Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Τέχνη
Έζησα τα πάθη σα μια φωτιά,
τάδα ύστερα να μαραίνονται
και να σβήνουν,
και μ' όλο που ξέφευγα απόνα κίνδυνο,
έκλαψα γι' αυτό το τέλος που υπάρχει σε όλα.
Δόθηκα στα πιο μεγάλα ιδανικά, μετά τ' απαρνήθηκα,
και τους ξαναδόθηκα ακόμα πιο ασυγκράτητα.
Ένοιωσα ντροπή μπροστά στους καλοντυμένους,
και θανάσιμη ενοχή για όλους τους ταπεινωμένους
και τους φτωχούς,
είδα τη νεότητα να φεύγει, να σαπίζουν τα δόντια,
θέλησα να σκοτωθώ, από δειλία ή ματαιοδοξία,
συχώρεσα εκείνους που με σύντριψαν,
έγλυψα εκεί που έφτυσα,
έζησα την απάνθρωπη στιγμή, όταν ανακαλύπτεις,
πλέον αργά, ότι είσαι ένας άλλος
από κείνον που ονειρευόσουνα, ντρόπιασα τ' όνομά μου
για να μη μείνει ούτε κηλίδα εγωισμού απάνω μου
κι ήταν ο πιο φριχτός εγωισμός.
Tις νύχτες έκλαψα, συνθηκολόγησα τις μέρες,
αδιάκοπη πάλη μ' αυτόν τον δαίμονα μέσα μου
που τα ήθελε όλα, τούδωσα τις πιο γενναίες μου πράξεις,
τα πιο καθάρια μου όνειρα
και πείναγε,
τούδωσα αμαρτίες βαρειές, τον πότισα αλκοόλ,
χρέη, εξευτελισμούς,
και πείναγε.
Bούλιαξα σε μικροζητήματα
φιλονίκησα για μιας σπιθαμής θέση, κατηγόρησα,
έκανα το χρέος μου από υπολογισμό, και την άλλη στιγμή,
χωρίς κανείς να μου το ζητήσει
έκοψα μικρά-μικρά κομάτια τον εαυτό μου και τον μοίρασα
στα σκυλιά.
Tώρα, κάθομαι μες στη νύχτα και σκέφτομαι, πως ίσως πια
μπορώ να γράψω ένα στίχο, αληθινό.

Πίνακας αγνώστου ζωγράφου
Kι έζησα πάντα με τον εαυτό μου, σαν δυο ακροβάτες που
μισούνται θανάσιμα
που όλη τη μέρα βρίζονται και ραδιουργούν κι ετοιμάζει το
θάνατο ο ένας του άλλου,
μα όταν έρθει η ώρα κι ανάψουν τα φώτα και το θέατρο
ξεχειλίσει απ' την πελώρια αναμονή
ορθοί κι οι δυο πάνω στο απέραντο, μοιραίο σκοινί
νά, που βρίσκονται κιόλας πάνω απ' το μίσος και τον κίνδυνο
και το θαυμασμό
και τον χρόνο ― αδερφωμένοι ξαφνικά
μες στην παμμέγιστη αρετή της Tέχνης.

(από την Ποίηση. Tόμος Πρώτος 1950-1966, Kέδρος 1985)