλαδή τη χρησιμοποίηση των σημείων στίξης, προκειμένου να εξισώσει τη ροή του περασμένου έρωτα, με το νερό του Σηκουάνα, που τρέχει ακατάπαυστα.
ΑΓΓΛΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Beneath Pont
Mirabeau
flows the Seine
and so our loves.
And must I now
again
recall that joy
will follow
after pain.
Comes the night,
the hours complain.
The days continue,
I remain.
Hand in hand and
resting
face to face.
Through bridging
arms our gazings
trace
a endless sadness
in
the water's race.
Comes the night,
the hours complain.
The days continue,
I remain.
Love goes on
and
like the water's flow
it goes away
and life it seems
is slow,
though hope
is ever violent
though.
Comes the night,
the hours complain.
The days continue,
I remain.
The days and weeks
are passing
just the same
but time that's past
and love
won't come again.
Beneath Pont
Mirabeau
flows the Seine

ΝΤΑΝΤΑΙΣΜΟΣ

Ντανταϊσμός, η πολιτικοποιημένη τέχνη του εσκεμμένου 
«Το Νταντά είναι μια νέα τάση στην τέχνη. Αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό από το γεγονός ότι σήμερα κανείς δεν γνωρίζει κάτι γι’ αυτό ενώ αύριο όλοι στη Ζυρίχη θα μιλάνε γι’ αυτό. Το Νταντά βγαίνει από το λεξικό. Είναι τρομερά απλό. Στα γαλλικά σημαίνει ‘ψεύτικο άλογο’. Στα γερμανικά σημαίνει ‘αντίο’, ‘ξεφορτώσου με’, ‘θα τα πούμε κάποια στιγμή’. Στα ρουμάνικα: ‘ναι, πράγματι, έχεις δίκιο, αυτό είναι’. Μια διεθνής λέξη», απήγγειλε ο Hugo Ball, μεταξύ άλλων, κατά τα εγκαίνια του Cabaret Voltaire, στη Ζυρίχη, στις 14 Ιουλίου του 1916. Επρόκειτο για το πρώτο μανιφέστο του Ντανταϊσμού.
Οι παριστάμενοι εκείνης της βραδιάς παρακολούθησαν τα εγκαίνια του νέου Cabaret Voltaire, που στόχο είχε να αποτελέσει ένα καμπαρέ για καλλιτεχνικούς και πολιτικούς λόγους. Εκτός από τον ποιητή και συγγραφέα Hugo Ball, παρόντες ήταν μεταξύ άλλων και η ποιήτρια και περφόρμερ Emmy Hennings, ο ζωγράφος και αρχιτέκτονας Marcel Janco, ο λογοτέχνης και μουσικός Richard Huelsenbeck, ο ποιητής και performance καλλιτέχνης Tristan Tzara, η ζωγράφος και γλύπτης Sophie Täuber καθώς και ο γλύπτης, ζωγράφος και ποιητής Jean Arp.
Η λέξη Dada, σύμφωνα με την παράδοση, προέκυψε στην παρέα του Cabaret Voltaire από τα επαναλαμβανόμενα da, da, da, ( ναι, ναι, ναι) στις συζητήσεις μεταξύ των Tzara και Janco στα ρουμάνικα. Οι περισσότεροι από τους παριστάμενους εκείνης της βραδιάς έμελλε να αποτελέσουν τον πυρήνα του κινήματος του Ντανταϊσμού ή Νταντά (Dada), το καλλιτεχνικό κίνημα που εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1910 και κορυφώθηκε την 6ετία 1916-1922.
Εμφανίστηκε στις εικαστικές τέχνες, στη λογοτεχνία, την ποίηση, το θέατρο και την γραφιστική. Το κίνημα αποτελούσε επίσης και μια διαμαρτυρία κατά της βαρβαρότητας του πολέμου, με τον πρωτοφανή Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο να έχει συγκλονίσει τους νέους καλλιτέχνες.

Αλλά από την πρώτη στιγμή οι ντανταϊστές έδειξαν μια σοβαρότητα στις προθέσεις τους και μια αναζήτηση νέας οπτικής και νέου περιεχομένου, με συνέπειες πολύ πιο μακροπρόθεσμες από τη στιγμιαία επιθυμία να προσβάλλουν την υπεύθυνη για τον πόλεμο αστική πλουτοκρατία. Οι Ντανταϊστές αντιμαχόταν την καταπιεστική διανοητική αγκύλωση, τόσο στην τέχνη όσο και στην καθημερινότητα και το κίνημά τους χαρακτηρίζεται από εσκεμμένο παραλογισμό και απόρριψη των κυρίαρχων ιδανικών της τέχνης.

