Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΕΡΩΤΕΣ του Ιταλο Καλβίνο

Οι δύσκολοι έρωτες, Ίταλο Καλβίνο «Οι δύσκολοι έρωτες» και «Η δύσκολη ζωή» ονομάζονται οι δυο συλλογές των διηγημάτων που περιλαμβάνονται σ’ αυτό το βιβλίο. Στη γαλλική έκδοση της πρώτης συλλογής («Οι δύσκολοι έρωτες»), ο ίδιος ο συγγραφέας είχε δώσει το όνομα «Περιπέτειες». Γιατί, παρόλη τη μικρή έκταση των δεκατριών αφηγημάτων, συμπυκνώνεται στις σελίδες τους το στοιχείο της περιπέτειας, όχι μόνο με την αριστοτελική σημασία του όρου (απότομη μεταβολή της τύχης), αλλά και της εσωτερικής σύγκρουσης, σε περιστάσεις όμως απλές, καθημερινές, «ασήμαντες». Όπως σημειώνει ο μεταφραστής Ανταίος Χρυσοστομίδης, «πρόκειται περισσότερο για εσωτερικές περιπέτειες που οι ήρωες ζουν κυρίως μόνοι τους και κόντρα στον εαυτό τους».
Η περιπέτεια ενός στρατιώτη που στο ταξίδι με το τρένο αποτολμά ν’ ακουμπήσει το χέρι του στο πόδι της χήρας συνταξιδιώτισσάς του και σιγά σιγά προχωρά με περισσότερη αποκοτιά, η περιπέτεια μιας –παχουλής- κολυμβήτριας που την ώρα που απολαμβάνει το κολύμπι λύνεται το μαγιό της, η περιπέτεια ενός ποιητή, ενός αναγνώστη, ενός μύωπα κ.α. Σε περιστάσεις συνηθισμένες αλλά …έκτακτες (δηλαδή μ’ ένα στοιχειώδες σασπένς), παρακολουθούμε τις σκέψεις και τα μύχια συναισθήματα κοινών ανθρώπων, καταγραμμένα με χιούμορ, διεισδυτικότητα αλλά και την με την ειρωνική απόσταση που δημιουργεί το γ΄ενικό (κάποια θυμίζουν λίγο Μ. Χάκκα). Η επιβράδυνση στην περιγραφή που επιβάλλει πολλές φορές η περιγραφή ενός στιγμιότυπου (π.χ. το χέρι του στρατιώτη στο πρώτο διήγημα προχωρά …δέκα πόντους σε δώδεκα σελίδες!) δεν είναι ποτέ κουραστική στον Καλβίνο- το ύφος είναι μεστό, εύστοχο, έξυπνο ενώ όσα περιγράφει χαρακτηρίζονται από ένταση εσωτερική.
Οι περισσότεροι ήρωές μας είναι μοναχικοί, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι δεν απολαμβάνουν τη μοναξιά τους και δεν κάνουν «καλή παρέα» με τον εαυτό τους. Αντίθετα, θα έλεγε κανείς ότι σε κάποιες περιπτώσεις αποζητούν κιόλας την απομόνωση όπως ο αναγνώστης, ο ποιητής, ο ταξιδιώτης. Η περιπέτεια ενός υπαλλήλου: "Ο υπάλληλος Ε. Ν. έτυχε να περάσει τη νύχτα με μια ωραία κυρία".

Από την πρώτη σειρά η λέξη έτυχε τονίζει ότι μια σειρά συμπτώσεων έφερε στον ήρωα την αναπάντεχη τύχη να περάσει τη βραδιά με μια γοητευτική κυρία. Ο μετριοπαθής, βαρετός ευσυνείδητος υπάλληλος δεν μπορεί να πιστέψει στην τύχη του. Παρακολουθούμε τις κινήσεις του της επόμενης μέρας, τις προσπάθειές του να κρατήσει κάτι από τη γοητεία της μοναδικής βραδιάς. Αποκορύφωμα της έντασης η συμπτωματική συνάντησή του, μετά από χρόνια, με τον γόη της τάξης, τον Μπαρντέτα. Χωρίς να το θέλει χαμογέλασε αδέξια, σα να ντρεπόταν για την καθιστική ζωή του, ενώ ταυτόχρονα θύμωνε με τον εαυτό του που δεν μπορούσε αμέσως να κάνει κατανοητό, με την πρώτη ματιά, ότι η ύπαρξή του ήταν στην πραγματικότητα η πιο γεμάτη και ικανοποιητική ύπαρξη που μπορούσε να φανταστεί κανείς. Η ελπίδα ότι ο Μπαρντέτα ήταν το πιο κατάλληλο άτομο για να μοιραστεί την ευφορία του έρωτα της μιας βραδιάς καταρρέει σύντομα· ο Μπαρντέτα είναι πια ένας συνετός οικογενειάρχης. Ίσως η υποσυνείδητη ελπίδα του εκείνο το πρωινό να ήταν ότι η ερωτική του έξαψη και το υπαλληλικό του ήθος θα μπορούσαν να γίνουν ένα πράγμα, να μεταγγιστούν το ένα στο άλλο, να συνεχίσουν να βγάζουν φωτιές χωρίς να καίγονται. Όμως η θέα του γραφείου του ήταν αρκετή για να νιώσει τη φοβερή αντίθεση ανάμεσα στη μεθυστική ομορφιά, που μόλις είχε αφήσει, και την καθημερινότητά του. (…) Συνέχισε όμως να τον βασανίζει το άγχος ότι δε θα μπορούσε ποτέ να εκφράσει- ούτε με υπαινιγμούς, ούτε, βέβαια, με σταράτες κουβέντες, και, ίσως, ούτε καν με τη σκέψη – την ολοκλήρωση που είχε ζήσει.
Η περιπέτεια ενός φωτογράφου: Ο Αντονίνο Παράτζι δεν ακολουθεί τη συνήθεια να φωτογραφίζει όταν πηγαίνει π.χ. εκδρομές· δεν τον ενδιαφέρει η εμπειρία τού ν’ αποκτήσει την αίσθηση του αμετάκλητου γεγονότος, που υπήρξε πραγματικά και δεν είναι πια δυνατόν ν’ αμφισβητηθεί από κανέναν. (…) Στη μανία των πρωτάρηδων γονιών να φωτογραφίζουν τους απογόνους για να τους ακινητοποιήσουν σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία ή σε μια έγχρωμη διαφάνεια, ο μη φωτογράφος και μη γονιός Αντονίνο έβλεπε την πρώτη φάση μιας πορείας προς την τρέλα, που άρχιζε μέσα από εκείνο το μαύρο κουτί. Παρόλη αυτή την αρχική του τοποθέτηση, η καθημερινότητα και η εισβολή της μηχανής στη ζωή μας τον σπρώχνει ν’ αλλάξει σιγά-σιγά στάση. Αρχικά, δεν μπορεί ν’ αρνηθεί τις καλές του υπηρεσίες σε όποιον ξένο τον παρακαλεί να πιέσει απλώς το κουμπί για να βγει μια αναμνηστική φωτογραφία. Η συμμετοχή του τον ωθεί στο να κάνει διάφορες παρατηρήσεις και να διατυπώνει διάφορες θεωρίες οι οποίες εξελίσσονται σ’ όλη τη διάρκεια του διηγήματος: Η απόσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα που φωτογραφίζουμε, γιατί μας φαίνεται ωραία, και ανάμεσα στην πραγματικότητα που μας φαίνεται ωραία επειδή τη φωτογραφίσαμε, είναι ελάχιστη (…) Αρκεί να αρχίσετε να λέτε για κάθε πράγμα: «Α, τι όμορφο που είναι, πρέπει να το φωτογραφίσω!» και ήδη έχετε φτάσει στο επίπεδο του ανθρώπου που σκέφτεται ότι όλα όσα δεν έχουν φωτογραφηθεί χάνονται, σα να μην υπήρξαν ποτέ, και άρα, ότι για να ζει κανείς πραγματικά, πρέπει να φωτογραφίζει όσο περισσότερα πράγματα μπορεί.
Και: Τι σας σπρώχνει, κορίτσια, να αποσπάσετε από τη ροή της ημέρας που ζείτε, σα να’ ναι φέτες, αυτά τα χρονικά διαστήματα που κρατούν μονάχα ένα δευτερόλεπτο; Όταν παίζετε με τη μπάλα, ζείτε στο παρόν· όταν όμως η ιδέα της φωτογραφίας επεμβαίνει και κρύβεται πίσω από κάθε κίνησή σας, δεν σας απασχολεί πια η χαρά του παιχνιδιού, αλλά η προβολή του στο μέλλον, η αγωνία να μπορέσετε να βρεθείτε μετά από 20 χρόνια, μ’ ένα κιτρινισμένο χαρτονάκι στα χέρια κλπ. Ο Αντονίνο καταλήγει ότι οι άνθρωποι πρέπει να επιστρέψουν στα ποζαρισμένα πορτρέτα· αγοράζει μια παλιά φωτογραφική μηχανή και: Πρέπει να ξεκινήσουμε από την αρχή, εξηγούσε στις δυο φίλες.
Ν’ ανακαλύψουμε ξανά τον τρόπο με τον οποίο έπαιρναν πόζα οι παππούδες μας, τις συμβατικές τους στάσεις, να ξαναβρούμε την κοινωνική τους σημασία, τα ήθη, τα γούστα, την κουλτούρα τους. Έτσι, βάλθηκε να σκηνοθετεί και να φωτογραφίζει αλλεπάλληλα τις δυο φίλες του, γιατί έψαχνε τη μοναδική φωτογραφία, τη φωτογραφία που θα περιλάμβανε μέσα της όλες τις άλλες. Όμως, όχι· και πάλι υπήρχαν πολλές πιθανές φωτογραφίες της Μπίτσε και πολλές Μπίτσε που ήταν αδύνατον να φωτογραφηθούν. (…) Ήταν κι αυτός ένας που απλά παρακολουθεί τη ζωή που δραπετεύει, ένας κυνηγός του άπιαστου, όπως χιλιάδες άνθρωποι που βγάζουν στιγμιαίες φωτογραφίες. Έπρεπε να ακολουθήσει τον αντίθετο δρόμο. Να προσπαθήσει να φτιάξει ένα πορτρέτο εντελώς επιφανειακό, εύκολο και μονοσήμαντο, που να μην ξεφεύγει από τη στερεότυπη, συμβατική όψη μιας μάσκας. Η περιπέτεια λοιπόν συνεχίζεται, με τον Αντονίνο να ψάχνει να βρει τη μια και μοναδική στάση της Μπίτσε… το πάθος του τον οδηγεί (πέρα από τη σύναψη σχέσης με την …Μπίτσε), στο να φωτογραφίζει οτιδήποτε, ακόμα και την απουσία της Μπίτσε. Του ήρθε η ιδέα να συνθέσει έναν κατάλογο με ό, τι συνήθως μένει έξω από το οπτικό πεδίο όχι μόνο των φωτογραφικών μηχανών αλλά και των ανθρώπων.(…)
Μια μέρα άρχισε να κάνει κομματάκια τις φωτογραφίες της Μπίτσε ή χωρίς την Μπίτσε, όλες τις φωτογραφίες που το πάθος του είχε συσσωρεύσει μήνες τώρα, να ξεσκίζει τα δοκιμαστικά που κρατούσε κρεμασμένα στον τοίχο, να κόβει με το ψαλίδι τα αρνητικά, να καταστρέφει τις διαφάνειες. Ίσως η πραγματικά αληθινή φωτογραφία, σκέφτηκε, να είναι ένας σωρός από κομματιασμένες εικόνες ιδιωτικής ζωής πάνω σε ένα τσαλακωμένο πλαίσιο. Τέλος, (…) Ο μόνος δρόμος που του απόμενε ήταν να φωτογραφίζει φωτογραφίες. Όπως η περιπέτεια ενός φωτογράφου, έτσι και η περιπέτεια ενός αναγνώστη είναι για τον συγγραφέα ένα ξεδίπλωμα κάποιων σκέψεων ή μάλλον στάσεων απέναντι στο διάβασμα. Ο αναγνώστης μας είναι παθιασμένος με το διάβασμα. τόσο, που προτιμά χίλιες φορές το βιβλίο του από οποιαδήποτε κοινωνική σχέση, ακόμα κι αν πρόκειται για μια όμορφη κοπέλα στην ερημική παραλία. Η πληρότητα που προσφέρει ένα ωραίο βιβλίο, συνδυασμένη με κωμικές καταστάσεις του ανθρώπου που παθαίνει ό, τι ακριβώς προσπαθεί ν’ αποφύγει, είναι η γοητεία αυτού του διηγήματος.

