Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

CARLOS FUENTES

ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ
μτφρ.: Μαργαρίτα Μπονάτσου
εκδ.: Καστανιώτη

«Η τυραννία του ήταν μια ευγενική χειρονομία που μας απάλλαξε από την ελευθερία. Εμείς δημιουργήσαμε τον τύραννο, σαν ο ίδιος να μην το επιθυμούσε. Χρειαζόμασταν την εξουσία αλλά φοβόμασταν να την ασκήσουμε. Ας συνεχίσουμε να πιστεύουμε ότι δίνοντας όλη μας τη δύναμη στον πατέρα, όχι μόνο δεν θα φέρουμε καμία ευθύνη, αλλά δεν θα έχουμε και κανένα ελάττωμα» (σ. 399-401).

Οι χαρακτήρες των 16 ιστοριών του σπονδυλωτού φουεντικού μυθιστορήματος συχνότατα υφίστανται οικειοθελώς κάθε μορφή οικογενειακής εξουσίας, σε οικιακές εστίες - αρένες συναισθηματικών, σωματικών και ψυχολογικών κατασπαράξεων. Αν στο μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής παραγωγής του αειθαλούς μεξικανού συγγραφέα το ονειρικό και το εξωλογικό συνυπάρχουν με το ρεαλιστικό, εδώ δεν υπάρχει θέση για καμία φαντασιακή διαφυγή. Αντιθέτως, γι' άλλη μια φορά η Ιστορία αποδεικνύεται το θυσιαστήριο κάθε μορφής ατομικότητας.

Σε «Μια συνηθισμένη οικογένεια» οι άντρες αγωνίζονται ενάντια σε μια διεφθαρμένη κοινωνία, όπου η συνενοχή υποδηλώνεται με το «κλείσιμο του ματιού». Ο πατέρας Παστόρ Παγάν, έχοντας εργαστεί τίμια σε όλη του τη ζωή, αποτελεί πρόκληση για το αφεντικό του, που επιμένει πως στο Μεξικό όλοι είναι εξαγοράσιμοι, από την κυβέρνηση μέχρι το τελευταίο μπακάλικο, και τον παγιδεύει για να αισθανθεί αναπόδραστα «εξαγοράσιμος». Ο γιος του επιθυμεί με τη σειρά του να αποδείξει πως μπορεί να αντισταθεί ακόμα και εργαζόμενος στον ίδιο μηχανισμό διαφθοράς, μέχρι να αντιληφθεί πως με κάθε του κίνηση αποτελεί μέρος του πλέγματός της. Αμφότεροι συνειδητοποιούν πως κανείς τους δεν εξουσιάζει τη ζωή του, ενώ οι γυναίκες της οικογένειας παραιτούνται από τη ζωή με άλλης μορφής οικιακούς αυτοπεριορισμούς (ταύτιση με τη στιχουργική των μπολερό ή με ριάλιτι τηλεοπτικές περσόνες). «Η ένοπλη οικογένεια» αφορά τον διχασμό ενός στρατηγού ανάμεσα στο καθήκον και την αγάπη για τον γιο του που φεύγει επαναστάτης στα βουνά. Μπροστά στο ενδεχόμενο της αυτοπρόσωπης σύλληψης και καταδίκης του, παρασύρει τους άντρες του σε μια άχρηστη, φασματική εκστρατεία καταδίωξής του. Σε αυτό το σύμφωνο εξαπάτησης συναινούν και οι στρατιώτες, που γνωρίζουν το μάταιο του εγχειρήματος, αλλά ο επαναστάτης τελικά θα προδοθεί από τον αδελφό του, ενώ η ηρωική στάση του πατέρα θα αποτελέσει «το προάγγελμα ενός ελάχιστα λαμπρού μέλλοντος» σε έναν βαθύτατα διεφθαρμένο μηχανισμό.

