Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

JULIO CORTAZAR

Αγγίζω το στόμα σου, με το δάχτυλό μου αγγίζω το περίγραμμα του σώματός σου, το σχεδιάζω σαν να το δημιουργεί το χέρι μου, σαν το στόμα σου να μισανοίγει για πρώτη φορά και αρκεί να κλείσω τα μάτια μου για να το σβήσω και να ξαναρχίσω να το φτιάχνω, και κάθε φορά κάνω να γεννιέται το στόμα που ποθώ, το στόμα που επιλέγει το χέρι μου και σχεδιάζει πάνω στο πρόσωπό σου, ένα στόμα επιλεγμένο ανάμεσα σε τόσα άλλα, επιλεγμένο με ηγεμονική ελευθερία από μένα για να το ζωγραφίσει το χέρι μου πάνω στο πρόσωπό σου και που από ένα γύρισμα της τύχης που δεν προσπαθώ να καταλάβω συμπίπτει ακριβώς με το στόμα σου που χαμογελάει κάτω από εκείνο που σχεδιάζει το χέρι μου.

Με κοιτάς, με κοιτάς από κοντά, κάθε φορά και από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα, κοιταζόμαστε όλο και από πιο κοντά και τα μάτια μεγαλώνουν, πλησιάζουν το ένα το άλλο, κολλάνε το ένα στο άλλο και οι κύκλωπες κοιτιούνται, οι ανάσες τους μπλέκουν, τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν ανόρεχτα, δαγκώνονται χείλια με χείλια, ακουμπώντας μόλις τη γλώσσα πάνω στα δόντια, παίζουν μέσα στον περίβολό τους όπου πηγαινοέρχεται ένας βαρύς αέρας με ένα παλιό άρωμα και μια σιωπή.

Τότε τα χέρια μου θέλουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου, να χαϊδέψουν αργά τα βάθη των μαλλιών σου ενώ φιλιόμαστε σαν το στόμα μας να είναι γεμάτο λουλούδια ή ψάρια, ζωηρές κινήσεις, σκοτεινή ευωδιά. Και όταν δαγκωνόμαστε ο πόνος είναι γλυκός κι όταν πνιγόμαστε μʼ ένα σύντομο και τρομερό ταυτόχρονο ρούφηγμα της αναπνοής, αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι όμορφος. Και υπάρχει ένα και μόνο σάλιο, μια και μόνη γεύση από ώριμο φρούτο κι εγώ σε νιώθω νʼ ανατριχιάζεις απάνω μου όπως η σελήνη στο νερό.
Από "Το κουτσό", κεφάλαιο 7


Rayuela Capνtulo 7
Toco tu boca, con un dedo toco el borde de tu boca, voy dibujαndola como si saliera de mi mano, como si por primera vez tu boca se entreabriera, y me basta cerrar los ojos para deshacerlo todo y recomenzar, hago nacer cada vez la boca que deseo, la boca que mi mano elige y te dibuja en la cara, una boca elegida entre todas, con soberana libertad elegida por mν para dibujarla con mi mano en tu cara, y que por un azar que no busco comprender coincide exactamente con tu boca que sonrνe por debajo de la que mi mano te dibuja.
Me miras, de cerca me miras, cada vez mαs de cerca y entonces jugamos al cνclope, nos miramos cada vez mαs de cerca y nuestros ojos se agrandan, se acercan entre sν, se superponen y los cνclopes se miran, respirando confundidos, las bocas se encuentran y luchan tibiamente, mordiιndose con los labios, apoyando apenas la lengua en los dientes, jugando en sus recintos donde un aire pesado va y viene con un perfume viejo y un silencio. Entonces mis manos buscan hundirse en tu pelo, acariciar lentamente la profundidad de tu pelo mientras nos besamos como si tuviιramos la boca llena de flores o de peces, de movimientos vivos, de fragancia oscura. Y si nos mordemos el dolor es dulce, y si nos ahogamos en un breve y terrible absorber simultαneo del aliento, esa instantαnea muerte es bella. Y hay una sola saliva y un solo sabor a fruta madura, y yo te siento temblar contra mi como una luna en el agua.