Οι δραστηριότητες των ντανταϊστών περιελάμβαναν μαζικές συγκεντρώσεις, διαμαρτυρίες, δημοσιεύσεις καλλιτεχνικών/λογοτεχνικών περιοδικών όπου η πλούσια εφευρετικότητα του χιούμορ τους κρυβόταν πίσω από όλες τις εκδηλώσεις τους – είτε στην απαγγελία ποιημάτων με λέξεις χωρίς νόημα κάτω από τον θόρυβο μηχανών, είτε σε παράλογες παραστάσεις θεάτρου, στην ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων χωρίς νόημα, ή στη δημιουργία πινάκων ζωγραφικής με ανεξέλεγκτες κινήσεις, πέρα από κάθε έλεγχο της λογικής. Το κίνημα επηρέασε μετέπειτα στυλ όπως το avant-garde, καθώς και τον σουρεαλισμό, το νεορεαλισμό, την pop art, την μουσική punk rock και το κίνημα Fluxus.

Κορυφαία μορφή του Ντανταϊσμού αναδείχθηκε ο Tristan Tzara, ο οποίος στις 3 Φεβρουαρίου 1918 εξέδωσε το δεύτερο «Μανιφέστο του Ντανταϊσμού», επαναπροσδιορίζοντας τις ασαφείς αρχές του νέου κινήματος. «Γράφω αυτό το μανιφέστο για να δείξω ότι μπορεί κανείς να κάνει ταυτόχρονα αντίθετες ενέργειες στη διάρκεια μιας δροσερής ανάσας. Είμαι κατά των ενεργειών, και όσο για τη διαρκή αντίφαση ή την κατάφαση, δεν είμαι ούτε υπέρ ούτε κατά και δεν πρόκειται να εξηγήσω τί εννοώ γιατί μισώ τον κοινό νού. Είμαι κατά των συστημάτων. Το πιο αποδεκτό σύστημα είναι να μην έχεις κανένα σύστημα και καμιά αρχή».
Ορισμένοι επιφανείς καλλιτέχνες του κινήματος ήταν οι: Guillaume Apollinaire, Arthur Cravan, Beatrice Wood, Man Ray, Francis Picabia, Marcel Duchamp, Arthur Rimbaud, Francis Picabia, Max Ernst. Τελικά, οι ντανταϊστές βρήκαν καταλληλότερο κλίμα στην τεχνική του σουρεαλισμού κι έτσι από το 1922 έπαψε να υφίσταται ως ιδιαίτερη σχολή

ΠΗΓΗ:  http://tvxs.gr/

ΝΙΤΣΕ - Τι διατηρεί το είδος

Τα δυνατά και πονηρά μυαλά είναι εκείνα που επέφεραν τη μεγαλύτερη πρόοδο στην ανθρωπότητα.
Αυτά συνεχώς ξανάναβαν τα πάθη που κόντευαν να αποκοιμηθούν-γιατί έτσι συμβαίνει κάθε εξημερωμένη κοινωνία τα αποκοιμίζει-αυτά λοιπόν συνεχώς ξυπνούσαν το συγκριτικό και το αντιρρητικό πνεύμα, υποδαύλιζαν την αγάπη για το κανούργιο, το διακινδυνευμένο, το αδοκίμαστο.
Ανάγκαζαν τον άνθρωπο να φέρνει αντιρρήσεις, και να μη δέχεται τις γνώμες των άλλων, αλλά να λέει τις δικές του και να τις υπερασπίζεται μάλιστα.
Έδωσαν δύναμη στον άνθρωπο να αντιτάξει τα ιδανικά σ' άλλα ιδανικά.
Τις περισσότερες φορές με το όπλο στο χέρι, ανατρέποντας τα σύμβολα, βιάζοντας τις θρησκευτικές ευλάβειες, αλλά, και ιδρύοντας νέες θρησκείες, δημιουργώντας νέες ηθικές!
Αυτή η "κακία" που υποβιβάζει τον κατακτητή, παρ΄όλο που διατυπώνεται με λεπτότερο τρόπο και δεν βάζουν σε κίνηση αμέσως τον νου-και με αυτό, άλλωστε, τον υποβιβάζει λιγότερο!-.
Όπως και να είναι, το κάθε τι καινούργιο είναι το κακό, αφού αυτό είναι που επιζητά να κατακτήσει, να ανατρέψει τα ορόσημα, να ρίξει κάτω τις παλιές λατρείες. Καλό είναι μονάχα το παλιό!
Κάθε εποχή έχει τους καλούς ανθρώπους, τους ανθρώπους εκείνους που φυτεύουν βαθειά στην καρδιά τους τις παλιές ιδέες για να τις κάνουν να καρπίσουν, και είναι οι καλοί αυτοί άνθρωποι οι καλλιεργητές του πνεύματος. Αλλά κάθε χωράφι στο τέλος εξασθενεί, και πρέπει πάντα να ξανάρχεται το αλέτρι του κακού.


