Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΗς ΨΥΧΗς

Σα να άργησε σήμερα να ξημερώσει. Ο ήλιος λες αποκοιμήθηκε και ξεχάστηκε στο άλλο μισό. Άνοιξα τα μάτια μου, κοίταξα τα σύννεφα. Δειλές ακτίνες μου θύμισαν όπως κάθε πρωί τη σκληρή πραγματικότητα και μια φωνή μες στο μυαλό μου να φωνάζει "ξύπνα!! θ' αργήσεις". Τεντώθηκα σα γάτα και βγήκα ανόρεχτα από τη ζεστή φωλιά των ονείρων μου. Κι ήταν όμορφα τα όνειρά μου. Δεν ήθελα να τελειώσουν τόσο γρήγορα.
Ξαφνικά σα να γύρισε ένας διακόπτης, το σώμα μου πετάχτηκε και άρχισε μηχανικά να κάνει ό,τι έκανε κάθε άλλη μέρα. Έτοιμη! Μια βιαστική ματιά στα μάτια μου, τα κλειδιά και η πόρτα κλείνει δίχως θόρυβο πίσω μου.
Θα περπατήσω σήμερα είπα στον εαυτό μου, που χαμογέλασε με κατανόηση. Ο χρόνος ποτέ δεν κουράζεται να μετράει αντίστροφα, γι' αυτό κι εγώ θα τον ξεχάσω και θα πάω ανάποδα. Θα πάω αργά, νωχελικά για να αντιμετωπίσω άλλη μια μέρα της ζωής μου όπως της αξίζει. Με τρυφερότητα και στοργή.
Έτσι έκανα. Πήρα το δρόμο της θάλασσας. Αφέθηκα να ατενίσω, να θαυμάσω, να αδειάσω το μυαλό από κάθε περιττό, τίναξα τα χέρια σα να ήθελα να πετάξω μακρυά κάθε άγχος ή σκέψη σκοτεινή.
Δίπλα μου η θάλασσα, σύντροφος πιστός των περιπλανήσεών μου, νοητών ή πραγματικών. Ονειροπόληση πολύτιμη έστω και μικρής διάρκειας.
Μια κραυγή με έβγαλε βίαια από την ηρεμία. Προσπάθησα να εντοπίσω τη φωνή, ερχόταν από τη θάλασσα, μα κανένα ίχνος κάποιου που κινδύνευε. Κατέβηκα βιαστικά στην αμμουδιά. Κανείς! Η φωνή ακούστηκε ξανά, πιο σπαρακτική αυτή τη φορά. Έτρεξα ακόμη πιο κοντά. Τώρα μπορούσα να διακρίνω ένα μόνο χέρι που έβγαινε μέσα από τα κύματα. Δεν είχα επιλογές. Έπρεπε να βουτήξω στο νερό, να σώσω τον άνθρωπο που κινδύνευε. Παραμερίζοντας κάθε άλλη σκέψη βούτηξα όπως ήμουν κολυμπώντας γρήγορα για να φτάσω.
Ήταν ένα παιδί. Το τράβηξα έξω όπως όπως, έκανα άτεχνα όσες κινήσεις σωτηρίας ήξερα και το πήρα στην αγκαλιά μου. Ευτυχώς ανέπνεε. Σε λίγο άνοιξε τα μάτια του και με κοίταξε. Δε ρώτησα τίποτα. Με το παιδί αγκαλιά γύρισα σπίτι. "Πρέπει να σε πάω στο γιατρό", ψιθύρισα. Το παιδί πλέον είχε συνέρθει και άρχισε να μου μιλάει σε μια γλώσσα που δε μπορούσα να καταλάβω. "Θα σε πάω στο γιατρό" είπα ξανά και του έδωσα στεγνά ρούχα να φορέσει. "Θέλω να είμαι σίγουρη πως είσαι καλά", συνέχισα.
Το παιδί τρομαγμένο έκανε να φύγει, ψέλισσε κάτι που δεν το κατάλαβα και έφυγε τρέχοντας πριν προλάβω ν' αντιδράσω.
Έμεινα εκεί, ακίνητη, ανήμπορη να κάνω κάτι. Μόνο η σκέψη μου έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, να προλάβει να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς είχε συμβεί.
Βρήκα την ψυχραιμία και έτρεξα γρήγορα έξω μήπως το προλάβω. Το παιδί είχε εξαφανιστεί. Και μαζί όλα τα ψήγματα ηρεμίας που μου χάρισε εκείνο το πρωινό.

Βγήκα από το σπίτι και πήγα ξανά στο σημείο που είχα βρει το παιδί, όμως δεν υπήρχε κανένα σημάδι ή ίχνος του.
Συνέχισα να περπατάω. Ένα αίσθημα μηδαμινότητας γέμισε την ψυχή μου. Μελαγχόλησα κι άρχισα να κλαίω, και το κλάμα όλο και δυνάμωνε. Πόσο τρομερή είναι η κραυγή της ψυχής τέτοιες στιγμές κι εσύ ανήμπορος και μικρός...

Silena 1/12/2010