[...] Το "Κουτσό" δεν αφηγείται μια ιστορία ξένη προς το συγγραφέα, το υλικό του είναι εν μέρει αυτοβιογραφικό και ο Κορτάσαρ έχει πει: "Αν δεν έγραφα αυτό το βιβλίο εκείνη την εποχή, μάλλον θα έπεφτα στο Σηκουάνα". Το "Κουτσό" θεωρείται από ορισμένους δύσκολο βιβλίο, φιλοσοφικό και μεταφυσικό, εκείνο όμως που κυρίως το χαρακτηρίζει είναι το χιούμορ (οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Σήμερα ταιριάζει στις σκέψεις μου τις θολές, τις ονειρικές, τις νοτισμένες, τις μπερδεμένες, ο Julio Cortázar.
Γι'αυτό σκέφτηκα να αναρτήσω ένα είδος "αφιερώματος" γι'αυτόν τον καταπληκτικό συγγραφέα.



Όπως γράφει και ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες
«Κανείς δεν μπορεί να αφηγηθεί την περίληψη μιας ιστορίας που έγραψε ο Κορτάσαρ. Κάθε ιστορία του αποτελείται από συγκεκριμένες λέξεις που βρίσκονται σε καθορισμένη σειρά. Αν προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε την υπόθεση, διαπιστώνουμε πως κάτι σημαντικό έχει χαθεί».

Η γραφή του μοναδική!

Όπως πολύ σωστά σχολιάζει ο Μάριο Βάργκας Λιόσα
«Η συγγραφή ήταν για τον Κορτάσαρ παιχνίδι, διασκέδαση, οργάνωση της ζωής, των λέξεων, των ιδεών, με την αυ- θαιρεσία, την ελευθερία, τη φαντασία, την ανευθυνότητα που χαρακτηρίζει τα παιδιά και τους τρελούς. Παίζοντας όμως ο Κορτάσαρ άνοιξε πόρτες άγνωστες, φλέρταρε με το υπερβατικό… βυθοσκόπησε αβύσσους της συνείδησης πάνω από τις οποίες κανείς δεν μπορεί να σκύψει χωρίς να διατρέξει τον κίνδυνο της τρέλας ή του θανάτου.»

Παραθέτω απόσπασμα από το άρθρο της Εφης Γιαννοπούλου στην Καθημερινή
με τίτλο "Ανάμεσα στο διήγημα και το μυθιστόρημα".

Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ανανεωτές της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας, από τους γνωστότερους εκπροσώπους του μπουμ (μαζί με τον Μάρκες, τον Φουέντες και τον Λιόσα), που στα τέλη της δεκαετίας του ’60 κατέκτησε την Ευρώπη, όχι τόσο ως λογοτεχνικό ρεύμα όσο ως μια πλειάδα ιδιαίτερων φωνών με πολλά κοινά χαρακτηριστικά αλλά και διαφορές.
Οι συγγραφείς αυτοί, μαζί με τους συγγραφείς της προηγούμενης γενιάς (Μπόρχες, Ρούλφο κ.ά.) κατάφεραν να προσφέρουν στη λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής την αυτονομία της και να την οδηγήσουν μεταξύ των κυρίαρχων λογοτεχνιών παγκοσμίως. Οι καινοτομίες που εισήγαγαν αποτέλεσαν μία από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές επαναστάσεις και εξακολουθούν να μπολιάζουν μέχρι σήμερα τη λογοτεχνική παραγωγή των χωρών τους.