«Η Πιετά» αφορά μια σπαρακτική επιστολική επικοινωνία ανάμεσα σε μια μητέρα και τον δολοφόνο της κόρης της. Εκείνη αγωνίζεται να του γνωστοποιήσει τον χαρακτήρα και την πνευματικότητά της, ενώ εκείνος προσπαθεί να ερμηνεύσει την αψυχολόγητη αντίδρασή του: κουβαλώντας αιώνες ταπείνωσης της ινδιάνικης, ιθαγενούς καταγωγής αρνήθηκε να υπάρξει ως υποδειγματικός Μεξικανός, «μια ποσόστωση μεταξύ δύο πλευρών, παντού εκτός τόπου, ένα πρόσχημα να αισθανθούν οι άλλοι ανθρωπιστές». Ο Νικάσιο εξεγέρθηκε μέσω ενός αγέρωχου βλέμματος, που προκάλεσε τον φόβο στην άτυχη Αλεσάντρα και αποτέλεσε τον καταλύτη της επίθεσής του. Θα αποδεχόταν κάθε φυσική απέχθεια ή κοινωνική περιφρόνηση, αλλά της στέρησε κάθε δικαίωμα να νιώσει φόβο εξαιτίας της καταγωγής του. Μια άλλη σπαρακτική συνομιλία υφαίνεται ανάμεσα στον πατέρα Αλεχάντρο Σεβίλια, επί τριακονταετία σταρ του μεξικανικού κινηματογράφου και τον ανάπηρο και παρατημένο για χρόνια γιο του («Ο γιος του αστεριού»). Η έξοδος του πρώτου από την ψεύτικη φυλακή των φανταστικών περιπετειών στον θλιβερό μικρόκοσμο της οικογενειακής κακοτυχίας μοιάζει αδύνατη, η ζωή του, ένα «ροζάριο με τις βλακείες της ύπαρξής του». Οταν ο μικρός επιχειρεί να γνωρίσει τον πατέρα του μέσα από τη μόνη προσφερόμενη δίοδο (βιβλία και καρτ-ποστάλ με τις τοποθεσίες των ταινιών), ο Αλεχάντρο επιχειρεί να εκκινήσει για την πραγματική ζωή, αλλά είναι αργά: οι τραγικοί πρωταγωνιστές καταλήγουν σε ένα πανηγύρι, μαζί με χαρακτήρες των άλλων ιστοριών, προς τέρψη του αδηφάγου κοινού.
Διαφορετικά είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει «Η προεδρική οικογένεια». Εδώ η αγωνία του Προέδρου της χώρας αφορά την εικόνα του, που θεωρεί πως καταστρέφεται από επιπόλαιες πράξεις του γιου του. Ο Πρόεδρος, με βασικό χαρακτηριστικό την τελετουργική κίνηση των χεριών του στις δημόσιες εμφανίσεις του (προφανές σχόλιο του Φουέντες για την κούφια θεατρικότητα των μεξικανών πολιτικών), αρνείται την αναγκαιότητα των φίλων, προκρίνοντας εκείνη των συνεργών, και παραληρεί υπέρ της αυθαιρεσίας και της απομόνωσης ως μόνης δυνατότητας επιβίωσης. Η σύζυγός του από την πλευρά της αγωνίζεται να τροφοδοτήσει τις ψευδαισθήσεις μιας οικογένειας που μοιάζει με φάρσα ηθοποιών που ποζάρουν συνεχώς χαμογελαστοί για να ξεχάσει ο λαός τις τόσες δυστυχίες και να κρατήσει την ψευδαίσθηση ότι το Μεξικό μπορεί να ευτυχήσει, γι' αυτό χαμογελάμε στις φωτογραφικές μηχανές, για να κάνουμε πιστευτό το αιώνιο ψέμα κάθε έξι χρόνια.