Αναλογικά ξετυλίγεται και η περιπέτεια ενός ταξιδιώτη που προσπαθεί, με χίλια εμπόδια να κοιμηθεί το βράδυ στο τρένο, του μύωπα, του ποιητή κ.α. Η δεύτερη συλλογή (Η δύσκολη ζωή) περιλαμβάνει δυο διηγήματα, λίγο πιο εκτεταμένα κι ως εκ τούτου αγγίζουν τα όρια της νουβέλας. Εδώ υπάρχει μια μετατόπιση σε θέματα πιο κοινωνικά , πιο πολιτικά. Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς πολύ συγκεκριμένα για διηγήματα, χωρίς να επεκταθεί σε μάκρος. Το διήγημα δεν είναι το είδος που προτιμώ λόγω των περιορισμών που εκ φύσεως έχει, παρόλ’ αυτά τα συγκεκριμένα διηγήματα του Καλβίνο με συνεπήραν, γιατί είχαν πλοκή (που συνήθως λείπει στα μικρής έκτασης αφηγήματα), εξέλιξη/ωρίμανση, απρόοπτο, ψυχογραφικές παρατηρήσεις με πολύ ενδιαφέρον, και κυρίως ένα λεπτό, «ποιητικό» …χιούμορ!


(Ενα post από τη Χριστίνα Παπαγγελή)
http://anagnosi.blogspot.com/2009/02/blog-post.html

και ένα πολύ ενδιαφέρον βίντεο βασισμένο σε έργο του συγγραφέα


Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

JULIO CORTAZAR

Αγγίζω το στόμα σου, με το δάχτυλό μου αγγίζω το περίγραμμα του σώματός σου, το σχεδιάζω σαν να το δημιουργεί το χέρι μου, σαν το στόμα σου να μισανοίγει για πρώτη φορά και αρκεί να κλείσω τα μάτια μου για να το σβήσω και να ξαναρχίσω να το φτιάχνω, και κάθε φορά κάνω να γεννιέται το στόμα που ποθώ, το στόμα που επιλέγει το χέρι μου και σχεδιάζει πάνω στο πρόσωπό σου, ένα στόμα επιλεγμένο ανάμεσα σε τόσα άλλα, επιλεγμένο με ηγεμονική ελευθερία από μένα για να το ζωγραφίσει το χέρι μου πάνω στο πρόσωπό σου και που από ένα γύρισμα της τύχης που δεν προσπαθώ να καταλάβω συμπίπτει ακριβώς με το στόμα σου που χαμογελάει κάτω από εκείνο που σχεδιάζει το χέρι μου.

Με κοιτάς, με κοιτάς από κοντά, κάθε φορά και από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα, κοιταζόμαστε όλο και από πιο κοντά και τα μάτια μεγαλώνουν, πλησιάζουν το ένα το άλλο, κολλάνε το ένα στο άλλο και οι κύκλωπες κοιτιούνται, οι ανάσες τους μπλέκουν, τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν ανόρεχτα, δαγκώνονται χείλια με χείλια, ακουμπώντας μόλις τη γλώσσα πάνω στα δόντια, παίζουν μέσα στον περίβολό τους όπου πηγαινοέρχεται ένας βαρύς αέρας με ένα παλιό άρωμα και μια σιωπή.

Τότε τα χέρια μου θέλουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου, να χαϊδέψουν αργά τα βάθη των μαλλιών σου ενώ φιλιόμαστε σαν το στόμα μας να είναι γεμάτο λουλούδια ή ψάρια, ζωηρές κινήσεις, σκοτεινή ευωδιά. Και όταν δαγκωνόμαστε ο πόνος είναι γλυκός κι όταν πνιγόμαστε μʼ ένα σύντομο και τρομερό ταυτόχρονο ρούφηγμα της αναπνοής, αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι όμορφος. Και υπάρχει ένα και μόνο σάλιο, μια και μόνη γεύση από ώριμο φρούτο κι εγώ σε νιώθω νʼ ανατριχιάζεις απάνω μου όπως η σελήνη στο νερό.
Από "Το κουτσό", κεφάλαιο 7


Rayuela Capνtulo 7
Toco tu boca, con un dedo toco el borde de tu boca, voy dibujαndola como si saliera de mi mano, como si por primera vez tu boca se entreabriera, y me basta cerrar los ojos para deshacerlo todo y recomenzar, hago nacer cada vez la boca que deseo, la boca que mi mano elige y te dibuja en la cara, una boca elegida entre todas, con soberana libertad elegida por mν para dibujarla con mi mano en tu cara, y que por un azar que no busco comprender coincide exactamente con tu boca que sonrνe por debajo de la que mi mano te dibuja.
Me miras, de cerca me miras, cada vez mαs de cerca y entonces jugamos al cνclope, nos miramos cada vez mαs de cerca y nuestros ojos se agrandan, se acercan entre sν, se superponen y los cνclopes se miran, respirando confundidos, las bocas se encuentran y luchan tibiamente, mordiιndose con los labios, apoyando apenas la lengua en los dientes, jugando en sus recintos donde un aire pesado va y viene con un perfume viejo y un silencio. Entonces mis manos buscan hundirse en tu pelo, acariciar lentamente la profundidad de tu pelo mientras nos besamos como si tuviιramos la boca llena de flores o de peces, de movimientos vivos, de fragancia oscura. Y si nos mordemos el dolor es dulce, y si nos ahogamos en un breve y terrible absorber simultαneo del aliento, esa instantαnea muerte es bella. Y hay una sola saliva y un solo sabor a fruta madura, y yo te siento temblar contra mi como una luna en el agua.


[...] Το "Κουτσό" δεν αφηγείται μια ιστορία ξένη προς το συγγραφέα, το υλικό του είναι εν μέρει αυτοβιογραφικό και ο Κορτάσαρ έχει πει: "Αν δεν έγραφα αυτό το βιβλίο εκείνη την εποχή, μάλλον θα έπεφτα στο Σηκουάνα". Το "Κουτσό" θεωρείται από ορισμένους δύσκολο βιβλίο, φιλοσοφικό και μεταφυσικό, εκείνο όμως που κυρίως το χαρακτηρίζει είναι το χιούμορ (οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Σήμερα ταιριάζει στις σκέψεις μου τις θολές, τις ονειρικές, τις νοτισμένες, τις μπερδεμένες, ο Julio Cortázar.
Γι'αυτό σκέφτηκα να αναρτήσω ένα είδος "αφιερώματος" γι'αυτόν τον καταπληκτικό συγγραφέα.



Όπως γράφει και ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες
«Κανείς δεν μπορεί να αφηγηθεί την περίληψη μιας ιστορίας που έγραψε ο Κορτάσαρ. Κάθε ιστορία του αποτελείται από συγκεκριμένες λέξεις που βρίσκονται σε καθορισμένη σειρά. Αν προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε την υπόθεση, διαπιστώνουμε πως κάτι σημαντικό έχει χαθεί».

Η γραφή του μοναδική!

Όπως πολύ σωστά σχολιάζει ο Μάριο Βάργκας Λιόσα
«Η συγγραφή ήταν για τον Κορτάσαρ παιχνίδι, διασκέδαση, οργάνωση της ζωής, των λέξεων, των ιδεών, με την αυ- θαιρεσία, την ελευθερία, τη φαντασία, την ανευθυνότητα που χαρακτηρίζει τα παιδιά και τους τρελούς. Παίζοντας όμως ο Κορτάσαρ άνοιξε πόρτες άγνωστες, φλέρταρε με το υπερβατικό… βυθοσκόπησε αβύσσους της συνείδησης πάνω από τις οποίες κανείς δεν μπορεί να σκύψει χωρίς να διατρέξει τον κίνδυνο της τρέλας ή του θανάτου.»

Παραθέτω απόσπασμα από το άρθρο της Εφης Γιαννοπούλου στην Καθημερινή
με τίτλο "Ανάμεσα στο διήγημα και το μυθιστόρημα".

Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ανανεωτές της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας, από τους γνωστότερους εκπροσώπους του μπουμ (μαζί με τον Μάρκες, τον Φουέντες και τον Λιόσα), που στα τέλη της δεκαετίας του ’60 κατέκτησε την Ευρώπη, όχι τόσο ως λογοτεχνικό ρεύμα όσο ως μια πλειάδα ιδιαίτερων φωνών με πολλά κοινά χαρακτηριστικά αλλά και διαφορές.
Οι συγγραφείς αυτοί, μαζί με τους συγγραφείς της προηγούμενης γενιάς (Μπόρχες, Ρούλφο κ.ά.) κατάφεραν να προσφέρουν στη λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής την αυτονομία της και να την οδηγήσουν μεταξύ των κυρίαρχων λογοτεχνιών παγκοσμίως. Οι καινοτομίες που εισήγαγαν αποτέλεσαν μία από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές επαναστάσεις και εξακολουθούν να μπολιάζουν μέχρι σήμερα τη λογοτεχνική παραγωγή των χωρών τους.

