Τρίτη, 16 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ


Ένα κοριτσάκι γύρευε μια φορά από τη μάνα της το φεγγάρι. Αλλά η μάνα της που ήτανε πονηρή και δεν ήξερε τι να κάνει πήγε σ’ ένα μαγαζί και ρώτησε πόσο κάνει το φεγγάρι. Ο υπάλληλος του μαγαζιού την κοίταξε με ύφος παράξενο και της είπε: «Δεν πάτε αλλού να κοροϊδέψετε κυρία μου» - αλλά η κυρία επέμενε λέγοντας: «Πήγαινέ με στο Διευθυντή αλλιώς το κοριτσάκι μου θα πεθάνει». Και την πήγανε τέλος πάντων στο Διευθυντή. «Κυρία μου εμείς δυστυχώς δεν πουλάμε το φεγγάρι. Γιατί δεν πηγαίνετε στο φαναρτζίδικο κι ίσως εκείνοι θα σας πούνε πού να πάτε».

Και πήγε η δυστυχισμένη στο φαναρτζίδικο και ζήτησε το φεγγάρι. Και της είπανε: «Τώρα ήρθες ευλογημένη – αν ερχόσουνα πέντε λεπτά πριν κάτι θα γινότανε – αλλά τώρα έφυγε ο πρώτος φαναρτζής που ανάβει κάθε νύχτα το φεγγάρι».
Τότε πήγε γυρεύοντας τον φαναρτζή σπίτι του.
Κι άνοιξε η γυναίκα του φαναρτζή – και της είπε γιατί ήταν ανάγκη – και τον ξύπνησαν- κι αγουροξυπνημένος καθώς ήτανε της λέει:
«Τρελαθήκατε κυρία μου, το φεγγάρι έχει ώρες που έφυγε. Πώς θέλετε να το φέρουμε πίσω; Πηγαίνετε στο βασιλιά κι ίσως εκείνος να σας κάνει αυτή τη χάρη».

Και έτρεξε στο βασιλιά και τον παρακάλεσε να ξαναφέρει το φεγγάρι, γιατί ήθελε να το ’χει η κόρη της να παίξει. Κι ο βασιλιάς κατσούφιασε και φώναξε τον αστρολόγο, κι ο αστρολόγος ξύνοντας το κεφάλι του είπε:

«Μεγαλειότατε ένας μόνο μπορεί να φέρει πίσω το φεγγάρι που έφυγε από τη γη. Ο μέγας μάγος».
«Και πού μένει αυτός», ρώτησε ο βασιλιάς.
«Μένει σε μια σπηλιά σ’ ένα βουνό»
«Φωνάξτε τον», είπε ο βασιλιάς και τον φέρανε. Κι ο Μέγας Μάγος ρώτησε αν το κοριτσάκι ήταν φρόνιμο, αν έτρωγε το φαγητό του και αν είχε καλούς τρόπους.
Και του είπανε πως ήταν φρόνιμο, πως έτρωγε το φαγητό του και πως είχε καλούς τρόπους.
Και τότες ο Μέγας Μάγος κουνώντας τα δάχτυλά του άρχισε να τραβάει το φεγγάρι πίσω στη γη. Και το φεγγάρι άρχισε νάρχεται και να πλησιάζει, κι όλοι τρομάξανε πολύ κι είπανε να σταματήσει.

Αλλά ο Μέγας Μάγος είπε: «Τώρα πια είναι αργά. Μόνο αν θέλει το κοριτσάκι να σταματήσει, θα σταματήσει το φεγγάρι νάρχεται».
Κι έγινε πανικός στον κόσμο: γιατί μεγάλωνε τόσο πολύ το φεγγάρι όσο πλησίαζε και σε λίγο θάτρωγε τη γη ολόκληρη. Τρέξανε λοιπόν να βρουν το κοριτσάκι – να την πείσουνε ν ’αφήσει το φεγγάρι να φύγει.
Αλλά εκείνη έλεγε: «Θέλω το φεγγάρι». Και το φεγγάρι ερχότανε. Τότε της τάξανε – ο ίδιος ο βασιλιάς – να γίνει βασίλισσα της γης, αλλά ν’ αφήσει το φεγγάρι.
Μα το κοριτσάκι αρνήθηκε κι έλεγε: «Θέλω το φεγγάρι – δεν θέλω τίποτα άλλο».

Κι έγινε απελπισία μεγάλη – και το ρολόι της σκέψης στο μυαλό ολονών σταμάτησε – αλλά κάποιος βρέθηκε – ένας γελωτοποιός – που είπε: «Και γιατί να μη φτιάξουμε ένα φεγγάρι ψεύτικο και να της το πάμε και να νομίζει πως ήρθε», και τρέξανε στα μαγαζιά και παραγγείλανε στους φαναρτζήδες ένα φεγγάρι ολομέταξο μ’ ένα φανάρι μέσα για να φέγγει και το πήρανε οι σαλτιμπάγκοι που ντύθηκαν άνθρωποι του φεγγαριού και το πήρανε στο σπίτι του κοριτσιού και το κοριτσάκι ευχαριστήθηκε πολύ – και γέλασε, και είπε:
«Ευχαριστώ φεγγάρι που ήρθες – τώρα μπορείς να φύγεις».

Κι άρχισε πάλι να φεύγει το φεγγάρι τ’ αληθινό κι όλα γινότανε πάλι όπως πριν, κι από τότες κάθε χρόνο περιδιαβάζουνε ένα φεγγάρι ψεύτικο τις απόκριες στους δρόμους για να γιορτάσουνε την απολύτρωσή τους από το φεγγάρι που ερχόταν, και ντύνονται για να γελάσουν οι άνθρωποι της γης – άνθρωποι του φεγγαριού».

ΝΑΝΟΥ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ από το βιβλίο του
Ο ΟΜΙΛΩΝ ΠΙΘΗΚΟΣ ή ΠΑΡΑΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
(Εκδόσεις Αιγόκερως 1986)