Στα «Συζυγικά δεσμά» συμπλέκονται φωνές συζύγων και εξωσυζυγικών εραστών. Ο Αλβάρο κακομεταχειρίζεται την άπιστη Κορντέλια αλυσοδένοντάς την ή αναγκάζοντάς τη να ξαπλώνει σαν νεκρή. Βασανίζοντάς την ισχυρίζεται πως ζει μόνο για εκείνη, πως ορίζει τον θάνατό της αναβάλλοντάς τον. Μη μου πεις ότι ο θάνατος είναι η μέγιστη επιθετικότητα ενάντια στους εαυτούς μας γιατί εγώ θα σε κρατήσω στη ζωή για να μην έχεις δικαιολογίες. Η Κορντέλια δεν θα αποδράσει, επειδή «σύζυγοι σημαίνει φυλακισμένοι μαζί», επειδή κανένας άλλος δεν θυμάται την ομορφιά της όταν ήταν νέα. Στη «Μάνα του μαριάτσι» η βία δεν είναι ενδοοικογενειακή αλλά προέρχεται από τον συνοικιακό περίγυρο. Η ηρωίδα έχει λανθασμένα πιστέψει πως η μουσική των εθνικών τροβαδούρων αλλά και του ίδιου του γιου της, πλανόδιου μουσικού, μπορεί να θεραπεύει τη βία της γειτονιάς. Οταν εκείνος, πρώην παράνομος των παράδρομων, ανταλλάσει την απελευθέρωσή του με την αστυνομική ιδιότητα, εκείνοι τον εκδικούνται τραυματίζοντας ανεπανόρθωτα τις φωνητικές του χορδές. Η ημιθανής επιστροφή του στο οικογενειακό χαμόσπιτο ισοδυναμεί με παραίτηση από το όνειρό του. «Οταν καταφέρει να αντικρίσει τη μητέρα του εκείνη δεν γνωρίζει αν την αναγνώρισε και δεν θέλει να το παραδεχτεί ή δεν την αναγνώρισε και το παραδέχτηκε». Μόνη λύση, όπως για το μεγαλύτερο μέρος του μεξικανικού λαού, η εναπόθεση των ελπίδων στη θρησκεία.

Το συγκλονιστικότερα κείμενα αφορούν την πατρική εξουσία. Στη «Σκλάβα του πατέρα» ένας ιερέας ενός απομακρυσμένου χωριού, στα όρια του ηφαιστείου, έχει πάρει υπό την προστασία του τη δεκαεξάχρονη Μαγιάλντε, διχάζοντας τους κατοίκους μεταξύ υποκρισίας και φιλανθρωπίας. Της συμπεριφέρεται με σκληρότητα και ύποπτη τρυφερότητα και οργίζεται από την αγέρωχη υπερηφάνειά της, σε μια σχέση τριπλού πειρασμού: θείου, κοσμικού και ερωτικού. Οταν αποφασίσει να πειραματιστεί μαζί της φιλοξενώντας ένα νεαρό τραυματία ορειβάτη, το ζευγάρι θα ενωθεί πίσω από τον βωμό της Παρθένου Ειρήνης, με τα άμφια ως αυτοσχέδιο στρώμα και τη μυρωδιά του θυμιάματος και την αίσθηση της ιεροσυλίας ως διεγερτικά. Υστερα από μια αντιπαράθεση επιχειρημάτων και ειρωνειών, το τέλος θα είναι τραγικό για τους δύο, ενώ στον επιζώντα δεν μένει παρά η μόλυνση των ζωντανών με τη μνήμη.