Καθηγητής
Ο Χούλιο Κορτάσαρ (1914-1984) είναι Αργεντινός συγγραφέας, γεννήθηκε στις Βρυξέλλες και σε ηλικία τεσσάρων ετών επέστρεψε με την οικογένειά του στο Μπουένος Αϊρες. Εκεί θα ζήσει όλη την παιδική και νεανική του ηλικία, θα σπουδάσει γαλλική λογοτεχνία και θα εργαστεί ως καθηγητής στη μέση εκπαίδευση και αργότερα στο Πανεπιστήμιο, απ’ όπου πολύ γρήγορα θα παραιτηθεί για πολιτικούς λόγους. Το 1951, θα εγκατασταθεί οριστικά στο Παρίσι, όπου και θα ζήσει μέχρι το θάνατό του και θα εργαστεί για αρκετά χρόνια ως ελεύθερος μεταφραστής για την UNESCO. Το 1961 θα επισκεφθεί την Κούβα και αυτό θα γίνει η αφορμή να αποκτήσει σαφή ιδεολογική συνείδηση και να στρατευθεί πολιτικά, θα υπερασπιστεί την Κούβα του Τσε και του Κάστρο και αργότερα τη Νικαράγουα των σαντινίστας, θα αγωνιστεί ενάντια στα εγκλήματα των στρατιωτικών δικτατοριών της Λατινικής Αμερικής. Ωστόσο, ο Κορτάσαρ πάντα διακρίνει το συγγραφικό του έργο από την πολιτική του τοποθέτηση, διεκδικώντας την αυτονομία της λογοτεχνίας του από κάθε πολιτική στράτευση. Ο ψηλόλιγνος άντρας με τη νεανική εμφάνιση, τη χαρακτηριστική μαύρη καμπαρντίνα, συνεσταλμένος και εγκάρδιος, με το ιδιαίτερο χιούμορ και τη μεγάλη αγάπη του για την τζαζ, είναι ένας από τους λίγους συγγραφείς για τους οποίους έχουν εκφραστεί με τόση αγάπη οι ομότεχνοί τους.
Αν και το πρώτο του βιβλίο ήταν μια ποιητική συλλογή και παρόλο που συνέχισε να υπηρετεί την ποίηση μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Κορτάσαρ είναι γνωστός κυρίως ως διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος. Κοινό και κριτική συχνά διχάζονται, προτιμώντας άλλοτε τα διηγήματα και άλλοτε τα μυθιστορήματά του. Ο ίδιος δηλώνει, χρησιμοποιώντας το λεξιλόγιο μιας άλλης του αγάπης, της πυγμαχίας, πως «στο διήγημα κερδίζει κανείς με νοκ άουτ, ενώ στο μυθιστόρημα κερδίζει στα σημεία».

Νέες τεχνικές
Ανανεώνει, εισάγοντας νεωτερικές τεχνικές, τόσο τη μικρή όσο και τη μεγάλη φόρμα. Τα διηγήματά του ανήκουν ως επί το πλείστον στο είδος του φανταστικού και δημιουργούν έναν κόσμο αβέβαιο, με ασαφή σύνορα μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, έναν κόσμο που προκαλεί ανησυχία χωρίς όμως να φτάνει στον τρόμο, όπως τα κλασικά διηγήματα του είδους. Αν και θα εντοπίζαμε τις λογοτεχνικές του αναφορές στους Αγγλοσάξονες διηγηματογράφους του 19ου αιώνα, κυρίως στον Πόε, τον οποίο και μετέφρασε στα ισπανικά, αλλά και στον Ιούλιο Βερν και στους διηγηματογράφους του φανταστικού του Ρίο δε λα Πλάτα (Κιρόγα, Μπόρχες, Οκάμπο, Κασάρες, Ερνάντες), ο Κορτάσαρ διαφοροποιείται εισάγοντας στο φανταστικό διήγημα το χιούμορ και την φιλοπαίγμονα διάθεσή του, αλλά και τη στενή σχέση με την πραγματικότητα. Ο κόσμος των διηγημάτων του είναι κλειστός, οριοθετημένος, με μυστικές διόδους που συνδέουν παράλληλα σύμπαντα. Ενώ τα διηγήματά του εστιάζουν στην αμιγώς λογοτεχνική συνιστώσα, στη μέριμνα για το αισθητικό, τα μυθιστορήματά του είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικά, περισσότερο στραμμένα στην ιστορία και την πολιτική, και αρθρώνονται ως ανοιχτές κατασκευές, χωρίς σαφή αρχή και τέλος, αληθινές απεικονίσεις του κόσμου, διαρκώς υπό κατασκευή.