Σήμερα στην Αγγλία υπάρχει μια θεωρία της ηθικής, μια εσφαλμένη θεωρία που διδάσκει πως το "καλό" και το "κακό" εκφράζουν ένα σύνολο από εμπειρίες του "ευνοικού" και του "δυσμενούς", ακόμα διδάσκει πως ονομάζουμε "καλό" ό,τι διατηρεί το είδος και "κακό" ό,τι βλάπτει αυτό.

Στην πραγματικότητα όμως, τα κακά ένστικτα είναι ισάξια ωφέλιμα και ισάξια χρήσιμα για τη διατήρηση του είδους, ισάξια και απαραίτητα με τα καλά: η μόνη τους διαφορά βρίσκεται στη λειτουργία τους.
 
Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΣΚΟΠΟΥ ΤΗΣ ΖΩΗΣ του Φ. Νίτσε

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

My young son asks me...

My young son asks me: Must I learn mathematics?
What is the use, I feel like saying. That two pieces
Of bread are more than one's about all you'll end up with.

My young son asks me: Must I learn French?
What is the use, I feel like saying.
This State's collapsing.
And if you just rub your belly with your hand and
Groan, you'll be understood with little trouble.

My young son asks me: Must I learn history?
What is the use, I feel like saying. Learn to stick
Your head in the earth, and maybe you'll still survive.

Yes, learn mathematics, I tell him.
Learn your French, learn your history!

BERTOLT BRECHT (1940)

Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

ANNE SEXTON



All My Pretty Ones

Father, this year’s jinx rides us apart
where you followed our mother to her cold slumber;
a second shock boiling its stone to your heart,
leaving me here to shuffle and disencumber
you from the residence you could not afford:
a gold key, your half of a woolen mill,
twenty suits from Dunne’s, an English Ford,
the love and legal verbiage of another will,
boxes of pictures of people I do not know.
I touch their cardboard faces. They must go.

But the eyes, as thick as wood in this album,
hold me. I stop here, where a small boy
waits in a ruffled dress for someone to come ...
for this soldier who holds his bugle like a toy
or for this velvet lady who cannot smile.
Is this your father’s father, this commodore
in a mailman suit? My father, time meanwhile
has made it unimportant who you are looking for.
I’ll never know what these faces are all about.
I lock them into their book and throw them out.

This is the yellow scrapbook that you began
the year I was born; as crackling now and wrinkly
as tobacco leaves: clippings where Hoover outran
the Democrats, wiggling his dry finger at me
and Prohibition; news where the Hindenburg went
down and recent years where you went flush
on war. This year, solvent but sick, you meant
to marry that pretty widow in a one-month rush.
But before you had that second chance, I cried
on your fat shoulder. Three days later you died.

These are the snapshots of marriage, stopped in places.
Side by side at the rail toward Nassau now;
here, with the winner’s cup at the speedboat races,
here, in tails at the Cotillion, you take a bow,
here, by our kennel of dogs with their pink eyes,
running like show-bred pigs in their chain-link pen;
here, at the horseshow where my sister wins a prize;
and here, standing like a duke among groups of men.
Now I fold you down, my drunkard, my navigator,
my first lost keeper, to love or look at later.

I hold a five-year diary that my mother kept
for three years, telling all she does not say
of your alcoholic tendency. You overslept,
she writes. My God, father, each Christmas Day
with your blood, will I drink down your glass
of wine? The diary of your hurly-burly years
goes to my shelf to wait for my age to pass.
Only in this hoarded span will love persevere.
Whether you are pretty or not, I outlive you,
bend down my strange face to yours and forgive you.

Source: Anne Sexton, “All My Pretty Ones” from The Complete Poems of Anne Sexton (Boston: Houghton Mifflin, 1981)

Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ

«Γεννήθηκα Ελληνίδα. Θα πεθάνω Ελληνίδα.»
(Έτσι απάντησε η Μελίνα Μερκούρη όταν οι δικτάτορες της ακύρωσαν το Ελληνικό διαβατήριο)

Έφυγε στις 6 Μαρτίου 1994, στο νοσοκομείο "Μεμόριαλ" της Νέας Υόρκης και κηδεύτηκε στις 10 Μαρτίου με τιμές Πρωθυπουργού.