Καθηγητής
Ο Χούλιο Κορτάσαρ (1914-1984) είναι Αργεντινός συγγραφέας, γεννήθηκε στις Βρυξέλλες και σε ηλικία τεσσάρων ετών επέστρεψε με την οικογένειά του στο Μπουένος Αϊρες. Εκεί θα ζήσει όλη την παιδική και νεανική του ηλικία, θα σπουδάσει γαλλική λογοτεχνία και θα εργαστεί ως καθηγητής στη μέση εκπαίδευση και αργότερα στο Πανεπιστήμιο, απ’ όπου πολύ γρήγορα θα παραιτηθεί για πολιτικούς λόγους. Το 1951, θα εγκατασταθεί οριστικά στο Παρίσι, όπου και θα ζήσει μέχρι το θάνατό του και θα εργαστεί για αρκετά χρόνια ως ελεύθερος μεταφραστής για την UNESCO. Το 1961 θα επισκεφθεί την Κούβα και αυτό θα γίνει η αφορμή να αποκτήσει σαφή ιδεολογική συνείδηση και να στρατευθεί πολιτικά, θα υπερασπιστεί την Κούβα του Τσε και του Κάστρο και αργότερα τη Νικαράγουα των σαντινίστας, θα αγωνιστεί ενάντια στα εγκλήματα των στρατιωτικών δικτατοριών της Λατινικής Αμερικής. Ωστόσο, ο Κορτάσαρ πάντα διακρίνει το συγγραφικό του έργο από την πολιτική του τοποθέτηση, διεκδικώντας την αυτονομία της λογοτεχνίας του από κάθε πολιτική στράτευση. Ο ψηλόλιγνος άντρας με τη νεανική εμφάνιση, τη χαρακτηριστική μαύρη καμπαρντίνα, συνεσταλμένος και εγκάρδιος, με το ιδιαίτερο χιούμορ και τη μεγάλη αγάπη του για την τζαζ, είναι ένας από τους λίγους συγγραφείς για τους οποίους έχουν εκφραστεί με τόση αγάπη οι ομότεχνοί τους.
Αν και το πρώτο του βιβλίο ήταν μια ποιητική συλλογή και παρόλο που συνέχισε να υπηρετεί την ποίηση μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Κορτάσαρ είναι γνωστός κυρίως ως διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος. Κοινό και κριτική συχνά διχάζονται, προτιμώντας άλλοτε τα διηγήματα και άλλοτε τα μυθιστορήματά του. Ο ίδιος δηλώνει, χρησιμοποιώντας το λεξιλόγιο μιας άλλης του αγάπης, της πυγμαχίας, πως «στο διήγημα κερδίζει κανείς με νοκ άουτ, ενώ στο μυθιστόρημα κερδίζει στα σημεία».

Νέες τεχνικές
Ανανεώνει, εισάγοντας νεωτερικές τεχνικές, τόσο τη μικρή όσο και τη μεγάλη φόρμα. Τα διηγήματά του ανήκουν ως επί το πλείστον στο είδος του φανταστικού και δημιουργούν έναν κόσμο αβέβαιο, με ασαφή σύνορα μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, έναν κόσμο που προκαλεί ανησυχία χωρίς όμως να φτάνει στον τρόμο, όπως τα κλασικά διηγήματα του είδους. Αν και θα εντοπίζαμε τις λογοτεχνικές του αναφορές στους Αγγλοσάξονες διηγηματογράφους του 19ου αιώνα, κυρίως στον Πόε, τον οποίο και μετέφρασε στα ισπανικά, αλλά και στον Ιούλιο Βερν και στους διηγηματογράφους του φανταστικού του Ρίο δε λα Πλάτα (Κιρόγα, Μπόρχες, Οκάμπο, Κασάρες, Ερνάντες), ο Κορτάσαρ διαφοροποιείται εισάγοντας στο φανταστικό διήγημα το χιούμορ και την φιλοπαίγμονα διάθεσή του, αλλά και τη στενή σχέση με την πραγματικότητα. Ο κόσμος των διηγημάτων του είναι κλειστός, οριοθετημένος, με μυστικές διόδους που συνδέουν παράλληλα σύμπαντα. Ενώ τα διηγήματά του εστιάζουν στην αμιγώς λογοτεχνική συνιστώσα, στη μέριμνα για το αισθητικό, τα μυθιστορήματά του είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικά, περισσότερο στραμμένα στην ιστορία και την πολιτική, και αρθρώνονται ως ανοιχτές κατασκευές, χωρίς σαφή αρχή και τέλος, αληθινές απεικονίσεις του κόσμου, διαρκώς υπό κατασκευή.

Συνένοχος
Ενσωματώνει σ’ αυτά τη λογοτεχνική του θεωρία, παρεμβάλλει σελίδες στοχασμού στη δράση, αλλά και αποσπάσματα από τον Τύπο, από εγκυκλοπαίδειες και αλμανάκ, ανατρέπει ακόμη και τις συμβάσεις που ορίζουν τον τρόπο ανάγνωσης του μυθιστορήματος καλώντας τον αναγνώστη σε μία κατά το δυνατόν ενεργητική πρόσληψη της λογοτεχνίας, κάνοντάς τον συμπαίκτη και συνένοχό του. Λάτρης της τζαζ, ο Κορτάσαρ συνθέτει τα μυθιστορήματά του με τον τρόπο των αυτοσχεδιασμών της, όπως μπορεί να δει κανείς στη νουβέλα «Ο κυνηγός» με θέμα τη ζωή του Τσάρλι Πάρκερ και στο «Κουτσό», το σημαντικότερο μυθιστόρημά του, το οποίο έχει συγκριθεί με τον «Οδυσσέα» του Τζόυς για την επιρροή του στη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία.

Στο Μάη του ’68
Με ένα μεγάλο μέρος του έργου του ήδη μεταφρασμένο στα ελληνικά, δύο πρόσφατες εκδόσεις είναι η αφορμή να στραφούμε και πάλι στη νεωτερική γραφή του Χούλιο Κορτάσαρ. Το «Βιβλίο του Μανουέλ» (Κέδρος), που κυκλοφόρησε στα ισπανικά το 1973, είναι ίσως το πιο πολιτικό βιβλίο του. Μια παρέα λατινοαμερικανών εξορίστων στο Παρίσι φτιάχνει ένα βιβλίο για τον Μανουέλ, τον μικρό γιο δύο μελών της, επιθυμώντας να του προσφέρουν ένα αλφαβητάρι για έναν καλύτερο, πιο δίκαιο κόσμο. Η ιστορία εκτυλίσσεται στον απόηχο του Μάη του ’68 και των φοιτητικών κινητοποιήσεων αλλά και της πολιτικής κατάστασης στη Λατινική Αμερική, όπου οι στρατιωτικές δικτατορίες διαπράττουν ειδεχθή εγκλήματα, όπως και του πολέμου στο Βιετνάμ. Πολιτική δράση, έντονος ερωτισμός και χειρονομίες διασάλευσης της τάξης και του καθωσπρεπισμού (φέρνουν αμυδρά στο νου τους «Ηλίθιους» του Λαρς φον Τρίερ) κυριαρχούν στην αφήγηση, στην οποία ο Κορτάσαρ εντάσσει αποσπάσματα από τον ημερήσιο Τύπο της Γαλλίας αλλά και των χωρών της Λατινικής Αμερικής, μαρτυρίες για τα βασανιστήρια πολιτικών κρατουμένων στην Αργεντινή, συνεντεύξεις με Αμερικανούς στρατιώτες που βασάνισαν αιχμαλώτους στο Βιετνάμ, στατιστικούς πίνακες. Η μετάφραση της Βασιλικής Κνήτου αντιμετώπισε με κέφι και έμπνευση τον πληθωρικό λόγο του Κορτάσαρ, κυρίως τη λεξιπλαστική του δεινότητα που ήταν και η σημαντικότερη δυσκολία που αντιμετώπισε.

Εργα του στα ελληνικά
(2009) Αξολότλ και άλλα διηγήματα, Πάπυρος Εκδοτικός Οργανισμός
(2008) Το βιβλίο του Μανουέλ, Κέδρος
(2007) Destroy Athens: μια αφήγηση, Futura
(2006) Όλες οι φωτιές η φωτιά, Ύψιλον
(2004) Σιδηροδρομικώς, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου
(2000) Luis Buñuel, Καστανιώτη
(1996) Ιστορίες των Κρονόπιο και των Φάμα, Ύψιλον
(1994) Τα βραβεία, Καστανιώτη
(1993) Διαδρομές, Μάγια
(1988) Το κουτσό, Εξάντας
(1987) Μπρέντα Ρότσα τόσο βίαια γλυκιά, Αλφειός
(1983) Οκτάεδρο, Ύψιλον

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

EDITH PIAF

Πολύ επηρεασμένη από τη γαλλική κουλτούρα γενικώς δε μπόρεσα ν'αντισταθώ στην Edith Piaf. Εξ ου και η ανάρτηση.
Έτσι για...καληνύχτα!

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

«Πεσσόα-ω» και Rua da bella vista

Σήμερα η διάθεσή μου ήταν πιο ανάλαφρη, εξ ου και η προηγούμενη ανάρτηση. Δεν είχα σκοπό να κάνω άλλη ανάρτηση αυτή τη στιγμή, αλλά την αφορμή μου την έδωσε ο φίλος iptamenos ollandos, με το σχόλιό του.
Άλλωστε ό,τι και να αναρτήσω για τον Πεσσόα θα'ναι λίγο. Είναι και one of my favourites όπως θα καταλάβατε!
Σας καληνυχτίζω λοιπόν με το: «Πεσσόα-ω»

Αυτό το ιδιότυπο «λεξικό» με το υπέροχο εξώφυλλο με τη διεισδυτική και αντιπροσωπευτική φωτογραφία του ποιητή και τα τόσο ταιριαστά με το ύφος του Πεσσόα χρώματα.

Στο «Ρ» υπάρχει μόνο ένα λήμμα: «Ρούα ντος ντοραδόρες». Ο δρόμος που έμενε και δούλευε (ως λογιστής) ο Πεσσόα.


Εκδότης: Εξάντας
Συγγραφέας: Pessoa, Fernando
Επιμελητής: Παπαδήμα, Μαρία
Ανθολόγος: Παπαδήμα, Μαρία

[...] Τα κείμενα που ανθολογούνται στο ανά χείρας βιβλίο, πεζά αλλά και ποιήματα, ποικίλλουν σε μέγεθος και μορφή και προέρχονται από το Βιβλίο της ανησυχίας του Μπερνάρντο Σοάρες, την Ποίηση του Αλβαρο ντε Κάμπος, τον Φύλακα των κοπαδιών και τα Ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο, το Μήνυμα, τις Μυθοπλασίες του διαλείμματος, την Ώρα του Διαβόλου, τον Φάουστ και τα Γράμματα στην Οφέλια του Φερνάντο Πεσσόα. Είτε πρόκειται για αυτοτελείς ενότητες που διαβάζονται ως μικρές ιστορίες, όπως τα λήμματα ηθική ή ήλιος, είτε για θραύσματα λόγου που συνιστούν προγραμματικές διακηρύξεις, όπως: Η ζωή είναι ο δισταγμός μεταξύ ενός θαυμαστικού και ενός ερωτηματικού. Εν τη αμφιβολία υπάρχει η τελεία, ή όταν ο ποιητής δηλώνει με τρόπο προκλητικό, επιτηδευμένο, μεγαλομανή: Με πονάει το κεφάλι μου και το σύμπαν, η καταγραφή μου είχε ως στόχο την αποτύπωση της σκέψης και της ευαισθησίας ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Αυτό που προέκυψε είναι ένα βασικό γλωσσάρι, ένα εύχρηστο λημματολόγιο, ένα εγχειρίδιο του πεσσοανικού γαλαξία που φιλοδοξεί να δώσει στον αναγνώστη τη σύνοψη ενός στοχασμού και την επιτομή μιας ποιητικής ιδιοσυγκρασίας.
Πιστεύω ότι ο Πεσσόα, που αφενός σχεδίαζε επιμελώς την έκδοση του έργου του και αφετέρου ανέβαλλε διαρκώς τη δημοσίευση του, θα ενέκρινε την έκδοση του ιδιότυπου αυτού λεξικού και οπωσδήποτε θα διασκέδαζε με την ιδέα του.
(από τον πρόλογο της Μαρίας Παπαδήμα)

Από εκεί φαντάζομαι προκύπτει και ο τίτλος: «Rua da bella vista» από το δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου «Αγρύπνια» του 2002.



