Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

(η φωτογραφία είναι από το genesis.ee.auth.gr) Σαν Σήμερα το...2000 είπαμε το στερνό αντίο στο Γιώργο Χειμωνά
(16/3/1936 - 27/2/2000)
«Γιατί αυτό το μέγα, αυτή η φαντασμαγορία, αυτό το μέγα του Ελύτη, του Αισχύλου, του Ηράκλειτου, αυτό το μέγα υπάρχει πραγματικά στη ζωή των ανθρώπων και η τέχνη είναι ακριβώς για να το βγάζει στο φως, να το αποκαλύπτει, να το καθαρίζει, να το παρουσιάζει, αργά, επιδεικτικά, στους ανθρώπους, εκθαμβωτικό, πελώριο, εκκωφαντικό»
Ας αφήσουμε τον ίδιο να μας ξεναγήσει στα μονοπάτια της ζωής και της σκέψης του μέσα από το βιβλίο:
Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΟΡΑΣΗΣ ΜΟΥ
Γεννήθηκα στην Καβάλα, μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Εκεί έζησα και εκεί τελείωσα την Ιατρική. Αργότερα, μετά τον στρατό, έφυγα στο Παρίσι, στη Γαλλία. Στη Γαλλία ειδικεύτηκα στην Ψυχιατρική και τη Νευροψυχολογία. Τώρα μένω μόνιμα στην Αθήνα και εργάζομαι στο «Αιγινήτειο Νοσοκομείο». Είμαι παντρεμένος κι έχω ένα γιο δώδεκα χρονών. Τα βιβλία μου είναι ο Πεισίστρατος (1960), Η εκδρομή (1964), Το μυθιστόρημα (1966), Ο γιατρός Ινεότης (στην χούντα, 1971), Ο γάμος (1975), Ο αδελφός (1976) και Οι χτίστες (1979). Στο τέλος του '83 θα βγει το τελευταίο μου βιβλίο που λέγεται Η φρουρά. Έχω δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα, έχω γράψει ένα βιβλίο για τον Λόγο σαν εγκεφαλική λειτουργία, που είναι μια περιοχή σχεδόν ανεξερεύνητη ακόμη και για τη Νευρολογία, ετοιμάζω ένα βιβλίο με εκλαϊκευτικά δοκίμια πάνω στον Λόγο, που ονομάζεται Επτά μαθήματα για τον Λόγο. Αυτή είναι η βιογραφία μου. Μα εγώ θέλω να μιλήσω για μια άλλη βιογραφία. Ξεκινά από έναν ανυπολόγιστο παιδικό χρόνο και είναι η βιογραφία της όρασής μου. Η ιδιότητά μου του συγγραφέα ζυμώθηκε μ’ αυτή την ιδιότητα, έγινε ένα με μια διαρκή, καθημερινή, αυθόρμητη προσοχή, να προσέχω συνέχεια τους ανθρώπους. Από παιδί έβλεπα, έβλεπα συνέχεια τους ανθρώπους. Την έσχατη λεπτομέρεια των σωμάτων, το πρόσωπό τους, το δέρμα τους, τα σκισίματά του, τη στάση τους, την ακινησία τους, την φυσιογνωμία τους, άκουγα την ηχώ των λόγων τους, περιφερόμουν στους στενούς λαϊκούς έρημους δρόμους της Καβάλας και της Θεσσαλονίκης. Γεμάτοι λάσπη, νερά της βροχής, σιωπή, ερημιά. Ξαφνικά ν' ανοίγει μια αυλόπορτα και να χυμάει έξω ολολύζοντας μια γυναίκα. Έβγαινε έξω στο δρόμο κι άρχιζε να θρηνεί. Ένας πατέρας κάτισχνος, κατάχλωμος, νεαρός, έβγαζε περίπατο το παιδί του στο δρόμο. Ένα παιδί τριών τεσσάρων ετών. Ξαφνικά αυτός ο νεαρός πατέρας να πέφτει κάτω σαν κεραυνοβολημένος. Το παιδί τον κοίταζε εμβρόντητο, δεν καταλάβαινε, δεν καταλάβαινα, έβλεπα τα πρόσωπα των ανθρώπων πίσω από τα τζάμια και μάντευα τη ζωή τους. Τέτοιες εικόνες μιας διάχυτης παντού λαϊκής δυστυχίας. Αισθανόμουν -και θα ήμουν παιδί όχι πάνω από δέκα χρονώ- αυτά τα περίεργα συναισθήματα που μονάχα τα παιδιά μπορούν και έχουν, που είναι αντιφατικά. Αισθανόμουν μαζί σαν κάτι πολύ ελκυστικό και κάτι πολύ αποτρόπαιο. Την ανάγκη και την επιθυμία αυτές