Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

ART & FAIRY TALES

 Salvador Dalí

(Το πλοίο που φτιάχνουμε με το κορμί μας, τα πανιά που σηκώνουμε με τις λέξεις κι η πανοπλία από τις πράξεις μας. Η τέχνη του θαλασσόδαρτου, που λευτερώνει και προστατεύει. Ένα πρακτικό αμφίβιο, χωρίς σύνορα κόσμων...)

Ήτανε μια φορά κι ένα καιρό, ένας άντρας που όλοι τονε λέγανε σοφό και τον αγαπούσανε, γιατί ήτανε πολύ καλός άνθρωπος. Ήτανε ζωγράφος και τα κατάφερνε μια χαρά στη τέχνη του. Ζωγράφιζε πάρα πολύ όμορφα και πειστικά μ' όποιο θέμα κι αν καταπιανότανε κι όλα του τα έργα ήτανε πάντα ολοζώντανα. Η φήμη του έκανε το γύρο όλης της περιοχής κι ολοένα μεγάλωνε γιατί η τέχνη του ήταν πραγματικά πάρα πολύ καλή. Όμως, όπως ήταν και σοφός, πολυταξιδεμένος άνθρωπος, μορφωμένος και καλλιεργημένος κι αυτό ήταν επισης γνωστό, όλοι έρχονταν για κάποια συμβουλή ή κάποια νουθεσία. Αυτός πάντα μοίραζε απλόχερα τις συμβουλές του, δίχως να επιδιώκει το προσωπικό όφελος.
Η φήμη του ταξίδευσε πάρα πολύ κι μοιραία, έφτασε κάποια μέρα στ' αυτιά των ανθρώπων του Μεγάλου 'Αρχοντα της επαρχίας. Αυτοί αμέσως πρόφτασαν το νέο στον ίδιο. Εκείνος, όπως συνήθως συμβαίνει, θορυβήθηκε απ' τη φήμη του σοφού αυτού ανθρώπου. Ανησύχησε μήπως του διεκδικήσει μια μέρα το θρόνο κι έτσι άρχισε να ψάχνει τρόπο να τον καταστρέψει. Δεν κοιμόταν τις νύχτες, σκεπτόμενος πιθανά τεχνάσματα που θα μπορούσε να μετέρθει ο σοφός, μελετούσε προσεκτικά τη συμπεριφορά του, αλλά τελικά αφού δεν εύρισκε τίποτε το μεμπτό στη συμπεριφορά του, αποφάσισε να τον καλέσει στο αρχοντικό του να τον γνωρίσει, ελπίζοντας σε κάποιο σφάλμα του βέβαια, ώστε να βρει αφορμή να τον βγάλει απ' τη μέση.
Μια μέρα λοιπόν, έφτασε στο σπίτι του σοφού μια πρόσκληση -που δε θα μπορούσε ν' αγνοήσει- με απεσταλμένο, έναν έμπιστο του 'Αρχοντα, που τον προσκαλούσε να παρουσιαστεί αμέσως στο παλάτι, για να γνωρίσει επιτέλους ο αρχηγός, αυτό τον άνδρα που τον συναγωνιζόταν σε φήμη και λατρεία. Ο σοφός ανησύχησε με τη πρόσκληση αυτή, αλλά δε μπόρεσε να βρει κάτι που θα δικαιολογούσε αυτήν την ανησυχία, μα και να 'βρισκε, δε θα μπορούσε ν' αρνηθεί. Έτσι πήρε το δρόμο μαζί με τον έμπιστο, να επισκεφτεί το παλάτι. Όταν έφτασαν εκεί, είναι γεγονός, πως του επιφυλάχτηκε αρκετά καλή υποδοχή και φιλοξενία. Του δόθηκε το καλύτερο δωμάτιο στο ξενώνα, με τους καλύτερους υπηρέτες, τη καλύτερη περιποίηση, το καλύτερο φαγητό και πιοτό στα καλύτερα σερβίτσια. Ο σοφός άρχισε να αλλάζει την αρχική γνώμη πού 'χε σχηματίσει για τον 'Αρχοντα.
Τη πρώτη αυτή μέρα, που 'μελλε να 'ταν κι η μοναδική καλή, τον άφησαν να ξεκουραστεί, ν' απολαύσει, να γευτεί και τίποτε δε προδίκαζε αυτά που θ' ακολουθούσαν.
