Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

ΑΝΑΪΣ ΝΙΝ

Αισθησιασμός, δύναμη, πάθος, ερωτισμός … χωρίς ίχνος χυδαιότητας.



Henry & june (Anais Nin)
…………………..
Πόσο πιεστικό είναι το πέπλο μου, το πέπλο που ο Χένρι παλεύει να κάνει κομμάτια, το πέπλο που είναι ο φόβος μου για την πραγματικότητα. Περπατάμε προς το δωμάτιό του, και δεν νιώθω το έδαφος κάτω από τα πόδια μου, νιώθω μονάχα το κορμί του να πιέζει το δικό μου. «Κοίτα, είναι σκισμένο το χαλί στα σκαλοπάτια», μου λέει. Αλλά εγώ δεν βλέπω τίποτα, δεν νιώθω τίποτα, παρά μόνο την ανάβαση. Το σημείωμά μου είναι στα χέρια του. «Διάβασέ το», του λέω στο κεφαλόσκαλο. «Διάβασέ το, κι έπειτα θα φύγω». Δεν φεύγω, όμως. Τον ακολουθώ.

Στο δωμάτιό του, δεν βλέπω τίποτα. Με παίρνει στην αγκαλιά του, και το κορμί μου λιώνει. Η τρυφερότητα των χεριών του, η απροσδόκητη διείσδυση, μέχρι το μεδούλι μου, αλλά χωρίς βιαιότητα. Τι αλλόκοτη, τι ευγενική και τρυφερή δύναμη!

Κι εκείνος φωνάζει, «είναι όλα τόσο εξωπραγματικά, τόσο ωραία, τόσο γρήγορα».
……………………………………………
Πώς μου επέβαλε την αλήθεια του; Ήμουν έτοιμη ν’ αποδράσω απ’ την φυλακή των φαντασιώσεών μου, κι εκείνος με παίρνει στο δωμάτιό του, κι εκεί ζούμε πάλι ένα όνειρο, και όχι μια πραγματικότητα. Με βάζει εκεί που θέλει να με βάλει. Παραζάλη. Λατρεία. Όνειρο. Κι όλα τ΄ άλλα, κάθε τι στη ζωή του να εξαλείφεται, να χάνεται. Μια καινούργια ψυχή εμφανίζεται στην ώρα της. Είναι το ποτό που σε κοιμίζει, όπως στα παραμύθια. Είμαι ξαπλωμένη και η μήτρα μου φλέγεται, κι εκείνος μόλις που το προσέχει.
………………………
Θέλει να με ξαναδεί. Τον περιμένω στην πολυθρόνα, μέσα στο δωμάτιό του. Καθώς σκύβει και με γεμίζει φιλιά, είναι ξένος, είναι μακριά απ΄ όλες τις σκέψεις μου. Με κατακτάει έπειτα, με την πείρα του. Με κυριεύει και με το μυαλό του. Κι εγώ μένω σιωπηλή. Μου λέει ψιθυρίζοντας, τι πρέπει να κάνει το κορμί μου. Υπακούω και νιώθω καινούργια ένστικτα να με κατακλύζουν. Μ΄ έχει κάνει δική του. Τρελαίνομαι, καθώς είμαι πλαγιασμένη στο σιδερένιο κρεβάτι του, με τα μαύρα εσώρουχά μου νικημένα και ποδοπατημένα. Και την ερμητική μου μυστικότητα τσακισμένη για μια στιγμή, από έναν άντρα που αποκαλεί τον εαυτό του «τελευταίο άντρα της γης».
…………………………
Διαφεύγει. Θάλλει. Ακτινοβολεί, η χαρά μου. Δεν μπορώ να την κρύψω. Είμαι γυναίκα. Μ΄ έχει υποτάξει ένας άντρας. Ω, η χαρά μιας γυναίκας που βρίσκει έναν άντρα να την υποτάξει, η χαρά της θηλυκότητάς της που παραδίνεται στα δυνατά του μπράτσα.
…………………………
Θέλω να είμαι εκεί που είσαι κι εσύ. Να πλαγιάζω πλάι σου όταν κοιμάσαι. Ω, Χένρι! Φίλησέ μου τις βλεφαρίδες, βάλε τα’ ακροδάχτυλά σου στα μάτια μου. Δάγκωσέ μου το αφτί. Τράβηξε προς τα πίσω τα μαλλιά μου. Έχω μάθει να σε ξεκουμπώνω τόσο γρήγορα. Να σε παίρνω στο στόμα μου, όλον! Ω, τα δάχτυλά σου, η κάψα σου, η τρέλα μας! Οι κραυγές του πόθου και της ηδονής μας. Μια κραυγή για κάθε χτύπημα του κορμιού σου πάνω στο δικό μου, μέσα στο δικό μου. Κάθε μας ένωση κι ένα κέντρισμα χαράς. Σαν να βρίσκομαι σε μια σπείρα. Αγγίζεις τον πυρήνα μου, Χένρι. Η μήτρα μου σε ρουφάει. Ανοίγει και κλείνει. Σε παίρνει μέσα της. Τα χείλη μας σπαρταράνε. Οι γλώσσες μας χτυπιούνται, μοιάζουν με φίδια, ελίσσονται. Ω, πώς λιώνουν όλα μέσα μου. Ω, πώς εκρήγνυνται τα αιμοσφαίριά μου, τα κύτταρά μου – όλα! Διαλύομαι. Νιώθω πως διαλύομαι!