«Ο αιώνιος πατέρας», από την άλλη, έχει δεσμεύσει με διαθήκη τις τρεις κόρες του να κάνουν ολονυκτία μπροστά στο φέρετρό του επί δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του. Εκείνες τον υπακούνε σαν να ήταν ζωντανός, αδυνατούν να νιώσουν ελεύθερες από το πένθος, καμία τους δεν αποτολμά τη ρήξη της ετήσιας τελετής. Εκεί μοιράζονται τις οδυνηρές μνήμες ενός σωματικού και ψυχολογικού καταπιεστή, που άλλοτε περίμενε να κάνουν το αντίθετο απ' ό,τι τους ζητούσε, «προσφέροντάς» τους την ευχαρίστηση της ανυπακοής και την εξιλέωση της τιμωρίας, κι άλλοτε τις εξανάγκαζε να αποκαλύπτουν οποιοδήποτε μυστικό, θριαμβολογώντας σε περίπτωση άρνησης: «Ενεργείς έτσι ή εξαιτίας της ντροπής που σου δημιουργεί η ευχαρίστηση ή εξαιτίας της ευχαρίστησης που σου δημιουργεί η ντροπή». Αιώνιες προνύμφες σε μόνιμη εκκρεμότητα, παθητικές σαν παιδικό παιχνίδι, αντικατέστησαν «την ανάγκη με την ελπίδα και την ελπίδα με την τελετουργία». Με αυτό το κενό τυπικό συνεχίζουν να αναβάλλουν τη ζωή τους. Τι θα απογίνουν χωρίς αυτή την προσδοκία;

Η γνώριμη φουεντική γραφή, ένας καταιγισμός λεκτικού πλούτου και πολυφωνικών αφηγήσεων σε μια οφιοειδή ή κυκλική ανάπτυξη (καθώς οι πολλαπλοί χαρακτήρες επανεμφανίζονται), αποδίδει ιδανικά αυτές τις οικιακές ζωές εν τάφω που βιώνουν χαρακτήρες κομπάρσοι στο απέραντο ανώνυμο έθνος της αποτυχίας και πέτρινα οικιακά είδωλα - έρμαια των οικογενειακών χειραγωγήσεων, «αποικήσεων» και διαστροφών. Ανάμεσα στις ιστορίες μεσολαβούν ποιητικοί «χοροί» που τραγωδούν σαν συλλογικά αντηχεία την ανυπόφορη ζωή στο Μεξικό της ενδημικής φτώχειας και των τετρακοσίων παιδιών αυτοχείρων ετησίως, τη χώρα των αρχηγών χωρίς τους οποίους όλοι βαδίζουν στα τυφλά, όπου το σπίτι μπορεί να είναι πιο επικίνδυνο από τον δρόμο: Ούτε καν να κοιτάς όποιον δεν είναι του δρόμου /εδώ τουλάχιστον είσαι πιο ασφαλής απ' ό,τι στο σπίτι σου.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας,
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=87950

CARLOS FUENTES
ΚΟΝΣΤΑΝΣΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΠΑΡΘΕΝΟΥΣ
μτφρ.: Γιαννοπούλου Έφη
εκδ.: Αγρα
Ο Κάρλος Φουέντες, στο απόγειο των δυνάμεών του, απλώνει τα φτερά της φαντασίας του για να ταξιδέψει στη Σαβάννα, το Κάντιθ, τη Γλασκώβη, τη Σεβίλλη και τη Μαδρίτη, στο χθες και το σήμερα. Οι ήρωές του, πρόσωπα σάρκινα και αιθέρια, ζουν σε κόσμους όπου τα πράγματα δεν είναι πάντοτε αυτό που φαίνονται∙ η «πραγματικότητα» αποκτά απρόσμενες διαστάσεις κι εμείς γινόμαστε πρωτοπόροι ή φαντάσματα.

Αυτή η συλλογή συγκεντρώνει πέντε νουβέλες που περνούν από τη σάτιρα στο πικαρέσκο και από την αφήγηση του μυστηρίου στο σουρεαλισμό.
Η Κονστάνσια είναι η Ισπανίδα σύζυγος ενός Αμερικανού γιατρού εγκατεστημένου στη Σαβάννα, στο Νότο των Ηνωμένων Πολιτειών. Κάποια μέρα η Κονστάνσια εξαφανίζεται και ο σύζυγός της φεύγει προς αναζήτηση των μυστικών δεσμών που ίσως υπήρξαν μεταξύ εκείνης και ενός μετανάστη Ρώσου ηθοποιού, σε μια εποχή που βρίσκεται έξω από το χρόνο των ρολογιών.