Πρώτα απ΄όλα Ελληνίδα, αλλά και ηθοποιός και πολιτικός. Έλαμψε στην διεθνή σκηνή με τον ρόλο της Ίλια, της καλόκαρδης πόρνης από την ταινία "Ποτέ την Κυριακή" (1960). Σπούδασε θέατρο στη Δραματική Σχολή του Εθνικού (1943-46) και έκανε το ντεμπούτο της στη σκηνή το 1944. Το 1949 καθιερώνεται σαν πρωταγωνίστρια με τον ρόλο της Μπλανς από το έργο του Τέννεσσυ Γουίλιαμς "Λεωφορείον ο Πόθος".
Η πρώτη της κινηματογραφική δουλειά ήταν η ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη "Στέλλα" (1955). Το 1965 παντρεύεται τον γαλλικής καταγωγής, αμερικανό σκηνοθέτη Ζυλ Ντασέν (Jules Dassin), ο οποίος και την σκηνοθέτησε στις ταινίες "Ποτέ την Κυριακή", "Φαίδρα" (1962), "Τοπκαπί" (1964) και "A Dream of Passion" (1978).
Η Μελίνα Μερκούρη πάλαιψε σκληρά για την ανατροπή της χούντας από το εξωτερικό όπου βρισκότανε. Μετά την ανατροπή της χούντας γύρισε στην Ελλάδα και πολιτεύτηκε. Εκλέχθεικε με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. το 1981 και ανέλαβε καθήκοντα Υπουργού Πολιτισμού. Όραμά της ήταν μέχρι τον θάνατό της η επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο όπου βρίσκονται μετά την αφαίρεσή τους τον 19ο αιώνα από τον Έλγιν.

AN EDUCATION



Είδα προχθές την ταινία, είναι καταπληκτική. Περιγράφει τόσο ρεαλιστικά την ανθρώπινη υποκρισία, τη ματαιοδοξία, την ακύρωση, την επιθυμία και τόσα άλλα ...τόσο ανθρώπινα χαρακτηριστικά! Τη συστήνω ανεπιφύλακτα!

Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

CHOCOLAT

Επειδή κάπως είμαι απόψε, νιώθω κάποια μελαγχολία και απογοήτευση (εξ ου και οι προηγούμενες αναρτήσεις), σκέφτηκα πως πρέπει να γλυκάνω λίγο αυτή τη μελαγχολία και πάνω απ' όλα να μη τη μεταφέρω και σε άλλους!
Γι' αυτό θα σας καληνυχτήσω με γλυκιά σοκολάτα που λατρεύω!!!
Καληνύχτα...

DEAD CAN DANCE



WATCHING THE AURORA

PESSOA

Επίκαιρη δυσωδία
Α, οι χυδαίοι και βρόμικοι άνθρωποι που μοιάζουν πάντα οι ίδιοι,
που χρησιμοποιούν βρισιές αντί για τις συνηθισμένες λέξεις (…)
Θαυμαστή ανθρωπότητα που ζει σαν τα σκυλιά,
που είναι πιο χαμηλά απ’ όλα τα ηθικά συστήματα,
που γι’ αυτήν δεν επινοήθηκε καμμιά θρησκεία,
δεν δημιουργήθηκε καμμιά τέχνη,
δεν έγινε γι αυτήν καμμιά πολιτική!
Πόσο εγώ σας αγαπώ όλους σας, γιατί είστε έτσι,
μήτε ανήθικοι τόσο χαμερπείς που είστε, μήτε καλοί μήτε κακοί,
ανέγγιχτοι απ’ όλες τις προόδους,
πανίδα θαυμαστή του πυθμένα του ωκεανού της ζωής.

Φ. Πεσσόα

(Άλβαρο ντε Κάμπος, «θριαμβική ωδή», μετ. Μαρία Παπαδήμα)

Portishead - Glory Box


Το ταξίδι της διαρκούς αναζήτησης είναι μακρύ και δύσκολο
Κάθε αναπνοή, κάθε βλέμμα, κάθε άγγιγμα, κάθε λέξη, κάθε ήχος
χρειάζεται κάποιο λόγο, για να μπορεί να πάρει μορφή
για να μπορεί να υπάρξει μέσα από μας, για εμάς και τους άλλους γύρω μας.
Χωρίς υποσχέσεις κι ανταλλάγματα, χωρίς ευκαιριακά "συναισθήματα"
μα με την καθαρότητα της παιδικής ψυχής που δίνει χωρίς να προσμένει.

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

TONINO CAROTONE

E' un mondo difficile, ταιριάζει με τις εποχές που ζούμε!