τις εικόνες να τις αναδιπλώσω, να ελευθερώσω την σκοτεινή τους αγωνία. Αλλά εκείνο που από πολύ νωρίς έμαθα, είναι ότι το ανθρώπινο σώμα, ολόκληρο το ανθρώπινο σώμα, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να μιλάει ακατάπαυστα για όλα τα πάθη των ανθρώπων. Δεν έχεις παρά να το δεις. Αργότερα οι ιατρικές εικόνες πλάτυναν αυτή την όραση, την έκαναν πιο βαθιά, πιο δραματική. Χρωστάω σαν συγγραφέας πάρα πολλά στην Ιατρική. Δεν χρωστάω τίποτε στην Ψυχιατρική. Απλά σαν γιατρός, να βλέπω τους συγγενείς των αρρώστων να συνωστίζονται στους διαδρόμους των νοσοκομείων, μπροστά στα κλειστά θυρωρεία των νοσοκομείων, να τριγυρίζουν τα κρεβάτια των αρρώστων τους, να παραστέκονται, να βλέπω το ίδιο το σώμα του αρρώστου. Πολλά μου έμαθαν όλα αυτά τα λόγια και όλα αυτά τα σώματα, γιατί η ιατρική σχέση είναι το ίδιο έντονη, το ίδιο αποκαλυπτική (με όλες τις σημασίες της λέξης), το ίδιο διαπεραστική όσο και η ερωτική σχέση. Πιστεύω πως ο σκοπός της Τέχνης είναι ένα πράγμα πάρα πολύ συγκεκριμένο. Η Τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της το ανεκπλήρωτο όραμα του ανθρώπου, μια φυσική ίσως αθλιότητα, δεν είναι απλά κοινωνική ή περιπτωσιακή. Είναι και αυτά, αλλά μαζί είναι και κάτι άλλο πιο οριστικά αδικημένο. Η Τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της αυτή την αθεράπευτη στέρηση του ανθρώπου, να τη δουλεύει και να την επιστρέφει πάλι στους ανθρώπους. Αλλά αυτή τη φορά να την παραδίδει μέσα σε μια λαμπερή φαντασμαγορία, τεντωμένη από ένα δίκαιο όσο και συγκινητικό μεγαλείο, μέσα σε μια απέραντη ευφορία. […] Όλα αυτά η Τέχνη δεν τα κάνει φιλάνθρωπα, παρηγορητικά. Γιατί χρωστάει αυτή τη δικαίωση του ανθρώπου. Γιατί κάποιος πρέπει να του την χρωστάει αυτή τη δικαίωση. Γιατί αυτό το μέγα, αυτή η φαντασμαγορία, αυτό το μέγα του Ελύτη, του Αισχύλου, του Ηράκλειτου, αυτό το μέγα υπάρχει πραγματικά στη ζωή των ανθρώπων και η Τέχνη είναι για να το βγάζει στο φως, να το αποκαλύπτει, να το καθαρίζει, να το παρουσιάζει, αργά, επιδεικτικά, στους ανθρώπους, εκθαμβωτικό, πελώριο, εκκωφαντικό. Οι ήρωές μου δεν έχουν καμία σχέση με τους ήρωες ενός κανονικού, συνηθισμένου μυθιστορήματος. Ήρωας είναι πάντοτε οι μάζες, τα πλήθη των ανθρώπων. Φαντάζομαι ένα νέο μυθιστόρημα που δεν θα μιλά πια για ξεχωριστά άτομα. Θα είναι ένας συμπερασματικός λόγος που θα μιλά για το γένος των ανθρώπων, όπως περίπου στην αρχαία τραγωδία. Αν κάποιο πρόσωπο κεντρικό φαίνεται να ξεχωρίζει στα κείμενά μου, αυτό δεν είναι άλλο παρά ένας θυμωμένος, απαρηγόρητος οδοιπόρος, χωμένος και αυτός μέσα στο πλήθος. Αλλά είναι ένας οδοιπόρος που έχει απάνω του τη μοίρα όλων των ανθρώπων. Δεν υπάρχει ένας αμετακίνητος χρόνος και χώρος. Όλα συμβαίνουν σα να γίνονταν πάντοτε, σα να γίνονται σήμερα, εδώ και παντού. Αλλά το πλήθος είναι Έλληνες. Ο οδοιπόρος είναι και αυτός Έλληνας. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού κι εγώ είμαι Έλληνας. Μοναχά στα ελληνικά μπορώ και καταλαβαίνω και μιλάω τη γλώσσα των ανθρώπων. Μιλώ πάντα για την πραγματικότητα των ανθρώπων.
