Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ

ΟΦΗΛΙΑ
Στον καναπέ κουρνιάζοντας και μισομουδιασμένη
με το χέρι να λιγοθυμά απ’ το τηλεκοντρόλ
δεν θα τον δεις.
Όμορφη και κρυστάλλινη σαν τα νερά του καταρράχτη
έσκαβε μέχρι να σ’ ελευθερώσει,
στην θάλασσα να περπατάς του αληθινού σου χρόνου.
Έσκαβε μες στο ψέμμα των εικόνων.
Κόλλα το αυτί στο μαξιλάρι
στον βρύα γιομάτο της βελανιδιάς
εκατόχρονο κορμό.
Άκουσε την ανάσα του.
Φωνούλες παιδικές κυλιούνται στο χορτάρι,
τα χρόνια, τα κουρέλια της ψυχής.
Και θα συναντηθείτε. Στο φέγγος του κεριού.
Στου μαρτυρίου το σέλας.


από τη συλλογή του Δημήτρη Κοσμόπουλου "Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι"

Μια από τις σημαντικότερες σύγχρονες ποιητικές φωνές, ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, παρουσίασε πρόσφατα το νέο βιβλίο του, με τον φαινομενικά παράδοξο τίτλο «Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι».

Χρησιμοποιώντας ως προσωπείο τον γνωστό Ρώσο σκηνοθέτη και με βάση τις τελευταίες ημερολογιακές καταγραφές του που έχουν εκδοθεί με τον τίτλο «Μαρτυρολόγιο», ο ποιητής ανανεώνει τα εκφραστικά του μέσα εμβαθύνοντας σε σταθερά μοτίβα της παλαιότερης θεματολογίας του τα οποία, ωστόσο, εδώ παίρνουν έναν επιτακτικότερο και μεταφυσικότερο χαρακτήρα, υποτασσόμενα στην βασανιστική αναμονή και μελέτη ενός επερχόμενου θανάτου.
Παρά τις πικρές αναμνήσεις (λ.χ. «Νερό, βροχή, ποτάμια, χιόνι, άνεμος απ’ τα δάση της πατρίδας, σαπίζει εντός μου») και τον αναπόφευκτο σ’ αυτές τις περιπτώσεις αγωνιώδη απολογισμό της ζωής (λ.χ. στο «Κύλισμα»), δεν πρόκειται για ένα βιολογικό τέλος που αναμένεται με φόβο και εγκόσμια λύπη, αλλά ένα προσδοκώμενο γεγονός που στάζει αναστάσιμο φως, αξιολογείται ως λύτρωση οριστική απ’ τις δυσβάστακτες καθημερινές μέριμνες και ερμηνεύεται με όρους ευαγγελικούς, της Θηβαΐδας του Βορρά.
Η μνήμη του (επικείμενου) θανάτου και η προσμονή της συνάντησης με το Θεό(«Ευχαριστώ, γιατί στο φως αυτού του σκοταδιού/θα δω το προσωπό σου») δεν χαρακτηρίζονται από κανενός είδους αβεβαιότητα ή αγνωστικισμό, αφού το προσδοκώμενο παραδείσιο αλλού λαμβάνει τη μορφή γυρισμού στην αγία ρωσική γη, δηλαδή στον γενέθλιο τόπο. Νοείται, δηλαδή, ως επιστροφή της καταστατικής ανθρώπινης ανεστιότητας και απόθεση της παρουσίας στον δωρεοδότη της.

Έτσι εκπληρώνεται ξεκάθαρα το όνειρο του προπατορικού νόστου: η ξενιτιά του ποιητή από την πατρώα γη για λόγους βιοποριστικούς βρίσκει το ανάλογό της στην υποχρεωτική εξορία του σκηνοθέτη από τον τόπο του (επειδή θεωρούνταν ανεπιθύμητος από το σοβιετικό καθεστώς), στην καταδίωξή του από τον υπουργό της κινηματογραφίας Γερμάς, στην περιπλάνησή του σε ξένα τοπία όπου ο αντικειμενικό χρόνος της φύσης (η μαγευτική Τοσκάνη της ταινίας «Νοσταλγία») συγκρούεται με τον υποκειμενικό χρόνο της ψυχής, στην σταυρική εντέλει πορεία του («Σείσμα») η οποία όμως βρίσκει «έξοδο» στην Ανάσταση που του προσφέρει ο Χριστός ως «φωτερή σαγήνη».

Μια πράξη πίστεως είναι η ποίηση του Κοσμόπουλου, ένα θαρραλέο αντίκρυσμα του θανάτου με πόνο προσευχόμενης ψυχής. Και γι’ αυτό στάζει αίμα.