Συνένοχος
Ενσωματώνει σ’ αυτά τη λογοτεχνική του θεωρία, παρεμβάλλει σελίδες στοχασμού στη δράση, αλλά και αποσπάσματα από τον Τύπο, από εγκυκλοπαίδειες και αλμανάκ, ανατρέπει ακόμη και τις συμβάσεις που ορίζουν τον τρόπο ανάγνωσης του μυθιστορήματος καλώντας τον αναγνώστη σε μία κατά το δυνατόν ενεργητική πρόσληψη της λογοτεχνίας, κάνοντάς τον συμπαίκτη και συνένοχό του. Λάτρης της τζαζ, ο Κορτάσαρ συνθέτει τα μυθιστορήματά του με τον τρόπο των αυτοσχεδιασμών της, όπως μπορεί να δει κανείς στη νουβέλα «Ο κυνηγός» με θέμα τη ζωή του Τσάρλι Πάρκερ και στο «Κουτσό», το σημαντικότερο μυθιστόρημά του, το οποίο έχει συγκριθεί με τον «Οδυσσέα» του Τζόυς για την επιρροή του στη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία.

Στο Μάη του ’68
Με ένα μεγάλο μέρος του έργου του ήδη μεταφρασμένο στα ελληνικά, δύο πρόσφατες εκδόσεις είναι η αφορμή να στραφούμε και πάλι στη νεωτερική γραφή του Χούλιο Κορτάσαρ. Το «Βιβλίο του Μανουέλ» (Κέδρος), που κυκλοφόρησε στα ισπανικά το 1973, είναι ίσως το πιο πολιτικό βιβλίο του. Μια παρέα λατινοαμερικανών εξορίστων στο Παρίσι φτιάχνει ένα βιβλίο για τον Μανουέλ, τον μικρό γιο δύο μελών της, επιθυμώντας να του προσφέρουν ένα αλφαβητάρι για έναν καλύτερο, πιο δίκαιο κόσμο. Η ιστορία εκτυλίσσεται στον απόηχο του Μάη του ’68 και των φοιτητικών κινητοποιήσεων αλλά και της πολιτικής κατάστασης στη Λατινική Αμερική, όπου οι στρατιωτικές δικτατορίες διαπράττουν ειδεχθή εγκλήματα, όπως και του πολέμου στο Βιετνάμ. Πολιτική δράση, έντονος ερωτισμός και χειρονομίες διασάλευσης της τάξης και του καθωσπρεπισμού (φέρνουν αμυδρά στο νου τους «Ηλίθιους» του Λαρς φον Τρίερ) κυριαρχούν στην αφήγηση, στην οποία ο Κορτάσαρ εντάσσει αποσπάσματα από τον ημερήσιο Τύπο της Γαλλίας αλλά και των χωρών της Λατινικής Αμερικής, μαρτυρίες για τα βασανιστήρια πολιτικών κρατουμένων στην Αργεντινή, συνεντεύξεις με Αμερικανούς στρατιώτες που βασάνισαν αιχμαλώτους στο Βιετνάμ, στατιστικούς πίνακες. Η μετάφραση της Βασιλικής Κνήτου αντιμετώπισε με κέφι και έμπνευση τον πληθωρικό λόγο του Κορτάσαρ, κυρίως τη λεξιπλαστική του δεινότητα που ήταν και η σημαντικότερη δυσκολία που αντιμετώπισε.

Εργα του στα ελληνικά
(2009) Αξολότλ και άλλα διηγήματα, Πάπυρος Εκδοτικός Οργανισμός
(2008) Το βιβλίο του Μανουέλ, Κέδρος
(2007) Destroy Athens: μια αφήγηση, Futura
(2006) Όλες οι φωτιές η φωτιά, Ύψιλον
(2004) Σιδηροδρομικώς, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου
(2000) Luis Buñuel, Καστανιώτη
(1996) Ιστορίες των Κρονόπιο και των Φάμα, Ύψιλον
(1994) Τα βραβεία, Καστανιώτη
(1993) Διαδρομές, Μάγια
(1988) Το κουτσό, Εξάντας
(1987) Μπρέντα Ρότσα τόσο βίαια γλυκιά, Αλφειός
(1983) Οκτάεδρο, Ύψιλον