ORHAN PAMUK

Ο Παμούκ αναλύει «τι γίνεται στο μυαλό μας όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα;»
Τιμημένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, με χιλιάδες προσηλωμένους αναγνώστες σε όλον τον κόσμο και συγγραφέας οκτώ μυθιστορημάτων ο Ορχάν Παμούκ έρχεται, στις 10 Μαρτίου, στην Αθήνα, καλεσμένος από το Megaron Plus, για μια διάλεξη με τίτλο, «Τι γίνεται στο μυαλό μας όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα;». Τη διάλεξη θα προλογίσει ο συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος.

Ο διάσημος Τούρκος συγγραφέας θα ανιχνεύσει τις περίπλοκες και ανεπαίσθητες διαδρομές που επιλέγει ο αναγνώστης της λογοτεχνίας, για να περιπλανηθεί και να μεταμορφωθεί από τις πληροφορίες και τις αποκαλύψεις της.
Αλλωστε, ο Παμούκ πιστεύει ότι ο σύγχρονος κόσμος, κατακτάει την πιο βαθιά αυτογνωσία μέσα από τη λογοτεχνία, που του προτείνει έναν αποκαλυπτικό καθρέφτη για τις αντιφάσεις, τις πλάνες και τα αδιέξοδά του.

«Η λογοτεχνία σήμερα πρέπει να μιλάει και να διερευνά τους μεγάλους φόβους της ανθρωπότητας», έλεγε ο Παμούκ στην ομιλία του στην τελετή απονομής του Νόμπελ, τον Δεκέμβριο του 2006. «Το φόβο του αποκλεισμού, της εκμηδένισης, της απαξίωσης. Αδικία, συλλογικές ταπεινώσεις, αίσθημα καταδίωξης, εθνικιστικοί κομπασμοί, διατυπωμένοι σε μια παράλογη και πομπώδη γλώσσα, αγγίζουν μέσα μου μια σκοτεινή περιοχή. Οι εκτός δυτικού κόσμου κοινωνίες παραδίδονται σε αυτούς τους φόβους και κάνουν συχνά παράλογες πράξεις. Οι δυτικές κοινωνίες, υπερβολικά υπερήφανες για τον πλούτο τους και για την προίκα της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού και του Μοντερνισμού, που μας έχουν προσφέρει, παραδίδονται κι αυτές, κατά καιρούς, σε μια υπερβολική αυτοπεποίθηση, που είναι εξίσου παράλογη».
Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1952, σε μια δυτικόφιλη αστική οικογένεια, που όφειλε την άνεσή της στις κατασκευές σιδηροδρόμων, ο Παμούκ μέχρι τα 22 του ονειρευόταν να γίνει ζωγράφος. Παρακολούθησε την Αρχιτεκτονική Σχολή του Πολυτεχνείου της Πόλης για τρία χρόνια και κατέληξε στη Σχολή Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου. Ευγνώμονας στον μηχανικό κατασκευών πατέρα του και ερασιτέχνη ποιητή, που δεν υπήρξε αυταρχικός, ο Παμούκ ανέπτυξε μια συνείδηση ευαίσθητη και ανήσυχη, οδηγό για τις τολμηρές πολιτικές του πεποιθήσεις, αλλά και για τις ευαίσθητες λογοτεχνικές αφηγήσεις του.
Η Κωνσταντινούπολη είναι η λογοτεχνική του επικράτεια, όπως η Αγία Πετρούπολη για τον Ντοστογιέφσκι, το Δουβλίνο για τον Τζόις και το Παρίσι για τον Προυστ.
Η είσοδος στη διάλεξη είναι ελεύθερη. Τετάρτη, 10 Μαρτίου, 7μμ. Η διανομή δελτίων αρχίζει στις 5:30μμ.

ΠΗΓΗ: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=41&nid=1112724

EMMA SHAPPLIN

Η ρομαντική, μυστηριώδης και φλογερή Emma Shapplin σε μια εφ'όλης της ύλης συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Στις 6,7/3.

Η Emma Shapplin συνδυάζει την ένταση και την συναισθηματική φόρτιση της όπερας με τον αισθησιασμό και την αμεσότητα της ποπ μουσικής. Μια φωνή που αποτελεί την πιο τρανταχτή απόδειξη ότι η μουσική δεν εντάσσεται σε κατηγορίες, δεν υπακούει σε κανόνες και κομφορμισμούς. Μετά την τεράστια επιτυχία του «Spente le stelle» αλλά και τις απίστευτες πωλήσεις του δίσκου «Carmine Meo» που έχει φτάσει στο ρεκόρ των 1.500.000 αντιτύπων, δηλώνει και πάλι έτοιμη να μας καταπλήξει. Το πρόσφατο δισκογραφικό εγχείρημα «Etterna» δεν παρουσιάζει τόσο μια ντίβα της όπερας ή ένα ποπ είδωλο, αλλά μια οραματίστρια καλλιτέχνιδα της οποίας η μουσική αναδύεται από τα βάθη της ψυχής της...