Σωκράτης Μάλαμας
Μουσική/Στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου

Rua da bella vista
Μια νύχτα καλοκαιρινή, υγρή στη Λισσαβόνα
ονειροπόλος ποιητής χαϊδεύει τη σιωπή•
Ο φόρος της διάνοιας πληρώνεται μ' αγρύπνια
αγρίμι είναι που κρύβεται σε σώμα λογιστή

Απ' τ' ανοιχτό παράθυρο κοιτά τους άδειους δρόμους
Τη μέρα ειν' ένα τίποτα. Το βράδυ ειν' εγώ
που κάθεται καρτερικά στην έρημη αποβάθρα
να πάρει την κλινάμαξα που πάει στην άβυσσο

Ανακαλεί τη θλίψη του, την αστραπή της γνώσης
για κάθε του παρόρμηση που άφησε κρυφή
κι απ' το βιβλίο του Ιώβ χειροκροτά τη φράση
Κουράστηκε η ψυχή μου απ' τη ζωή

Γλυκά θ' ανοίξει η κλειδαριά της πόρτας για το Σύμπαν
ο υπάλληλος Πεσόα θ' αφήσει τις σκιές
Και μένα, που ξαγρύπνησα, με πιάνει η ανησυχία
αν είναι οι αναμνήσεις μου ψεύτικες ή σωστές

Καληνύχτα...

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

ΜΑΡΚ ΑΞΕΛΡΟΝΤ Το γκαράζ του Χέμινγουεϊ


Ο Καμύ έφτιαξε κονιάκ με το όνομά του, ο Πόε, ο Κάφκα, ο Στρίντμπεργκ, η Μπλίξεν άνοιξαν καφέ, η Γουλφ εστιατόριο, ο Κίπλινγκ μαγαζί με είδη κάμπινγκ, ο Χ.Κ. Άντερσεν παραμυθένιο ντελικατέσεν στην Κοπεγχάγη. Ο Καζανόβα των (σ)εξαιρετικών κατορθωμάτων άφησε ρητή εντολή στη διαθήκη του να μετατραπεί το σπίτι του σε εστιατόριο για «στιχοπλόκους και για κείνους που τα χείλη τους έχουν ανάγκη τα απομεινάρια από χαυνωτικές μέρες που πέρασαν στο κρεβάτι». Η Κολέτ και η συμβία της άνοιξαν φαγάδικο στη Μινεσότα για «να βρούν λύτρωση στην πολυτέλεια των ευρείων αντιλήψεων», μακριά από τις κακές παριζιάνικες γλώσσες. Το εστιατόριο του Φελίνι στη Ρώμη μοιάζει με σκηνικό των ταινιών του, οι δε γυμνές σερβιτόρες επιθεωρούνται επισταμένα από τον Μ. Μαστρογιάννι.

Το πιστέψατε; Αποκλείετε το ενδεχόμενο όλα αυτά να μην συνέβησαν ποτέ αλλά να μπορούσαν κάλλιστα να έχουν συμβεί; Τι σημασία έχει εφόσον το ερώτημα παραμένει: Τι θα ωθούσε τους συγκεκριμένους συγγραφείς να φτιάξουν τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις, αν το αποφάσιζαν; Γιατί οι συγκεκριμένες επωνυμίες καταστημάτων, φαγητών, ποτών, αξεσουάρ με ονόματα συγγραφέων, καλλιτεχνών και άλλων φημισμένων όντως υπάρχουν ανά τον κόσμο και για του λόγου το αληθές περιλαμβάνεται η σχετική φωτογραφία και αναφέρεται η ακριβής τους τοποθεσία.
Με ποιο τρόπο όμως ετούτος ο συλλέκτης εμπορικών επωνυμιών φτιάχνει τις μικρές του τρισέλιδες ή τετρασέλιδες ιστορίες; Με οδηγό την φαντασία του, τα στοιχεία που γνωρίζουμε για τους τιμώμενους ή μήπως με βάση του πώς τους σκεφτόμαστε σήμερα; Ο καλλιτέχνης είναι το έργο του ή το αποτύπωμά του στη εκάστοτε συγκυρία; Όλοι αυτοί οι καταδικασμένοι σε τέχνη και γραφή πίστευαν πως θα σωθούν αποκτώντας συνηθέστερο επάγγελμα και καθημερινή πελατεία; Μήπως στην πραγματικότητα όλοι τους αποδείχτηκαν ακατάλληλοι έως αποτυχημένοι επιχειρηματίες (γιατί όντως υπήρξαν κάποιοι που το δοκίμασαν), πιθανώς σύμφωνα με κάποιον άγραφο κανόνα; Σε τελευταία ανάλυση, τόσο εκείνοι όσο κι εμείς που τους διαβάσαμε το ίδιο αδύναμοι και άβουλοι είμαστε απέναντι στο αδιανόητο της ζωής και των συστατικών της, έτσι δεν είναι;
Φυσικά ο Άξελροντ δεν κατασκευάζει απλώς εκ του μηδενός αυτές τις εξωφρενικές, ξεκαρδιστικές και πέρα για πέρα πειστικές ιστορίες. Ως καθηγητής Αγγλικής και Συγκριτικής Φιλολογίας σε Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας και μαέστρος του Κέντρου Δημιουργικής Γραφής Τζον Φάουλς έχει τη δυνατότητα να τις πλάθει με στοιχεία αληθινά ή αληθοφανή αλλά και με υπόγειες αναφορές πολλές από τις οποίες ως απλοί αναγνώστες ίσως χάνουμε αλλά ενίοτε μυριζόμαστε. Σκαρώνει 44 ψευδο-δοκιμιακές, διηγηματικές και φαντασιακές βινιέτες με αυτοσαρκαστική αμερικάνικη γραφή να θυμίζει από Φίλιπ Ροθ μέχρι …. Γούντι Άλεν, με στοιχεία μαύρης σάτιρας, nonsense και σκληρής κοροϊδίας για την εμπορευματική μας στάση απέναντι σε κάθε πολιτιστικό προϊόν. Και ο Μπόρχες, εκτός από την διεύθυνση του γραφείου ταξιδίων που του παραχωρείται, χαμογελάει πίσω από την πόρτα γιατί βλέπει πως ένας ακόμα επίγονος τον βγάζει λευκοπρόσωπο.
Ας ξεκινήσει λοιπόν το παιχνίδι! Ποιοι βρήκαν την γαλήνη από τα γράμματα σε αμπελώνες, βιβλιοπωλεία, φούρνους ή εταιρείες ντέτεκτιβ; Ποιοι παραμένουν σήμερα καλοφάγωτοι, έχοντας δώσει όνομα σε μπισκότα, σοκολάτες και πάστες; Πώς φαντάζεστε το Στέκι του Ιησού στις Βρυξέλλες; Τι μπορεί να περιλαμβάνει μια αποθήκη ονόματι Μπέκετ κάπου στο Νόργουιτς; Τι μαγαζί θα έφτιαχναν οι Μπουκόφσκι και Τουλούζ Λωτρέκ για να συναναστρέφονται συνεχώς με τις αγαπημένες τους γυναίκες; (Αν σκεφτήκατε κατάστημα εσωρούχων χάσατε).

Στο τέλος ο ίδιος ο συγγραφέας προσφέρει στον εαυτό του μια ανάλογη εναλλακτική. Και όπως καταλαβαίνετε, η επιχείρηση «Παιχνίδια ΄Αξελροντ» είναι η δική του απωλεσθείσα εδέμ. Να μια σύμπτωση συγγραφέα και κοινού θνητού: στα μονοψήφια χρόνια μου ονειρευόμουν κι εγώ να έχω ένα μεγάλο κατάστημα παιχνιδιών αλλά να είχε κι εκείνες τις τράπουλες με τα χαρακτηριστικά αυτοκινήτων, φορτηγών και τρένων. Υπέρ Ατού!

O Αμερικανός συγγραφέας και σεναριογράφος Μαρκ Άξελροντ έχει ήδη 4 μυθιστορήματα, 1 συλλογή διηγημάτων και 3 βιβλία κριτικής. Mark Axelrod – Borges’ Travel, Heminqway’s Garage – Secret Stories, 2004. / Το γκαράζ του Χέμινγουεϊ – Απόκρυφες ιστορίες, μετφ. Παντελής Ανδρικόπουλος, Εκδόσεις Νάρκισσος, 2005, σελ. 222.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=16092

LIVRO DO DESASSOSSEGO (Soares Bernardo)

Κάποιες μέρες είναι στ'αλήθεια παράξενες. Νιώθω σαν παρατηρητής της ζωής μου, σα να μη συμμετέχω ενεργά σε ό,τι συμβαίνει. Έτσι ένιωθα και σήμερα.
Και χρειάστηκε να κοιτάξω στον καθρέφτη το είδωλό μου, να κάνω γκριμάτσες, να μιλήσω στον εαυτό μου, για να σιγουρευτώ ότι είμαι εγώ, η silena.
Σκέφτηκα έντρομη ότι έχει μεγαλώσει σήμερα η απόσταση από μένα σε εμένα. Μα μετά ο εαυτός μου με καθησύχασε, μου έδιωξε την ανησυχία του άγνωστου προσωπείου. "Ευτυχώς" δε χάθηκα ούτε σήμερα στη μετάφραση! Δε μπορώ να πω με απόλυτη σιγουριά, αλλά νιώθω ότι δεν είμαι πια ξένη μέσα στην ψυχή και τα συναισθήματά μου.