[…]
Υπάρχουν παντού τα συναισθήματά τους, οι λύπες τους, η ομορφιά τους, η ασχήμια τους, οι παραμικρές λεπτομέρειες μιας ψηλαφητής, υλικής, ανθρώπινης ζωής. Μόνο που αυτό το άμορφο, το άτακτο ανθρώπινο υλικό ζυμώνεται, χωρίς καθόλου να εξαφανίζεται, μέσα σ’ ένα είδος γενικής απεικόνισης της ταραγμένης ανθρώπινης συνείδησης. Της ταραγμένης από θάνατο, από φόβο, από φτώχια, από σπαρακτική λύπη, από πόλεμο, από διωγμό, από ό,τι μπορεί να είναι η πραγματική ιστορία του καθενός μας, η πραγματική ιστορία όλων μας. Είπα κάποτε ότι η Τέχνη δεν είναι η πραγματικότητα. Πως η Τέχνη είναι ένα σχόλιο πάνω στην πραγματικότητα, πως η πραγματικότητα δεν μπορεί να νοηθεί ως τετελεσμένη, αν δεν δευτερολογηθεί από ένα τέτοιο σχόλιο τέχνης. Θεωρώ αυτό το σχόλιο της Τέχνης πολύ πιο πραγματικό από την ίδια την πραγματικότητα, γιατί ακριβώς αποκαλύπτει εκείνες τις κρυφές όσο και ουσιαστικές διεργασίες που αναπαράγουν συνεχώς την συγκινησιακή πραγματικότητα του ανθρώπου. Αυτή για την οποία μιλά κυρίως η Τέχνη. Αυτή με την οποία αποκλειστικά υπάρχει ο άνθρωπος. Θεωρώ τον λόγο σαν ένα χαρισματικό όργανο, περισσότερο από όλα τα άλλα. Γιατί ακριβώς ο λόγος έχει τη δυνατότητα να συλλαμβάνει και να φανερώνει όλες τις δυνατές νοηματικές και συναισθηματικές αντηχήσεις που γεννά μέσα στο νου και την ψυχή του ανθρώπου η εμπειρία της ζωής. Εννοώ κάτι σαν την εξαίσια ακινησία της ζωγραφικής, ή τη δαιμονική κινητικότητα της μουσικής. Εννοώ ακριβώς ένα λόγο που είναι και ζωγραφική και μουσική και όλα όσα μπορεί να εκφράσει ένας άνθρωπος. Κυρίως όσα δεν μπορεί. Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 63 (Μάιος-Ιούλιος 2001) του περιοδικού Η Λέξη, με την υποσημείωση: «Ανέκδοτο κείμενο, από την εκπομπή “Μονόγραμμα” της Ηρώς και του Γιώργου Σγουράκη (1983)».
ΕΡΓΑ ΤΟΥ Λογοτεχνία Πεισίστρατος, 1960 Η Εκδρομή, 1964 Μυθιστόρημα, 1966 Ο Γιατρός Ινεότης, 1971 Ο Γάμος, 1974 Ο Αδελφός, 1975 Οι Χτίστες, 1979 Τα Ταξίδια μου, 1984 Ο Εχθρός του Ποιητή, 1990 Δοκίμια και Μελέτες -Έξι Μαθήματα για τον Λόγο, 1984 -Ο Λόγος. Μάθημα Έβδομο και Τελευταίο: Ο Χρόνος και το Σύμβολο, 1985 -Η Δύσθυμη Αναγέννηση. Όγδοο Μάθημα για τον Λόγο, 1987 -Τα Όνειρα της Αϋπνίας. Το Ιερατείο του Ύπνου και η διά των Ονείρων Καύσις των Αιρετικών της Νύχτας, 1994 -Ποιον Φοβάται η Βιρτζίνια Γουλφ; Δημόσια Κείμενα, 1995 -Το Ένατο Μάθημα για τον Λόγο. Ομιλία-συζήτηση, 2001 Μεταφράσεις Σοφοκλή, Ηλέκτρα, 1984 Ευριπίδη, Βάκχες, 1985 Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Άμλετ, πρίγκηπας της Δανίας, 1988