Η Emma Shapplin γεννήθηκε στο Παρίσι το 1974. Σαν παιδί δεν είχε δώσει κανένα δείγμα ότι θα ακολουθήσει καριέρα τραγουδίστριας Ήταν τόσο ντροπαλή που «δεν άνοιγε καν το στόμα της, πόσο μάλλον για να τραγουδήσει». Όλα άλλαξαν, όταν σε ηλικία 11 χρόνων άκουσε το «Queen Of The Night» από τον Μαγικό Αυλό. Αυτή η πρώτη της επαφή με την όπερα ήταν για την μικρή Emma μια συγκλονιστική εμπειρία. Ήταν η στιγμή που αποφάσισε ότι αυτό που θέλει να κάνει είναι να τραγουδάει. «Αυτή η μουσική άγγιξε την ψυχή μου», εξομολογήθηκε χρόνια αργότερα.

Σε ηλικία 14 χρόνων γνώρισε μια ηλικιωμένη δασκάλα μουσικής και άρχισε να παίρνει τα πρώτα μαθήματα τραγουδιού. Ήταν μια πολύ ευτυχισμένη περίοδος για τη νεαρή Emma, η οποία αισθανόταν ότι είχε βρει τον σκοπό της στη ζωή. Ωστόσο, οι γονείς της προτιμούσαν να δουν την κόρη τους να ακολουθεί ένα πιο «σίγουρο» επάγγελμα και την πίεσαν να σταματήσει τα μαθήματα τραγουδιού και ν' αφοσιωθεί στο σχολείο.

Η ανάγκη της να τραγουδά εξακολουθούσε όμως να είναι έντονη, κι έτσι η Emma βρήκε διέξοδο τραγουδώντας σε ένα heavy metal συγκρότημα που έφτιαξαν κάποιοι συμμαθητές της. Παρόλο που είχε την ευκαιρία να κάνει αυτό που αγαπούσε (να τραγουδάει) καταλάβαινε ότι αυτό δεν ήταν το στυλ που της ταιριάζει και μετά από δυο χρόνια στο συγκρότημα είχε αρχίσει να της λείπει η όπερα. Έτσι, επέστρεψε στα μαθήματα κλασικού τραγουδιού. «Μέσα από το τραγούδι μου ήταν πιο εύκολο να επικοινωνήσω, να πω κάτι διαφορετικό», δηλώνει η ίδια «κάτι που είναι πιο σαφές, πιο ακριβές από τα λόγια μερικές φορές».
Λίγο αργότερα γνώρισε τον γάλλο συνθέτη Jean Patrick Capdvielle και με το θράσος του νεαρού της ηλικίας της του ζήτησε να της γράψει ένα album! Ο Capdvielle διέκρινε το ταλέντο της και δέχτηκε να συνεργαστεί μαζί της. Έτσι προέκυψε το πρώτο της album, «Carmine Meo» το 1997 και εκτόξευσε την Emma στην κορυφή.

Ο δεύτερος δίσκος της ακολούθησε τέσσερα χρόνια αργότερα, έχει τίτλο «Etterna» και τα περισσότερα τραγούδια του τα έχει γράψει η ίδια. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα μελωδικό album, με μια μουσική που μοιάζει να έρχεται μέσα από ένα παράθυρο με θέα τη θάλασσα. Το υγρό στοιχείο, άλλωστε, γοητεύει πολύ την Shapplin. «Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς να υπάρχει νερό τριγύρω», εξηγεί. «Το χρειάζομαι». Από αυτόν τον δίσκο, το τραγούδι «La Notte Etterna» ξεχώρισε αμέσως και αγαπήθηκε ιδιαίτερα από το κοινό. «Είναι το πρώτο τραγούδι που έγραψα», λέει η Emma Shapplin και συμπληρώνει πως πρόκειται για ένα κομμάτι που κρύβει μέσα του την ελπίδα, «η οποία νομίζω πως δεν βρίσκεται στους στίχους του, αλλά στη μελωδία».

Πηγή:
http://www.opencalendar.gr/portal/resource/contentObject/id/97f79ad6-026e-47c2-802d-b6f4dba5e71e

GABRIELA MISTRAL

I am Not Alone
The night, it is deserted
from the mountains to the sea.
But I, the one who rocks you,
I am not alone!

The sky, it is deserted
for the moon falls to the sea.
But I, the one who holds you,
I am not alone !