"Πέρασα ανάμεσά τους ξένος, αλλά κανείς τους δεν είδε ότι ήμουν ξένος. Έζησα ανάμεσά τους κατάσκοπος και κανείς τους, ούτε κι εγώ, δεν το υποψιάστηκε. Όλοι με είχαν γιά συγγενή τους. Κανείς δεν ήξερε ότι με αντάλλαξαν στη γέννησή μου. Έτσι, υπήρξα ίδιος με τους άλλους χωρίς ομοιότητα, αδελφός όλων χωρίς να είμαι της οικογένειας.
Ήρθα από χώρες θαυμαστές, τοπία καλύτερα κι από τη ζωή, αλλά για τις χώρες αυτές ποτέ δεν μίλησα παρά μόνο με τον εαυτό μου, και τα τοπία, που τα έβλεπα σαν ονειρευόμουν, ποτέ δεν τους τα ανέφερα. Τα βήματα μου ήταν σαν δικά τους πάνω στα πατώματα και τις πλάκες, αλλά η καρδιά μου ήταν μακριά, αν και χτυπούσε κοντά, ψεύτικος κύριος ενός κορμιού εξόριστου και ξένου.
Κανείς δεν με γνώρισε κάτω από το προσωπείο της ομοιότητας, ούτε έμαθε ποτέ πως ήταν προσωπείο, γιατί κανείς δεν ήξερε πως στον κόσμο αυτόν υπάρχουν μεταμφιεσμένοι. Κανείς δεν φαντάστηκε ότι δίπλα μου υπήρχε πάντα κάποιος άλλος, που τελικά ήμουν εγώ. Με περνούσαν πάντα ίδιο μ’εμένα.
Με φιλοξένησαν στα σπίτια τους, τα χέρια τους έσφιξαν τα δικά μου, με είδαν να περνώ στο δρόμο σαν να βρισκόμουν εκεί. Αλλά αυτός που είμαι δεν βρέθηκε ποτέ σ’εκείνα τα δωμάτια, αυτός που ζω δεν έχει χέρια για να του σφίξουν οι άλλοι, αυτός που με γνωρίζω δεν έχει δρόμους για να περάσει, εκτός κι αν είναι όλοι οι δρόμοι, ούτε δρόμους για να τον δούν, εκτός κι αν ο εαυτός του είναι όλοι οι άλλοι.  Ζούμε όλοι μας μακρινοί κι ανώνυμοι, μεταμφιεσμένοι, υποφέρουμε άγνωστοι. Σε μερικούς ωστόσο αυτή η απόσταση ανάμεσα σ’ένα ον και τον εαυτό του δεν αποκαλύπτεται ποτέ. Σε άλλους φωτίζεται από καιρού εις καιρόν, από φρίκη ή από οδύνη, από μια αστραπή χωρίς όρια. Αλλά για άλλους πάλι αυτή είναι η οδυνηρή επανάληψη και καθημερινότητα της ζωής τους.
Να γνωρίζουμε ακριβώς ποιοί είμαστε δεν είναι δικό μας θέμα, να γνωρίζουμε όμως πως ό,τι σκεφτόμαστε ή αισθανόμαστε είναι πάντα μια μετάφραση, πως ό,τι θέλουμε δεν το θελήσαμε, και ίσως κανείς δεν το θέλησε – να τα γνωρίζουμε όλα αυτά ανά πάσα στιγμή, να τα γνωρίζουμε όλα αυτά σε κάθε συναίσθημα, δεν είναι άραγε αυτό το να είναι κανείς ξένος στην ίδια του την ψυχή, εξόριστος μέσα στις ίδιες του τις αισθήσεις;
Αλλά η μάσκα που κοίταζα απαθής να μιλάει στη γωνία μ’έναν άνθρωπο χωρίς μάσκα, εκείνη την τελευταία νύχτα του καρναβαλιού, στο τέλος άπλωσε το χέρι και αποχαιρέτησε γελώντας. Ο κανονικός άνθρωπος έστριψε αριστερά, στη γωνία του σοκακιού όπου βρισκόταν. Η μάσκα – άχαρο ντόμινο – προχώρησε μπροστά και απομακρύνθηκε ανάμεσα σε ίσκιους και σποραδικά φώτα, αποχαιρετώντας οριστικά και αδιάφορα όλα αυτά που σκεφτόμουν. Τότε μόνο πρόσεξα ότι υπήρχαν κι άλλα πράγματα στο δρόμο εκτός από τους αναμμένους φανοστάτες και, στα μέρη όπου δεν υπήρχαν, μια έκταση ακαθόριστη, μυστική, σιωπηλή, γεμάτη από τίποτα όπως και η ζωή..."

Το βιβλίο της ανησυχίας
(Livro do desassossego)
Τόμος: 1
Συγγραφέας: Soares Bernardo
Μεταφραστής: Παπαδήμα Μαρία
Εκδότης: Εξάντας

Σειρά: Έργα Φερνάντο Πεσσόα

Και οι δύο τόμοι με τις σκέψεις, τις περιγραφές, τις ιδέες του μεγάλου Πορτογάλλου συγγραφέα Fernando Pêssoa (Soares Bernardo), είναι από τα ωραιότερα βιβλία που έχουν εκδοθεί.

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

LAURA RIDING JACKSON

And I

Κι εγώ,
Κι εγώ ρωτώ,
Πόσον καιρό κρατά αυτή η τιμωρία;
Μήπως δε δείχνω τον εαυτό μου με κάθε τρόπο
Για να ‘μαι χαρούμενη σ’ όλ’ αυτά που οι πιο πολλοί ρημάζουν;

Όταν έχω μεγαλώσει μέσα σ’ όλες αυτές τις ηδονές,
Τότε η συνήθεια και η διακριτικότητα
Μπορούν να μοιάζουν αγνωμοσύνη.

Όμως τώρα, σε τι είμαι αμελής;
Μέσα σε τι προκρίνω
Το βέλτιον απ’ το χείρον;

Θα σου πω.
Είναι ένα επιπόλαιο λάθος μ’ αυτήν:
Το να ‘ναι ήπια μες στην αλλοφροσύνη μου.
Και “Αγαπημένη” τη λένε,
Και την τιμωρία κυνηγώ μόνη μου
Καθώς εκείνη τεντώνεται πίσω για να χαμογελάσει,
Αφήνοντας την κολακεία να την κατακλύσει -
Θαρρείς και κυνηγούσα την ατίμωση κι όχι την αληθινή αγάπη.

Μα τώρα πώς μπορεί να είμαι μισητή
Μιας κι η αληθινή αγάπη είναι όλο μου το είναι;
Θα σου πω.
Η μανία θα φυτρώσει μες στην ηρεμία
Όπως εγώ φυτρώνω μέσα της
Και, χαμογελώντας πάντα,
Μοιάζει ακύμαντη στο θανατερό τους πάλεμα,
Έχοντας πρώτα φανεί ακύμαντη στο δικό μου.

(Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης)

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

SALVADOR DALI

Σήμερα διάβασα σε παλιό δημοσίευμα της εφημερίδας "ΤΟ ΒΗΜΑ" την παρακάτω ανάρτηση. Περί ναρκισσισμού ο λόγος με έναν γνήσιο εκπρόσωπό του. Το βρήκα ενδιαφέρον και σας το παραθέτω, συμπληρώνοντάς το με την ερώτηση:
Μια μεγαλοφυία μπορεί να μην είναι νάρκισσος?

Ο ΜΕΓΑΛΟΦΥΗΣ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ


Οι δύο αυτοβιογραφίες και το μυθιστόρημα του Σαλβαδόρ Νταλί.
Τρεις εκδοχές της προσωπικότητας ενός εκκεντρικού καλλιτέχνη

«Σήμερα μόλις διαπίστωσα πού οφείλεται αυτή η φοβερή χαρά που νιώθω κάθε πρωί όταν σηκώνομαι απ΄ το κρεβάτι μου. Οφείλεται στο ότι είμαι ο Σαλβαδόρ Νταλί. Και κάθε μέρα δυσκολεύομαι ολοένα και περισσότερο να εννοήσω τους άλλους που μπορούν να ζουν χωρίς να είναι η Γκαλά ή ο Σαλβαδόρ Νταλί».
Το παραπάνω δείγμα είναι απόσπασμα από το βιβλίο του ζωγράφου "Το ημερολόγιο μιας μεγαλοφυΐας". Πρόκειται για εγγραφή της 6ης Σεπτεμβρίου 1953, χαρακτηριστική της "μετριοφροσύνης" που διέκρινε τον μετρ. Είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, ωστόσο, αναρωτιόμαστε: Εχει νόημα να διαβάζει κανείς τα πεζά κείμενα του Νταλί; Γιατί ουδείς σοβαρός άνθρωπος μπορεί να πάρει τοις μετρητοίς την παραδοξολογία του ότι ήθελε να τον θυμούνται ως συγγραφέα παρά ως ζωγράφο. Αν, λ.χ., στο παραπάνω παράθεμα αλλάξει κανείς τα ονόματα και βάλει στη θέση του Νταλί τον Ναπολέοντα και της Γκαλά την Ιωσηφίνα, γιατί να μην μπορεί να αναφωνήσει «ζήτω το Βατερλό»;

ΤΟ ΥΠΕΡΕΓΩ
Ο Φλομπέρ έδωσε την ηρωική του μάχη εναντίον της ανοησίας για να καταλήξει στο τέλος να ομολογήσει πως «η βλακεία είναι ανίκητη». Ο Νταλί, γνωρίζοντας ασφαλώς τη μεγάλη αξία του ζωγραφικού του έργου, χρησιμοποίησε την ανοησία στην ακραία της εκδοχή, ενισχυμένη από τον αβυθομέτρητο ναρκισσισμό του, για να μας πει εμμέσως πλην σαφώς πως, αφού πέρασε από τους υπερρεαλιστές που έδιναν τη δική τους αδυσώπητη μάχη εναντίον του υπερεγώ, κατάλαβε σύντομα ότι η μάχη αυτή δεν κερδίζεται. Τι θα έπρεπε λοιπόν να γίνει; Να πουλήσει το δικό του υπερεγώ- και αυτό έκανε, με τη βοήθεια της ευφυέστατης και δαιμονικής συζύγου του Γκαλά.

Είναι αυτονόητο ότι τα βιβλία του Νταλί δεν μπορεί κανείς να τα διαβάσει παρά ως εκδοχές της προσωπικότητάς του και συμπληρώματα της ζωγραφικής του- αν και η τελευταία δεν κερδίζει τίποτε από τον συγγραφέα Νταλί, ο οποίος ως το τέλος της ζωής του παρίστανε το κακομαθημένο παιδί που όλα του επιτρέπονται αφού «είναι μεγαλοφυΐα». Και δεν περίμενε να του το αναγνωρίσουν. Συμπεριφερόταν ως μεγαλοφυΐα μέσω της οποίας η πόζα, η ανοησία και η υπερβολή έπαιρναν άλλες διαστάσεις. Ο μεγαλοφυής είναι μεγαλοφυής και επομένως δεν μπορεί εξ ορισμού να είναι ανόητος. Ανόητοι είναι όλοι οι υπόλοιποι που υπάρχουν συμπτωματικά ή καλύτερα που ο μόνος λόγος της ύπαρξής τους είναι να αναγνωρίζουν και να αποδίδουν φόρο τιμής στη μεγαλοφυΐα. Η ιδέα μοιάζει εξοντωτικά απλή αλλά για να την πουλήσει κανείς χρειάζεται να την επενδύσει με ισχυρές δόσεις παραδοξολογίας. Και αυτό ακριβώς έκανε ο Νταλί.

Η ΠΟΖΑ
Αν αγνοήσει κανείς την ενοχλητική ως απωθητική πόζα του, αφού, όπως δήλωσε από τη δεκαετία του ΄50 ο Μπρετόν, «το σκάνδαλο πέθανε», μπορεί να βρει πολλά ενδιαφέροντα πράγματα στην πρόζα του Νταλί. Ιδιαίτερα διαβάζοντας το "Η απόκρυφη ζωή μου" αντιλαμβάνεται ότι ο μετρ ποτέ δεν ξεπέρασε τα ψυχολογικά και συναισθηματικά τραύματά του, το μεγαλύτερο από τα οποία ήταν ο θάνατος της μητέρας του όταν ο ίδιος ήταν 16 ετών. Η σύγκρουση με τον πατέρα του επίσης θα πρέπει να του κόστισε. Οταν ο τελευταίος απειλούσε να τον αποκληρώσει, ο Νταλί, μέλος τότε της ομάδας των υπερρεαλιστών, του έστειλε ένα προφυλακτικό που περιείχε το σπέρμα του με ένα σημείωμα όπου έγραφε "τώρα δεν σου χρωστώ πλέον τίποτε".