Στο «La Desdichada» (H Άμοιρη), δύο φοιτητές στην Πόλη του Μεξικού κλέβουν από τη βιτρίνα ενός καταστήματος μια κούκλα, την οποία ερωτεύονται σφόδρα.

Ο «Φυλακισμένος του Λάς Λόμας», που πίστευε πως θα μπορούσε να ζήσει μια ήρεμη και πολυτελή ζωή χάρη σε ένα μυστικό (σε μια «πληροφορία») το οποίο είχε εκμεταλλευτεί, μαθαίνει με μεγάλο κόστος τί σημαίνει να περιφρονείς τα ήθη και τα έθιμα των Μεξικανών χωρικών. Στο «Να ζήσει η φήμη μου», ένας Ισπανός ταυρομάχος του σήμερα, ο Γκόγια και το μοντέλο του η «Λά Πριβάδα», καθώς και ο εραστής της τελευταίας, ο διάσημος ταυρομάχος Πέδρο Ρομέρο, ζουν βίους παράλληλους και τεμνόμενους σε ένα χρόνο που ίσως ανήκει στο θάνατο, ίσως και να τον υπερβαίνει απλώς.
Στο «Άνθρωποι της λογικής», δύο αρχιτέκτονες, δίδυμοι αδελφοί, και ο μέντοράς τους, ο Σαντιάγκο Φεργκουσόν, προσεγγίζουν αυτό που κρύβεται πισω από το ορατό και ανακαλύπτουν το βαθύτερο νόημα της αρχιτεκτονικής.
Ο χρόνος, ο θάνατος, ο έρωτας, τα διπλά πρόσωπα, τα φαντάσματα του παρελθόντος, η παρουσία των απόντων υφαίνουν την πλοκή αυτών των γεμάτων μυστήριο αφηγήσεων, μέσα στις οποίες ο συγγραφέας αφήνει να διεισδύσουν οι σκέψεις του για τον σύγχρονο κόσμο και τη λειτουργία της τέχνης.

Βιογραφία
O Kάρλος Φουέντες γεννήθηκε στην Πόλη του Μεξικού, το 1928. Γιός διπλωμάτη, πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αργεντινή και τη Χιλή. Αργότερα ακολούθησε κι ο ίδιος τη διπλωματική σταδιοδρομία. Υπήρξε πρεσβευτής του Μεξικού στη Γαλλία απ’ το 1975 ως το 1977. Θεωρείται ένας από τους βασικούς εκπροσώπους της σύγχρονης πεζογραφίας.
Το 1977 του απονεμήθηκε το βραβείο Romulo Gallegos (η υψηλότερη λογοτεχνική διάκριση της Λατινικής Αμερικής) για το μυθιστόρημα του TerraNostra, και, δέκα χρόνια αργότερα, το βραβείο Θερβάντες (η υψηλότερη λογοτεχνική διάκριση της Ισπανίας) για το συνολικό του έργο - ένα έργο εντυπωσιακό για τον όγκο του, αλλά και για τη συνοχή, από βιβλίο σε βιβλίο, ανανέωση των εκφραστικών μέσων.

Ο Φουέντες έχει γράψει μυθιστορήματα (Η πιο διάφανη περιοχή (1958), Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρούς (1962), Αλλαγή δέρματος (1967), TerraNostra (1975), Το κεφάλι της ύδρας (1978), Ο γέρο-Γκρίνγκο (1985), Ο αγέννητος Χριστόφορος (1987)κ.ά.), συλλογές διηγημάτων (Το τραγούδι των τυφλών (1964), Καμένο νερό (1981), Κονστάνσια και άλλες ιστορίες για παρθένους (1989), Η πορτοκαλιά (1994) κ.ά), κινηματογραφικά σενάρια, θεατρικά έργα και δοκίμια (Ο θαμμένος καθρέφτης (1992) κ.ά.).
Πρώτη δημοσίευση:
http://new.e-go.gr/exodos/article.asp?catid=6437&subid=2&tag=4885&pubid=1194586