Εδώ θα πρέπει να μιλήσουμε και για τον 'Αρχοντα, να τον γνωρίσουμε όπως και το σοφό. Ανέλαβε την εξουσία κληρονομικά, έχοντας φροντίσει ν' απομακρύνει όλους τους πιθανούς αντιπάλους-σφετεριστές της θέσης αυτής. Κυβερνούσε ήδη αρκετά χρόνια, χωρίς να 'ναι ιδιαίτερα καλός, έξυπνος ή μορφωμένος και δε θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ότι καλύτερο για το τόπο. Ήταν ένας τυραννίσκος, ίσως οχι αγριότερος απ' άλλους π' ακούμε ή διαβάζουμε στα παραμύθια, αλλά σίγουρα δεν ήταν καλός και δίκαιος. Όπως όλοι οι ανάξιοι ενός αξιώματος, είχε κι αυτός τον ενδόμυχο φόβο μήπως κι αντιληφθούν οι άλλοι, ότι είναι ανάξιος και δώσουν την εξουσία σ' άλλο καλύτερο. Εκεί πάνω θα μπορούσε να ξεφύγει από τα όριά του, να προβεί και σε ωμότητες ακόμα, για να διατηρήσει αυτή τη θέση. Έτσι λοιπόν είχαν τα πράγματα, όταν έφτασε η φήμη του σοφού στο παλάτι κι ο 'Αρχοντας, όπως είδαμε, ανέλαβε δράση.
Όταν λοιπόν πέρασε η πρώτη μέρα της ανάπαυσης και της απόλαυσης, ήρθε η επόμενη, όπου είχε ορισθεί η μεγάλη συνάντηση. Ο 'Αρχοντας δέχθηκε το σοφό, ντυμένος με πλούσια και πανάκριβα φορέματα, φανταχτερά στολίδια, σ' αντίθεση με αυτόν, που 'ταν ντυμένος απλά και λιτά. Το δέχτηκε σε μια σάλα, πολύ πλούσια διακοσμημένη μ' ολόχρυσα έπιπλα και καθίσματα από μάλαμα. Περίμενε μάλιστα απ' αυτό να εντυπωσιασθεί κι όταν αυτό δε συνέβη, προκαθόρισε τη τύχη του. Το αρχικό πληθωρικό χαμόγελο του, μετατράπηκε σε κακή γκριμάτσα κι του 'δωσε ένα ταπεινό, χαμηλό κάθισμα για να τον μειώσει.
Μετά τις πρώτες κουβέντες γνωριμίας, άρχισαν να συζητάνε για σοβαρά θέματα και κάποια στιγμή, η κουβέντα στράφηκε στο αν άρεσε στο σοφό, το βασίλειο έτσι όπως ήταν διαμορφωμένο. Αυτός, αφού σκέφτηκε λίγο, του απάντησε πως κάπου θα υπάρχει κάτι καλύτερο, έστω και μόνο στη φαντασία. Πως πάντα θα υπάρχει ένας καλύτερος κόσμος, ένας κόσμος ιδεατός, όπου όλα βαίνουν κατ' ευχήν. Ο 'Αρχοντας συνοφρυώθηκε και του ζήτησε εξηγήσεις: πού δηλαδή υπάρχει αυτός ο κόσμος, ποιός κυβερνάει και τα λοιπά; Ο σοφός του 'πε, πως δε ξέρει λεπτομέρειες γι' αυτόν κι αν υπάρχει καν κάτι τέτοιο πραγματικά, αλλά μπορεί να του το περιγράψει. Με λίγα λόγια, δεν υπήρξε κανένα σημείο, με μια μικρή έστω επαφή. Οπότε ο σοφός σκέφτηκε να του ζωγραφίσει αυτό που 'θελε να πει κι έτσι κατέληξαν εκεί. Αποσύρθηκαν, κι ο σοφός πήγε στο δωμάτιο κι ετοίμασε τα σύνεργα της ζωγραφικής. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες δούλεψε με ζήλο και στο τέλος της τέταρτης μέρας το έργο ήταν έτοιμο. Ειδοποίησε τον 'Αρχοντα με κάποιον υπηρέτη κι ετοιμάστηκε για τη δεύτερη συνάντηση!
Η συνάντηση έγινε στο ίδιο δωμάτιο κι ο 'Αρχοντας εμφανίστηκε μ' άλλα πιο όμορφα ρούχα και πιο πλούσια στολίδια. Ο σοφός με τα ίδια απλά ρούχα, έφερε κι άνοιξε το πίνακα στο μέσο του δωματίου, κοντά στο φως κι ο άλλος παραξενεμένος, έριξε μια βιαστική ματιά στο έργο. Δε κατάλαβε αμέσως, χρειάστηκε να κοιτάξει αρκετή ώρα, ξανά και ξανά το πίνακα σπάνιας ομορφιάς, πού 'χε φιλοτεχνήσει ο σοφός. Όπως είναι ήδη γνωστό, έδινε ζωή σε κάθε του δημιούργημα. Αυτό έκανε και τώρα, με περισσή μαεστρία. Τόση, που ακόμα κι ο 'Αρχοντας, αδαής όντας, έστω και με κάποια καθυστέρηση, είδε το νόημα του πίνακα. Εξοργίστηκε τόσο, βλέποντάς το, που διάταξε να τον συλλάβουν πάραυτα, ως υποκινητή ανταρσίας. Έψαχνε την αιτία να τον βγάλει απ' τη μέση και τη βρήκε σε τούτο το πίνακα. Ο σοφός θα παρέμενε έγκλειστος στο μπουντρούμι μέχρι να δικαστεί απ' τους δικαστές "δίκαια", οι οποίοι ήταν όλοι συγγενείς του ηγέτη και προσέβλεπαν στην εύνοιά του.

