Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

PAUL MORAND - L' homme presse


Έμαθα πως η ορμή μου είναι μέσα μου, και μόνον μέσα μου, και πως είναι μια θαυμάσια δυνητική δύναμη, που βρίσκεται πάντοτε στη διάθεσή μου.

Ήρωας: Ο Πιερ Νοξ είναι ένας πάρα πολύ βιαστικός άνθρωπος, που ζει με το μάτι καρφωμένο στον καρπό όπου βρίσκεται το ρολόι του. Η ακαριαία δράση είναι το δόγμα του κι η βιασύνη η δεύτερη φύση του. Όταν όλοι βρίσκονται στο σήμερα, αυτός βρίσκεται πάντα στο αύριο. Έχει την αρχή “δύο πράγματα ταυτόχρονα αν είναι δυνατόν” κι εύχεται να τυπώνονταν οι εφημερίδες σε χαρτί υγείας. Του είναι αδύνατο να σταθεί σε μια θέση κι είναι διάσημος μεταξύ των φίλων του για την ταχύτητα με την οποία ξυρίζεται: 2 λεπτά και 28 δευτερόλεπτα!

Θέλω να αισθάνομαι ότι ορμώ μπροστά με τη θέληση μου, θέλω τρένα του τρόμου, κομμένη ανάσα, κενό στο στομάχι, θέλω να πίνω τη ζωή μονορούφι.

Αναρωτιέται τι νόημα έχει να ταξιδεύει κανείς, όταν περνά τις περισσότερες ώρες σε αίθουσες αναμονής. Πηδάει έξω απ’ το ταξί χωρίς να περιμένει το φρενάρισμα του οδηγού κι εξοργίζεται όταν αργεί να έρθει ο σερβιτόρος. Διαθέτει έναν ολόκληρο μηχανισμό κατά των ανεπιθύμητων επισκέψεων: κρύβει τα καθίσματα, ανοίγει τα παράθυρα να μπει κρύο, βάζει καπέλο και γάντια σαν έτοιμος να φύγει! Μεγαλώνει τα φυτά με χημικούς επιταχυντές ανάπτυξης και μονολογεί: Όταν κοιμάμαι, μου κλέβουν τις ακριβές μου ώρες. Ο ύπνος είναι αδικαιολόγητος.

Με τις γυναίκες; Μπερδεύει το πρώτο ραντεβού με το τελευταίο, τις καταπίνει “σαν να ‘πινε απ’ το μπουκάλι χωρίς ν’ ακουμπά τα χείλη του”, τις καταβροχθίζει χωρίς να τις αφομοιώνει και εξαφανίζεται προτού καν εκείνες προλάβουν να πουν ουφ. Δεν υπάρχει λόγος ένα τρένο του έρωτα να μην είναι εξπρές.


Αυτό που μας κατατρώει, δεν είναι τόσο η επιβεβλημένη, παρατεταμένη αναμονή, όσο αυτές οι αδιόρατες παύσεις κι αυτές οι αυτοματικές χειρονομίες, που αφήνουν την ημέρα διάτρητη σαν να’ ταν ξαφριστήρι: να μασάς τις τροφές, να ξύνεις το μολύβι, να ψάχνεις ψηλαφιστά τα κουμπιά του ασανσέρ, να βάζεις νερό στο σώμα του καλοριφέρ, να περιμένεις το σκύλο να κάνει τα κακά του, να παρηγορείς μια γυναίκα… (σ. 61-62)

Ο Μοράν, μετρ της νουβέλας ως λογοτεχνικού είδους, εδώ δεν επιλέγει απλώς ένα πρωτότυπο θέμα αλλά και το βγάζει εις πέρας με απολαυστική γραφή. Από την αρχή μας κάνει να κατασυμπαθήσουμε αυτόν τον “φιλόσοφο του μισού δευτερολέπτου” που μας παίρνει παραμάζωμα στην δονκιχωτική του προσπάθεια να δαμάσει το χρόνο, ελαχιστοποιώντας κάθε χρονοβόρα διαδικασία, σχεδόν εξαφανίζοντας τον εαυτό του για χάρη της συνεχούς κίνησης.

Δεν περιορίζεται στην απόδοση αυτής της πυρετικής καρικατούρας, αλλά ως πρώιμος μοντερνιστής και κομψότατος στυλίστας της γραφής σμιλεύει ένα – προφανώς – χιλιοδουλεμένο λογοτεχνικό κομψοτέχνημα, με πλούτο λέξεων, εκφράσεων και ποιητικών εικόνων. Από την άλλη, οικοδομεί ενδιαφέρουσα πλοκή, με τον Νοξ να εργάζεται ως …συλλέκτης αρχαίων αντικειμένων, να αγοράζει ένα ερειπωμένο μοναστήρι με σκοπό την ανακαίνισή του, να εισχωρεί στους κόλπους μιας γυναικοκρατούμενης εστίας, να παντρεύεται μια γυναίκα που του προσφέρει όλες τις απολαύσεις αλλά αδυνατεί μέσα στην μανιώδη του παραφορά να τις ζήσει. Πού θα καταλήξει όλη αυτή η φρενήρης πορεία;

Ο Μοράν εδώ εμφανίζεται ως πνευματικό τέκνο του Ανρί Μπερξόν και του έργου του Χρόνος και Ελεύθερη Βούληση.
Σύμφωνα με τον Μπερξόν, η εσωτερική ζωή της ανθρώπινης συνείδησης έχει το δικό της ιδιόρρυθμο ρολόι, που καμία σχέση δεν έχει με τον καθιερωμένο μετρητή του καθημερινού ιστορικού χρόνου.
Αυτή η παραφορά για την οποία είμαι υπερήφανος είναι άραγε η ταχύτητα; Ή μήπως μια μεταμφιεσμένη αργοπορία, ένα μέσο… να αναβάλλω το μεγάλο άλμα που κάθε άνθρωπος οφείλει να κάνει στο άγνωστο; (σ. 98 )

Paul Morand: 1888-1976. Γέννημα Παρισίων, διπλωμάτης, κοσμοπολίτης, λάτρης των αυτοκινητιστικών αγώνων και της τζαζ, ταξιδευτής και πάνω απ’ όλα ένας παραγωγικός λογοτέχνης αλλά και μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη μορφή της γαλλικής κουλτούρας.

Η δυστυχία μου είναι πως είμαι ακριβής. Περνώ τη ζωή μου αναμένοντας. // Διαπιστώνω μια ασυμφωνία ανάμεσα στο ρυθμό μου και στο ρυθμό του περιβάλλοντός μου. // Αυτό που μας καθυστερεί τόσο είναι πως κάνουμε μόνο ένα πράγμα τη φορά. // Την ημέρα που η βραδύτητα θα είναι πιο δυνατή από μένα, θα πεθάνω από ασφυξία.
................................................
Ποιός ξέρει; Ίσως εκεί ψηλά υπάρχει ανταμοιβή γι’ αυτούς που τόσο ταλανίστηκαν περιμένοντας τους άλλους, ένας παράδεισος όπου τα λεωφορεία φεύγουν και οι γυναίκες φτάνουν στην ώρα τους, όπου τα λόγια χωρούν σε δέκα λέξεις, όπου τα αποτελέσματα και οι αιτίες πηγαίνουν χέρι χέρι… (σ. 44).

Eκδόσεις: Ίνδικτος 2005
Μετάφραση: Ολυμπία Γλυκιώτη
Πηγή: http://www.mic.gr/books.asp?id=15225