Αυτός ο ιδιότροπος και χαρισματικός δημιουργός, ο οποίος δεν έπαψε και στα βαθιά του γεράματα να συμπεριφέρεται σαν κακομαθημένο παιδί, είχε μια εξαιρετικά επεισοδιακή ζωή. Πολλά από τα επεισόδια φυσικά τα προκαλούσε ο ίδιος. Τι κι αν τον διέγραψαν οι υπερρεαλιστές από την ομάδα τους, τι κι αν ο Μπρετόν τον πέρασε από υπερρεαλιστική «δίκη», τι κι αν αναγραμματίζοντας το όνομά του (Salvador Dali) του κόλλησε το παρατσούκλι Αvida Dollars (προσαρμογή του γαλλικού avide a dollars), που σημαίνει περίπου«ψόφιος για δολάρια». Ο Νταλί δεν έπαψε να συμπεριφέρεται ως η απόλυτη διασημότητα που εδικαιούτο να είναι όσο μεγαλομανής ήθελε, πάντοτε όμως κατά την περίσταση. Την ιδέα όμως που είχε για τον εαυτό του, προτού αποφασίσει να την πουλήσει, δεν την απέκτησε ξαφνικά. Από τη Σχολή Καλών Τεχνών στην Ισπανία όπου φοιτούσε τον απέβαλαν λίγο πριν από την αποφοίτησή του επειδή δήλωσε ότι ουδείς εκ των καθηγητών του ήταν ικανός να τον κρίνει. Εκ των υστέρων θα έλεγε κανείς ότι είχε απόλυτο δίκιο. Οχι μόνο κρίνοντας επί της ουσίας αλλά και απλώς από τεχνικής πλευράς. Η τεχνική του ήταν από τότε αξεπέραστη. Σε αυτό έμοιαζε με τον Πικάσο, που κι εκείνος δεν είχε να μάθει τίποτε για τη ζωγραφική από την εφηβεία του ακόμη. Δεν είναι λοιπόν τυχαία η εκτίμηση του Νταλί για τον Πικάσο. Οι ιδιοφυείς πολλές φορές αναγνωρίζουν τους ομοίους τους εκτιμώντας την τεχνική τους, δηλαδή αυτό που οι εκτός του μετιέ δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ή και να κατανοήσουν.

ΤΟ ΝΤΕΛΙΡΙΟ
Από τα τρία βιβλία που παρουσιάζουμε εδώ ασφαλώς και το πιο ενδιαφέρον είναι "Η απόκρυφη ζωή μου". Το "Ημερολόγιο μιας μεγαλοφυΐας" λίγο απέχει από το να χαρακτηριστεί μακράς διαρκείας ντελίριο αυτοθαυμασμού σε βαθμό κακουργήματος- για να μην πούμε ότι τόσος ναρκισσισμός λίγο απέχει από τον καθαρό φασισμό.
Το μυθιστόρημα του μετρ "Κρυμμένα πρόσωπα" δεν είναι ακριβώς μυθιστόρημα. Ο ναρκισσισμός μπορεί κάποτε στην ποίηση να συγχωρείται αλλά στην πρόζα συνιστά θανάσιμο αμάρτημα. Αλλά ένας εκ φύσεως και "εκ πεποιθήσεως" νάρκισσος δεν μπορεί να αυτοσυγκρατηθεί. Παρατηρώντας τον εαυτό του λέει πάντοτε περισσότερα από όσα χρειάζονται. Το μυθιστόρημα αυτό είναι από τα πιο ενοχλητικά ψευδομοντερνιστικά μπαρόκ κατασκευάσματα που έχουν γραφτεί. Δεν υπάρχει σχεδόν ούτε σελίδα όπου να μην παρελαύνει και μια στρατιά από άχρηστα επίθετα. Τα "Κρυμμένα πρόσωπα", το μόνο μυθιστόρημα που έγραψε ο Νταλί, είναι μια μυθοπλαστική εξτραβαγκάντσα που περιγράφει τη ζωή και τις ιδιοτροπίες κάποιας συντροφιάς από εστέτ πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην οποία το σαδομαζοχιστικό στοιχείο κυριαρχεί και όπου ξεχωρίζει μια γυναίκα ονόματι Σολάνζ, η οποία είναι η μούσα όλων αυτών των πλούσιων παρακμιακών, ένα είδος"βέβηλης Αγίας Τερέζας", σύμφωνα με τον ίδιο τον Νταλί. Το βιβλίο γράφτηκε το 1943 στο Νιου Χαμσάιρ των ΗΠΑ. Καμία αίσθηση δεν κάνουν σήμερα οι ιδιοτροπίες των εστέτ όπως τις περιγράφει ο Νταλί. Εκείνο εν τούτοις που εντυπωσιάζει είναι ότι "προφητεύει" την ήττα του Χίτλερ.

Στο "Η απόκρυφη ζωή μου" υπάρχουν πολλές ενδιαφέρουσες σελίδες όπου παρατηρεί κανείς την ικανότητα του Νταλί να καθιστά σημαντικά τα ασήμαντα μέσα σε αιφνίδιες εκλάμψεις. Λ.χ., στη σελ. 149 αποφαίνεται πως "μόνο τα μέτρια όντα είναι ικανά να ανυψωθούν χάρη στο αλκοόλ". Ο ίδιος έχει πιο μπροστά πιει τρία ντράι μαρτίνι, έχει μεθύσει και ως μεγαλοφυής ψέγει τον εαυτό του γιατί του επέτρεψε να εκπέσει στο επίπεδο των "μέτριων όντων". Μα πόσο εύκολο είναι να μεθύσει κανείς με τρία ντράι μαρτίνι; Δεν έχει σημασία. Ο Νταλί λέει ότι μέθυσε και για να το ξεπεράσει τραγουδούσε Πάρσιφαλ μέσα σε ένα ταξί.

Κανέναν φυσικά δεν θεωρούσε ισότιμό του, συμπεριλαμβανομένου και του Μπουνιουέλ. Ο Νταλί έγραψε το σενάριο για τον "Ανδαλουσιανό σκύλο" αλλά ισχυρίζεται ότι λίγο-πολύ την ταινία τη σκηνοθέτησαν μαζί. Διότι όταν υπάρχει ο Νταλί, ο Μπουνιουέλ, όταν δεν παρεμπίπτει, περισσεύει. Αργότερα ο Νταλί έλεγε ότι διέκοψε τις σχέσεις του με τον Μπουνιουέλ επειδή ο τελευταίος ήταν κομμουνιστής. Στη θαυμάσια αυτοβιογραφία του όμως με τίτλο "Η τελευταία πνοή" ο Μπουνιουέλ γράφει πως εις μάτην ο μετρ επιχείρησε να επανασυνδεθεί μαζί του αργότερα. Η αλήθεια είναι ότι η υποστήριξη του Νταλί στο φρανκικό καθεστώς και η στροφή του στον καθολικισμό τον απομάκρυναν από όλους σχεδόν τους φίλους της νεότητάς του.

Ο μόνος άνθρωπος από τον οποίο ο Νταλί εξαρτιόταν σχεδόν απόλυτα ήταν η Γκαλά. Λέγεται ότι αυτή τον μύησε στον έρωτα και πως ουδέποτε γνώρισε ερωτικά άλλη γυναίκα. Για την ψυχαναλυτική πλευρά αυτής της εξάρτησης έχουν γραφεί πολλά. Η Γκαλά λειτουργούσε στη ζωή του Νταλί ως μητρικό υποκατάστατο, γι΄ αυτό και μετά τον θάνατό της το 1982 ο ζωγράφος έπεσε σε κατάθλιψη και στα λίγα χρόνια που του απέμεναν να ζήσει εμφάνιζε ισχυρές τάσεις αυτοκτονίας. Στο μεταξύ όλα τα έργα του πουλιόνταν πανάκριβα. Η Γκαλά είχε φροντίσει από χρόνια να δημιουργηθεί μια μικρή "βιομηχανία Νταλί". Χιλιάδες αντίγραφα πινάκων του κυκλοφορούσαν ως τα μέσα της δεκαετίας του ΄80 στις ΗΠΑ που έφεραν την υπογραφή του- χωρίς βεβαίως να είναι αριθμημένα. Τα έβρισκες, λ.χ., παντού στη Νέα Υόρκη για 2.000 δολάρια.

Σήμερα, είκοσι χρόνια από τον θάνατο του Νταλί, τα γραπτά του έχουν αξία ως προεκτάσεις μιας πολύ ισχυρής προσωπικότητας και ενός από τα μεγαλύτερα εικαστικά ταλέντα του 20ού αιώνα. Αυτονόητο ότι είναι και εξαιρετικά σημαντικά ντοκουμέντα μιας δημιουργικής και ανατρεπτικής εποχής.Η απόκρυφη ζωή μου,που την έγραψε στα 36 του χρόνια, είναι αποκαλυπτική και χωρίς αμφιβολία το πιο καλογραμμένο βιβλίο του. Η πόζα δεν τον είχε ακόμη κατακυριεύσει, δεν είχε πιάσει φιλίες με τον Φράνκο και δεν ζωγράφιζε πορτρέτα της οικογένειας του ισπανού δικτάτορα, ο μύθος που καλλιεργούσε δεν είχε ακόμη αναχθεί σε αυτοσκοπό. Ο "ένδοξος έφηβος", όπως ήθελε να βλέπει τον εαυτό του, υπήρχε εκεί να τον παρηγορεί- και να τον τρομοκρατεί ταυτοχρόνως. Υπάρχουν στιγμές όπου η προκλητική παιδικότητά του φαντάζει ως και συγκινητική. Ο Νταλί-celebrity φυσικά και αυτός εδώ, αλλά προς το παρόν βρίσκεται στον προθάλαμο. Οταν θα κυριαρχούσε αργότερα, θα προκαλούσε απέχθεια στους παλιούς του φίλους που εφεξής όποτε αναφέρονταν σ΄ αυτόν θα χρησιμοποιούσαν αόριστο, σαν να είχε πεθάνει. Και δεν θα τον συγχωρούσαν ούτε και μετά τον θάνατό του.

Του Αναστάση Βιστωνίτη από το ΒΗΜΑ
(http://www.tovima.gr/default.asp?pid=84&eid=288)

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Hindi Zahra

Το άκουσα οδηγώντας για το σπίτι.
Το αφιερώνω σε όλους τους φίλους του ιστολογίου, που παρότι strangers μεταξύ μας, έχουν ευαισθησίες που οδηγούν στην ανακάλυψη, την περιπέτεια, την κατάκτηση της ψυχής με τα μαγικά ταξίδια του μυαλού.

ZBIGNIEW PREISNER

LOVE IS...

JAMES JOYCE

Όταν σε μια πόλη, καθώς περιπλανιέσαι,
πέφτεις τυχαία πάνω σ’ ένα ιρλανδέζικο παμπ-ρεστοράν,
που φέρει μάλιστα τον τίτλο «James Joyce»,
πράσινα παράθυρα και γερές μαύρες μπίρες, μεταξύ άλλων,
τότε η αισιοδοξία ανασκιρτάει,
ένα μικρό κερί φωτίζει δάσος ολόκληρο…


Τζέιμς Τζόυς



Η μοίρα των καινοτόμων είναι η περιπέτεια. Όχι μονάχα να ζούνε περιπέτειες αλλά να τις προκαλούν. Αναστατώνουν τα πάντα και τους πάντες γύρω τους, ακόμα κι αν δεν το επιδιώκουν. Αλλάζουν το τοπίο της τέχνης τους. Μεταβάλλουν δραστικά τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα. Συνθέτουν ανήκουστες μελωδίες με τις λέξεις, με τα χρώματα, με τις νότες, ακόμα και με το πώς ανάβουν το τσιγάρο τους ή αγγίζουν την αγαπημένη τους. Είναι αυτοί που ανατρέπουν τους κανόνες του παιχνιδιού και επιβάλλουν αναίμακτα τους δικούς τους. Είναι αυτοί που μετά το πέρασμά τους από τούτον τον πλανήτη τίποτα πια δεν είναι όπως ήταν πριν. Είναι αυτοί που παράγουν νέα κριτήρια.