The world, it is deserted.
All flesh is sad you see.
But I, the one who hugs you,
I am not alone!

This mixture of dance, music and poetry is a homage to the Nobel prize winner Chilean poet , Gabriela Mistral, who usually wore a jacket like the dancer...


PINK MARTINI



μ΄ένα κλικ η διάθεση ανεβαίνει, ανεβαίνει... κι εγώ οδηγώ και τραγουδάω..
Καλημέρα!!!

Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2010

Aharon Appelfeld - The Story of a Life: A Memoir

«Εκείνο τον καιρό ο κόσμος δεν ήξερε τι να κάνει με τη ζωή του, που τόσο απροσδόκητα του είχε χαριστεί. Δεν υπήρχαν λέξεις κι αυτές που είχαν απομείνει από το παρελθόν ακούγονταν κούφιες» (σ. 108).
Πράγματι, η γλώσσα έχασε κάθε εκφραστική δύναμη στην ζωή εκείνων που επιβίωσαν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η λειτουργική της αδυναμία αναφέρεται συχνά στα γραπτά του Άπελφελντ: «Όποιος έκανε σε στρατόπεδο ή κρυβόταν στα δάση γνωρίζει τη σιωπή στο κορμί του. Ο πόλεμος είναι θερμοκήπιο για ν’ ακούς και να σωπαίνεις. Από εκείνα τα χρόνια κουβαλάω μέσα μου τη δυσπιστία για τις λέξεις».
Η ευτυχισμένη παιδική του ηλικία (γεννήθηκε το 1932 στο Τσέρνοβιτς της τότε αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, μετέπειτα Ρουμανίας και σημερινής Ρωσίας) διακόπηκε βάναυσα με το ξέσπασμα του πολέμου και την δολοφονία της μητέρας του από τους Ναζί. Στάλθηκε μαζί με τον πατέρα του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης από το οποίο και δραπέτευσε κι έζησε επί δύο χρόνια στα δάση της Ουκρανίας. Μετά την απελευθέρωση, πέρασε από την Ρουμανία, την Βουλγαρία, την Γιουγκοσλαβία και την Ιταλία (σε στρατόπεδο εκτοπισμένων). Η Παλαιστίνη δεν αποτέλεσε τερματισμό της οδύσσειάς του αλλά την αφετηρία νέων αγώνων για να βρει την θέση του στον κόσμο αλλά και την προσωπική του φωνή.

Θα περίμενε κανείς αυτές οι πρόωρα συσσωρευμένες εμπειρίες να αποτελέσουν για τον Άπελφελντ πλούσια συγγραφική ύλη. Στην πραγματικότητα συνέβη το αντίθετο: οι εμπειρίες του πολέμου «κείτονταν βαριές και καταπιεσμένες μέσα του», κι εκείνος επιζητούσε να τις απωθήσει και να χτίσει μια νέα ζωή. Ακόμα κι όταν ένοιωσε έτοιμος να γράψει, αναρωτιόταν: «Πώς δίνει κανείς μορφή σε αυτή την πυρακτωμένη λάβα; Από πού αρχίζει; Πώς συνδέει τους κρίκους; Ποιες λέξεις χρησιμοποιεί;» (σ. 133). Ένοιωθε πως ο πραγματικός κόσμος ξεπερνούσε τη δύναμη της φαντασίας, συνεπώς, γράφοντας, δεν έπρεπε να την αναπτύξει αλλά να την συγκρατήσει, κάτι που του φαινόταν αδύνατο «γιατί τα πάντα ήταν τόσο απίστευτα ώστε ακόμα κι ο ίδιος έβλεπε τον εαυτό του ως μυθιστορηματικό πρόσωπο» (σ. 38).
Αν «τα πιο αληθινά γεγονότα πολύ εύκολα φαντάζουν πλαστά» και η εξιστόρηση της ζωής του θα φαινόταν ως «μια φανταστική, διόλου πειστική ιστορία» (σ. 45), τότε θα ακολουθούσε μια διαφορετική γραφή. Αποφεύγοντας την αναφορά και ερμηνεία ιστορικών γεγονότων και κάθε είδος «δημοσιογραφικής» αφήγησης, ο Άπελφελντ υιοθέτησε μια περισσότερο «εσωτερική» εκφραστική, επηρεασμένη από τον Κάφκα και τον Σουλτς. Βέβαια σε ετούτη την ώριμη αυτοβιογραφική του κατάθεση απουσιάζει η καφκική γλώσσα του παράλογου. Η αφήγηση είναι ρεαλιστική, γυμνή, χωρίς μελοδραματικές διαθέσεις. Η Ιστορία της Ζωής του αποτελείται από τριάντα μικρά κεφάλαια με χαλαρή χρονική αλληλουχία, το καθένα από τα οποία επικεντρώνεται συνήθως σε συγκεκριμένο θέμα.