Ο δόλιος χωρίς να γνωρίζει πως η μοίρα του είχε προδιαγραφεί, περνούσε τις ώρες του στο κελλί του, στεναχωρημένος. Ζήτησε να του φέρουν τα σύνεργα της ζωγραφικής κι ευτυχώς δεν του το αρνήθηκε κανείς. Έτσι περνούσε ο χρόνος καλύτερα, μέχρι τη δίκη του που αργούσε ακόμα. Κάποιος φύλακας, ωστόσο, χρειάστηκε μια συμβουλή. Ο σοφός το βοήθησε, όπως έκαμε πάντα κι ο φύλακας, από ευγνωμοσύνη, του ξεφούρνισε τη σκληρή πραγματικότητα. Του 'πε πως τον έχουν ήδη προγράψει, πως η δίκη του θα 'ναι παρωδία κι ότι θα κρεμαστεί στη κεντρική πλάτεια, για παραδειγματισμό.
Ο σοφός πραγματικά φοβήθηκε πολύ και προσπάθησε να σκεφτεί μια λύση που θα μπορούσε να τον βγάλει απ' αυτή τη δύσκολη θέση. Έπειτα από πάρα πολύ σκέψη βρήκε τη πιο έξυπνη. 'Αρχισε αμέσως να δουλεύει με τα σύνεργά του πυρετωδώς κι ετοίμασε, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, μια ζωγραφιά υπέροχη στο τοίχο κι άλλη μια σ' ένα τελάρο του. Η ζωγραφιά στο τοίχο ήταν μια όμορφη πόρτα, με το κλειδι της, που 'ταν όπως η αληθινή. Με μια απλή κίνηση γύρισε το κλειδί, την άνοιξε κι έφυγε απ' το μπουντρούμι.
Προχώρησε μέχρι τη θάλασσα, με τον άλλο πίνακά του παραμάσχαλα και μόλις έφτασε 'κεί, τον έριξε στη θάλασσα. Ο πίνακας έδειχνε μια όμορφη βάρκα, γερό σκαρί και καλοτάξιδο. Μπήκε μέσα και τράβηξε σ' άγνωστους κόσμους. Ποτέ κανείς δεν έμαθε τι απόγινε. Ποιός ξέρει; Μπορεί να βρήκε κάποιο καλύτερο κόσμο, ίσως να το ζωγράφισε, πάντως γλύτωσε απ' τα νύχια του Μακελάρη.

Όσο για τον 'Αρχοντα... ε... πάντα είναι γνωστή η τύχη που 'χουν, όλου του κόσμου οι ανάξιοι ηγέτες που κυβερνάνε άθλια τη πατρίδα τους!

το διάβασα στο :
http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=1174