Τέτοιος άνθρωπος, τέτοιος καινοτόμος ήταν ο Τζέιμς Τζόυς. Πάντα Ιρλανδός, μα και πάντα εξόριστος. Πάντα Δουβλινέζος και Παριζιάνος, μα και πάντα Ευρωπαίος, παγκόσμιος, πέρα από τα όρια του χώρου και, μέσα από το πολυσχιδές έργο του, πέρα από τα όρια του χρόνου. Ο Τζόυς μπόρεσε να κάνει κέντρο του κόσμου μια μικρή κάμαρα, και τον ίδιο του τον μεγαλοφυή εαυτό. Κι από κει, βραδυφλεγώς, να αναστατώσει το σύμπαν, να κατακρημνίσει συμπαγείς πεποιθήσεις και στέρεες βεβαιότητες. Κάθε του βιβλίο ήταν κάτι πέρα και πάνω από τυπωμένες σελίδες, κάτι πέρα και πάνω από λογοτεχνία: ήταν ανάσα, βρυχηθμός, σπασμός, ουρλιαχτό, ψίθυρος, εξέγερση, μουσική των κορμιών, κλείσιμο αμετάκλητο ενός κύκλου και υπαινιγμός για το άνοιγμα χιλίων άλλων. «Αυτή η ξέφρενη Σύνοψη των πιο δελεαστικών παιχνιδιών, αυτή η Ποιητική τέχνη σε δέκα χιλιάδες μαθήματα, δεν είναι δημιουργία της τέχνης αλλά αυτοψία του πτώματός της», έγραψε εύστοχα και ανησυχητικά κάποιος θεωρητικός για το περιλάλητο Finnegans Wake. Δεν είναι καθόλου λίγο να καταφέρνεις να συμπυκνώσεις όλο το νόημα, όλο το μεγαλείο και όλη την τραγωδία της Μοντέρνας Τέχνης σε ένα μυθιστόρημα! Καθόλου λίγο!

Το Δουβλίνο είναι πια ο Τζόυς, είναι το «Δουβλίνο του Τζέιμς Τζόυς», όπως το Παρίσι είναι το Παρίσι του Ζακ Πρεβέρ. Απαθανάτισε την πόλη όπου είδε, στις 2 Φεβρουαρίου του 1882, το πρώτο φως, όπου περιπλανιόταν ατέρμονες ώρες ρουφώντας το παγερό φως πάνω στη θάλασσα, στην άμμο, στα φουσκωμένα κύματα, παίζοντας ακατάπαυστα με τους λεκτικούς αντικατοπτρισμούς που χόρευαν στο μυαλό του από την εφηβεία και σ’ όλη του τη ζωή. Ταλαιπωρημένος από τους Ιησουίτες του Κολεγίου Κλόνγκουζ Γουντ, όπου τον έστειλε ο πατέρας του για να τον προικίσει με την καλύτερη παιδεία, ο Τζόυς θα τους χαρακτηρίσει «ένα τάγμα άκαρδων ανθρώπων που φέρουν το όνομα του Ιησού κατ’ αντίφρασιν», θα αποφασίσει να αμαρτήσει με μια γυναίκα που θα εκστασιαζόταν μαζί του μέσα στην αμαρτία, θα θελήσει να γίνει ένας περιπλανώμενος τροβαδούρος, ένας ανέστιος ποιητής της ζωής, ένας μεθοδικά ανέμελος παρίας. Το κύριο μέλημά του ήταν να δουλεύει ξανά και ξανά τις συλλαβές μέχρι να μοιάσουν με «αναρίθμητα πολύχρωμα πρίσματα». Ο Ερρίκος Ίψεν και, φυσικά, ο Βάρδος, ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, μαζί με το σύνθημα «Μακριά απ’ το να σε λυπούνται», θα γίνουν οι στύλοι για το γαϊτανάκι των περιπετειών του Τζόυς, θα γίνουν οι προσηλώσεις και τα σημεία αναφοράς του. Η πνευματική νάρκη που άπλωναν τα εκκλησιαστικά δόγματα του ήταν απεχθής. Ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο με σάρκα και οστά, και μετά να τον μετατρέψει σε ένα πολυκύμαντο, βουερό, παλλόμενο έργο τέχνης.

Όπως τόσοι άλλοι λάτρεις των λέξεων και της ζωής, έτσι και ο Τζόυς θα ονειρευτεί το Παρίσι, ναι, κυριολεκτικά, το είδε στον ύπνο του και ήταν «ένα φως μέσα στο δάσος του κόσμου για τους εραστές». Και φυσικά θα πάει στο Παρίσι. Και θα γίνει εκεί ο βαθύτερος εαυτός του. Ο ίδιος του ο μύθος με σάρκα και οστά. Το γαλάζιο θα γίνει το αγαπημένο του χρώμα, θα έχει γι’ αυτόν μαγικές ιδιότητες φυλαχτού. Θα κάνει παρέα με γλεντζέδες φοιτητές, γλεντζές κι ο ίδιος, και θα φωτογραφίζεται μιμούμενος τις πόζες του Αρθούρου Ρεμπώ, σαν άσωτος μποέμ μ’ ένα μακρύ παλτό και αγέρωχο βλέμμα. Είναι ήδη ένας ανυπότακτος, ένας μοναδικός. Στο Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία, ο Τζόυς θα συνοψίσει , με την πάντα συγκλονιστική λιτότητα των ανθρώπων που ξέρουν τι λένε και τι κάνουν, που λένε αυτό που κάνουν και κάνουν αυτό που λένε, το πιστεύω του, το non serviam, το ου δουλεύσω, δεν θα υποταχτώ: «Δεν θα υπηρετήσω κάτι στο οποίο δεν πιστεύω πια, είτε αυτό λέγεται σπίτι μου είτε πατρίδα μου είτε εκκλησία. Θα προσπαθήσω να εκφράσω τον εαυτό μου με κάποιον τρόπο ζωής ή τέχνης όσο μπορώ πιο ελεύθερα και πιο ολοκληρωμένα, χρησιμοποιώντας για άμυνά μου τα μόνα όπλα που επιτρέπω στον εαυτό μου – σιωπή, εξορία, πονηρία».

Συνεπής στα λόγια του ήρωά του, ο Τζόυς θα ζήσει εκτός πατρίδας, εκτός εκκλησίας, εκτός οικογένειας, και, κατά πολλές έννοιες, εκτός λογοτεχνίας. Θα καταπιεί τόμους ολόκληρους, θα ελιχθεί στο αχανές ορυχείο της μυθιστοριογραφίας και της ποίησης, θαρρείς για να απορρίψει εντέλει τους πάντες και τα πάντα και να γίνει ο ίδιος ένα έργο τέχνης, ελισσόμενος ανάμεσα στα κολοσσιαία αριστουργήματα χωρίς να γίνει υποτακτικός τους, όπως ακριβώς ελισσόταν στα μπαρ όπου ήταν πασίγνωστος, «ένας υπεροπτικός νεαρός», όπως γράφει όμορφα η Έντνα Ο’ Μπράιεν, «με τριμμένα ρούχα, λαστιχένια παπούτσια και ναυτικό καπέλο, ικανός να ξεγλιστράει και να προσποιείται, να συζητάει για τον Ευκλείδη, τον Ακινάτη και τη Νέλλυ και να προειδοποιεί τους εχθρούς του ότι θα τους κουρελιάσει με τους σατιρικούς του στίχους». Είναι καλό να υπενθυμίζουμε ότι, παρ’ όλα όσα λένε, στην επιστήμη της εξέγερσης η συνείδηση έρχεται πάντα πολύ νωρίς, κι ότι ο Τζόυς από πολύ νεαρός είχε κατασταλάξει σε θέσεις που άλλοι χρειάζονται δεκαετίες για να υιοθετήσουν όταν πια είναι πολύ αργά. Πίστευε, και το έλεγε μεγαλόφωνα, μεθυσμένος από ιρλανδέζικο ουίσκι και σιγουριά, ότι το ταλέντο του θα καίγεται πάντα με την «αρραγή έκσταση μιας ακατέργαστης πολύτιμης πέτρας», ότι η βία και ο πόθος είναι η αναπνοή της λογοτεχνίας, ότι αν κιοτέψεις έστω και μια στιγμή στη ζωή ή στην τέχνη είναι αναπόφευκτη η ολέθρια ολίσθηση στο βδέλυγμα των βδελυγμάτων: στη μετριότητα!

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

ASTOR PIAZZOLLA

ASTOR PIAZZOLLA


Ο Ástor Piazzolla, γεννήθηκε σαν χθες, 11 Μαρτίου 1921 στο Μαρ ντελ Πλάτα, Αργεντινή. Πέθανε στις 4 Ιουλίου 1992 στο Μπουένος Άιρες. Θεωρείται ο πιο σημαντικός συνθέτης του τάνγκο κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Οι συνθέσεις του έφεραν επανάσταση στο παραδοσιακό τάνγκο, ενσωματώνοντας σ' αυτό στοιχεία τζαζ και κλασσικής μουσικής, και δημιούργησαν το nuevo tango (νέο τάνγκο). Ήταν επίσης εξαίρετος μπαντονεονίστας και συχνά ερμήνευε τις συνθέσεις του με διάφορα μουσικά σχήματα. Στην Αργεντινή είναι γνωστός ως "El Gran Ástor" ("ο Μέγας Άστορ").
Ενας καταπληκτικός μουσικός γεμάτος πάθος.
Το nuevo tango του Piazzolla ξεχώριζε από το παραδοσιακό τάνγκο λόγω της ενσωμάτωσης στοιχείων τζαζ, της χρήσης περίπλοκων συγχορδιών και διαφωνιών, της χρήσης αντίστιξης, και των μακρών συνθετικών μορφών. Eισήγαγε επίσης μουσικά όργανα που δεν χρησιμοποιούνταν στο παραδοσιακό τανγκό, όπως το φλάουτο, το σαξόφωνο, την ηλεκτρική κιθάρα, ηλεκτρονικά όργανα, το βιμπράφωνο, και ντραμς.
Οι βιογράφοι υπολογίζουν ότι ο Πιατσόλα συνέθεσε γύρω στις 3.000 κομμάτια από τα οποία ηχογράφησε περίπου τα 500.
Πηγή: http://el.wikipedia.org

Να κάτι που μοιάζει πολύ με την ευτυχία!