Ακόμα και στις πιο συναισθηματικές του στιγμές, ο Άπελφελντ αφηγείται με απλότητα, ψυχραιμία και φιλοσοφική διάθεση, είτε αναφέρεται στις τακτικές επιβίωσής του (μαθαίνει να αφουγκράζεται τον κάθε ήχο, το αίσθημα της καχυποψίας ανάγεται σε τέχνη, τα άψυχα και τα ζώα αποτελούν τους μόνους πραγματικούς του φίλους) είτε στην ματαιότητα του λόγου («Οι λέξεις είναι ανίσχυρες όταν έρχονται αντιμέτωπες με τον όλεθρο· είναι φτωχές, αξιολύπητες και πολύ εύκολα παραχαράσσονται. Έως και οι πανάρχαιες προσευχές είναι ανίσχυρες εμπρός στον όλεθρο» (σ. 132)), είτε στα κατάλοιπα του πολέμου στην καθημερινότητά του (μέχρι και σήμερα περπατάει σύρριζα στους τοίχους και πάντα γρήγορα, σαν να ξεγλιστράει, ενώ ακόμα κι οι πιο συνηθισμένοι χωρισμοί του προκαλούν δάκρυα), είτε στην ενθύμηση φωτεινών σημείων στους σκοτεινούς χρόνους (η συνάντηση με θαυμάσιους ανθρώπους, που ακριβώς λόγω των συνθηκών απέκτησαν μεγαλύτερο ανάστημα και πιο ανοιχτή ματιά).
Οι πιο δυνατές σελίδες όμως αφορούν την διαχείριση της μνήμης του, μνήμη που νοιώθει ριζωμένη στο σώμα του. Αρκεί η μυρωδιά της μούχλας ή ενός φαγητού, η υγρασία στα παπούτσια ή ένας ξαφνικός κρότος για να τον γυρίσει στην καρδιά του πολέμου. Φαντάζεται την εποχή εκείνη σαν ένα καταθλιπτικό δάσος ή μια μακριά πομπή ανθρώπων φορτωμένων και εξαντλημένων. Κάπου στο μέσο του βιβλίου εξομολογείται: «Έχω γράψει ήδη πάνω από δέκα βιβλία σχετικά μ’ εκείνα τα χρόνια, καμιά φορά όμως νομίζω πως ακόμα δεν άρχισα καν να τα περιγράφω … πως μια πλήρης, λεπτομερειακή θύμηση είναι ακόμα κρυμμένη μέσα μου, κι έτσι και βγει από την κρυψώνα της, θα κυλάει άγρια και ορμητικά για μέρες ατέλειωτες» (σ. 116).
Ο Άπελφελντ δεν είναι ο συγγραφέας του Ολοκαυτώματος ή των διωγμών των Εβραίων. Το στοιχείο αυτό τονίζεται ιδιαίτερα από τον Φίλιπ Ροθ σε συζήτησή του με τον συγγραφέα (Philip Roth – Κουβέντες του σιναφιού. Ένας συγγραφέας, οι συνάδελφοί του και η δουλειά τους, εκδόσεις Πόλις, 2004, μτφρ. Κατερίνα Σχινά, σ. 34-35): ο Άπελφελντ είναι πάνω απ’ όλα ένας εκπατρισμένος, εκτοπισμένος, ξεριζωμένος συγγραφέας «που έκανε τον εκπατρισμό και τον αποπροσανατολισμό θέμα αποκλειστικά δικό του». Η λογοτεχνία του, μια «μυστηριώδης πεζογραφική πραγμάτωση της εκπατρισμένης νοοτροπίας», μετεωρίζεται «ανάμεσα στην αμνησία και τη μνήμη» και τοποθετείται «κάπου ανάμεσα στην παραβολή και την ιστορία». Συνυπογράφοντας, θα προσθέσουμε πως η Ιστορία αυτής της Ζωής μεταπλάθει λογοτεχνικά κάτι παραπάνω: την παιδική βίωση κάθε πολέμου αλλά και του επίπονου αγώνα της μετουσίωσής της σε γραφή.
Συντεταγμένες: Άαρον Άπελφελντ, Ιστορία μιας ζωής, μετάφραση και σημειώσεις Μάγκυ Κοέν, Εστία, σελ. 243
Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 15, φθινόπωρο 2008, Φάκελος Ολοκληρωτισμός.

Το διάβασα στο: http://pandoxeio.wordpress.com/2008/09/10/appelfeld/