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

MARIO VARGAS LLOSA

ΜΑΡΙΟ ΒΑΡΓΚΑΣ ΛΙΟΣΑ

Ο ποιητής και ο σκλάβος
(του Μιχάλη Μιχαηλίδη) από το ΒΗΜΑonline

Το φθινόπωρο του 1958 στη Μαδρίτη ο 22χρονος Μάριο Βάργκας Λιόσα από το Περού άρχισε να γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα με βάση τις προσωπικές εμπειρίες του από τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης που επικρατούσαν στη μέση στρατιωτική σχολή Λεόνσιο Πράδο της Λίμα. Το ολοκλήρωσε τον χειμώνα του 1961, χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει πλήρως ότι Η πόλη και τα σκυλιά ήταν η πραγμάτωση ενός λογοτεχνικού θαύματος. Οταν το βιβλίο εκδόθηκε στην Ισπανία το 1963, ο αντίκτυπος που προκλήθηκε ήταν σαρωτικός: το ταλέντο του Μάριο Βάργκας Λιόσα αναγνωρίστηκε αμέσως, το μυθιστόρημά του μεταφράστηκε ταχύτατα σε πολλές γλώσσες και το αυταρχικό, διεφθαρμένο, στρατοκρατικό καθεστώς της πατρίδας του δέχθηκε ένα οδυνηρότατο πλήγμα σπάνιας ευθυβολίας. Το τελευταίο γεγονός οδήγησε και σε κάποιες ακρότητες: οι υπεύθυνοι της σχολής Λεόνσιο Πράδο, βαριά λαβωμένοι από την πένα του Λιόσα, τον ανακήρυξαν «αρρωστημένο μυαλό» και «εχθρό της πατρίδας», και έριξαν 1.000 αντίτυπα από το μυθιστόρημά του στην πυρά. Αυτό το ξέσπασμα μιλιταριστικού πρωτογονισμού δεν έβλαψε, όπως ήταν αναμενόμενο, τον συγγραφέα· αντίθετα τον βοήθησε να αποκτήσει παγκόσμια φήμη.
Η πόλη και τα σκυλιά δεν θεωρείται τυχαία το καλύτερο μυθιστόρημα του Λιόσα. Με πρόσχημα τις βαρβαρότητες που διαπράττονται στη μέση στρατιωτική σχολή Λεόνσιο Πράδο, ο συγγραφέας αναλαμβάνει να περιγράψει, με καθαρόαιμα λογοτεχνικά μέσα, τη διαδικασία που μεταμορφώνει τα περισσότερα άτομα σε πιόνια και φερέφωνα της βάναυσης, αυστηρά ιεραρχικής κοινωνίας. Οι έφηβοι ήρωες του βιβλίου, οι δόκιμοι της σχολής, είναι «τα σκυλιά», που πρέπει να ντρεσαριστούν για να ενσωματωθούν έπειτα στην «πόλη», στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.
Πίσω από τα συρματοπλέγματα του στρατοπέδου, του σκληρότερου «αναμορφωτηρίου», βρίσκονται «σκυλιά» κάθε φυλής και κάθε τάξης. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Ποιητής, ο Σκλάβος, ο Τζάγκουαρ και ο Βόας ­ τα παρατσούκλια τους είναι μία ακόμη ένδειξη ότι στη σχολή επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας. Ο Ποιητής απολαμβάνει κάποια προνόμια διότι συντάσσει και πουλάει στους συναδέλφους του ερωτικές εξομολογήσεις και πορνογραφήματα. Ο Σκλάβος είναι ο απροσάρμοστος, ο καταπιεσμένος, το εξιλαστήριο θύμα· επάνω του εκτονώνονται η οργή και τα απωθημένα όλης της διμοιρίας. Ο Τζάγκουαρ είναι ο σκληρός, ο αλύγιστος, ο γεννημένος αρχηγός, αυτός που προορίζεται να σταδιοδρομήσει στο έγκλημα. Ο Βόας είναι ο άξεστος, ο δυνατός, ο τύπος του αγαθού γίγαντα που δεν διαθέτει ιδιαίτερη ευστροφία, που γυρεύει να τεθεί κάτω από τις διαταγές κάποιου ηγέτη. Κανένα από τα παραπάνω πρόσωπα δεν διακρίνεται για την ηθική του ακεραιότητα· όλοι τους ενεργούν με βάση τους κώδικες που έχουν θεσμοθετήσει οι προγενέστεροι δόκιμοι και οι βαθμοφόροι. Είναι εγκλωβισμένοι σ' ένα σύστημα κανόνων όπου η βία, η καταπίεση, ακόμη και το έγκλημα μπορούν να έχουν θέση, αρκεί να μην απειλούν την ευστάθεια του γενικού οικοδομήματος, της κυρίαρχης ιδεολογίας.
Η καθημερινότητα της σχολής Λεόνσιο Πράδο περιλαμβάνει πολεμικές ασκήσεις, αγγαρείες, καψόνια και άγριους ξυλοδαρμούς μεταξύ των παλαιών και των νεότερων δοκίμων. Ολοι είναι συμβιβασμένοι μ' αυτή την κατάσταση, ώσπου ο θάνατος του Σκλάβου θα αναγκάσει τον Ποιητή να απαιτήσει την επιβολή δικαιοσύνης. Στη μάχη που θα δώσει, θα βρει έναν απρόσμενο σύμμαχο: τον τυπολάτρη υπολοχαγό Γκαμπόα. Ωστόσο η προσπάθεια του Ποιητή να κάνει τη μεγάλη ανατροπή είναι μάλλον καταδικασμένη σε αποτυχία.

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

ΥΠΟΘΗΚΕΣ ΖΩΗΣ

Κάποιες συμβουλές για τους αθεράπευτα ρομαντικούς αυτού του πλανήτη. Παράκληση...μη βιαστείτε να με χαρακτηρίσετε μισάνθρωπο!
Απλώς το βρήκα απολύτως ρεαλιστικό και χρήσιμο τις μέρες τούτες τις παράξενες.

ΥΠΟΘΗΚΕΣ Κώστα Καρυωτάκη

Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς
μπορούνε με χίλιους τρόπους,
ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής
όταν ακούσεις ανθρώπους.

Όταν ακούσεις ποδοβολητά λύκων
ο θεός μαζί σου
ξαπλώσου χάμω με μάτια κλειστά
και κράτησε την πνοή σου.

Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό
στον πλατύ κόσμο μια θέση.
Όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό
του δίνουν όψη ν' αρέσει.

LITTLE MAGIC PLEASE!

Little magic please! I need it!!!

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

ΤΟ ΤΟΥΝΕΛ, ERNESTO SABATO

Η ματαιοδοξία συναντιέται στα μέρη τα πιο απίθανα: στο πλευρό της καλοσύνης, της αυταπάρνησης, της γενναιοφροσύνης. Όταν ήμουν μικρός και μ'έπιανε απελπισία με την ιδέα πως η μητέρα μου κάποια μέρα θα πέθαινε - με τα χρόνια μαθαίνεις πως ο θάνατος είναι όχι μόνο υποφερτός, αλλά ίσως και ανακούφιση - δε φανταζόμουνα πως μπορούσε να έχει ελαττώματα. Τώρα που δεν υπάρχει, οφείλω να πω ότι στάθηκε τόσο καλή όσο μπορεί να καταφέρει να γίνει ένα ανθρώπινο πλάσμα. Αλλά θυμάμαι στα τελευταία της, όταν ήμουν άντρας πια, πόσο, με πονούσε, στην αρχή, σαν ανακάλυπτα, κάτω απ' τις καλύτερες ενέργειές της, κάποια αμυδρά στοιχεία ματαιοδοξίας ή περηφάνιας.
-----------------------------------------------------------
Αλλά καθώς δεν ενδιαφέρομαι να περάσω για εκκεντρικός, θα πω την αλήθεια, που οπωσδήποτε είναι αρκετά απλή: θα μπορούσαν σκέφτηκα να διαβαστούν από πολλούς , αφού τώρα πια είμαι διάσημος. Και παρ' ότι δεν κάνω πολλά όνειρα γύρω από την ανθρωπότητα γενικά και τους αναγνώστες αυτών των σελίδων ειδικότερα μ'εμψυχώνει η αμυδρή ελπίδα πως κάποιος άνθρωπος θα καταφέρει να με καταλάβει. ΑΚΟΜΗ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΜΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
Ερνέστο Σάμπατο, Το Τούνελ, Εκδόσεις Αστάρτη

Ο Σάμπατο είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Έχω διαβάσει τα περισσότερα βιβλία του. O μύθος, η μαγεία, ο ρομαντισμός, ο σουρεαλισμός είναι κάποια από τα στοιχεία που κυριαρχούν στις σκέψεις και τους συλλογισμούς του.
Η ρήση του Χέντερλιν, είναι χαρακτηριστική για την περίπτωση του Σάμπατο:
 "Οποιοσδήποτε άνθρωπος είναι ένας θεός όταν ονειρεύεται, και τίποτα περισσότερο από ένας ζητιάνος όταν σκέφτεται".

Κατά τον Σάμπατο τα θέματα που απασχολούν τη μεγάλη λογοτεχνία είναι:
"Η μοναξιά, το παράλογο και ο θάνατος, η ελπίδα και η απελπισία" ή όπως υποστηρίζει: "Ένα βαθύ μυθιστόρημα δεν είναι δυνατόν να μην είναι μεταφυσικό, επειδή κάτω από τα συνηθισμένα και γνωστά οικογενειακά, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά προβλήματα για τα οποία συγκρούονται οι άνθρωποι, βρίσκονται πάντα τα έσχατα προβλήματα της ύπαρξης: το άγχος, ο πόθος για δύναμη, το σάστισμα και ο τρόμος μπροστά στο θάνατο, η επιθυμία του απόλυτου και της αιωνιότητας, η εξέγερση μπροστά στο παράλογο της ύπαρξης"

Ασχολείται με τα μεγαλύτερα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου.
Τον έρωτα, τη μοναξιά, το φόβο του θανάτου και το νόημα της ζωής.
Είναι καταπληκτικός!

Bιβλία του:

(2004) Ετεροδοξία, Νησίδες
(2001) Αντίσταση, Γκοβόστης
(2001) Μία πολύπλοκη ύπαρξη, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου
(2000) Άνθρωποι και γρανάζια, Καστανιώτη
(2000) Πριν το τέλος, Γκοβόστης
(1986) Αβαδδών ο εξολοθρευτής, Εξάντας
(1986) Περί ηρώων και τάφων, Εξάντας
(1986) Το τούνελ, Αστάρτη

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2010

2010

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΟΥ, ΕΙΝΑΙ Ο,ΤΙ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ!


Ο κόσμος που ονειρεύομαι είναι αυτός που έρχεται κάθε πρωί
Με ξυπνάει γλυκά μ’ένα φιλί
Μου λέει να μη φοβάμαι τη σκοτεινή νύχτα
Και με νανουρίζει λέγοντάς μου παραμύθια.


Ο κόσμος που ονειρεύομαι , πολέμους δε γνωρίζει
Ούτε πείνα, ούτε φτώχια, ούτε εγκατάλειψη
Η αγάπη και η στοργή κυβερνάνε
Κι όταν ο κακός λύκος εμφανίζεται μέσα απ’τα πυκνά φυλλώματα των δέντρων
Η αγάπη τον διώχνει σα σύννεφο που ο άνεμος το πήρε μακριά


Ο κόσμος που ονειρεύομαι είναι αυτός που αγωνίζομαι να ζήσω κάθε μέρα
Και θα αγωνίζομαι ώσπου το όνειρο να πάψει να’ναι όνειρο
Ώσπου η πραγματικότητα να πάρει του ονείρου τη θέση
Και στην καρδιά ελπίδα να γεννήσει και χαμόγελο


Φίλοι μου ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ, ΜΕ ΕΛΠΙΔΑ, ΔΥΝΑΜΗ, ΤΟΛΜΗ, ΟΝΕΙΡΑ

SILENA 2010